Live τώρα    
Τραμπ ή Κλίντον;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τραμπ ή Κλίντον;

Η ψήφος υπέρ της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Ιουνίου επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, τη γενική αδυναμία πρόβλεψης εκλογικών αποτελεσμάτων και τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει την οικονομική και πολιτική ελίτ από πολλούς απλούς πολίτες. Υπό το πρίσμα αυτό, το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών της 8ης Νοεμβρίου δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Μπορεί οι περισσότερες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η Χίλαρι Κλίντον προηγείται, όμως το «προφίλ» των πιθανών υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ είναι τέτοιο που δεν συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Πάντως, αν τελικά τα προγνωστικά επαληθευθούν αυτή τη φορά, η νίκη της Κλίντον θα αποδοθεί πολύ περισσότερο στην ανησυχία για μια πιθανή προεδρία Τραμπ, παρά στην προσωπικότητά της ή στο πολιτικό της πρόγραμμα.

Οι φετινές προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες κρίνουν κατά κάποιον τρόπο αν θα υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα. Από τη μια πλευρά, ο Τραμπ αντιπροσωπεύει το άγνωστο, το διαφορετικό. Εκμεταλλευόμενος την εσωτερική κρίση του ρεπουμπλικανικού κόμματος κατάφερε να πάρει το χρίσμα του υποψήφιου προέδρου και χάρη στον εκκεντρικό του χαρακτήρα να εκπλήσσει με τις προτάσεις του στα διάφορα κομβικά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, η Χίλαρι Κλίντον εγγυάται μία σχετική ομαλότητα στην αμερικανική πολιτική. Δεν εντυπωσιάζει με τη ρητορική και το πρόγραμμά της, αλλά η πιθανή νίκη της θεωρείται ως το «λιγότερο κακό» σενάριο συγκριτικά με την άγνωστη επαύριον μιας προεδρίας Τραμπ.

Πριν παρουσιαστούν συνοπτικά οι θέσεις των δύο υποψηφίων για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ στα κυριότερα θέματα, πρέπει να υπογραμμιστεί πως, σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ, είναι αβέβαιο κατά πόσο θα εφαρμόσει στην πράξη όσα έχει αναφέρει στην προεκλογική περίοδο. Ο ακραίος χαρακτήρας της προεκλογικής του ρητορικής ίσως ακολουθηθεί από στροφή στον ρεαλισμό με δεδομένο τον αντιφατικό χαρακτήρα πολλών δηλώσεών του. Επίσης, το σύστημα των συνταγματικών ελέγχων (checks and balances) δεν επιτρέπει ριζοσπαστικές κινήσεις. Παρ’ όλα αυτά, με την ιδιότητα ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, κάθε Αμερικανός πρόεδρος έχει τη δυνατότητα ελιγμών και καινούργιων αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική.

Πολλά, επίσης, θα εξαρτηθούν από το επιτελείο που θα εργαστεί κοντά στον νέο πρόεδρο, είτε αυτός είναι ο Τραμπ είτε η Κλίντον. Σε επίπεδο υποψήφιων αντιπροέδρων ο Μάικ Πενς, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση του Τραμπ για τη θέση, θεωρείται περισσότερο ήπιος και μετρημένος και έχει μεγάλη εμπειρία από την πολιτική. Όσον αφορά την Κλίντον, ο Τιμ Κέιν υποστηρίζει τη διακομματική συνεργασία σε διάφορα μέτωπα, αλλά είναι αρκετά σκληρός στις θέσεις του για την εξωτερική πολιτική, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε το Κογκρέσο να δώσει εξουσιοδότηση για τη στρατιωτική καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους. Σε επίπεδο συμβούλων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, ισχυρό λόγο στο στρατόπεδο του Τραμπ αναμένεται να έχει ο Κάρτερ Πέιτζ. O Πέιτζ είναι ο ιθύνων νους της θεωρητικά φιλορωσικής προσέγγισης του υποψήφιου προέδρου των Ρεπουμπλικάνων. Από την άλλη πλευρά, η Κλίντον βασίζεται πολύ στο σύμβουλό της Τζέικ Σάλιβαν, με τον οποίο συνεργάζεται από το 2008. Ο Σάλιβαν συνέβαλε στην κατάρτιση της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και σε περίπτωση νίκης της Κλίντον θα λάβει πιθανώς πολύ σημαντική θέση στον Λευκό Οίκο.

Ξεκινώντας με το ζήτημα της Ελλάδας, και κυρίως με αυτό της διαχείρισης της ελληνικής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση επενδύει στη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης. Η επίσκεψη του προέδρου Μπάρακ Ομπάμα στα μέσα Νοεμβρίου στην Αθήνα είναι ενδεικτική της επιθυμίας της Ουάσιγκτον να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, να υλοποιήσει τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις και να αποφασιστεί μια βιώσιμη λύση για το χρέος με τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο τρίτο πρόγραμμα στήριξης.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, μια πιθανή νίκη της Κλίντον εγγυάται τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης έστω και σε επίπεδο ρητορικής. Επίσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει αναπτύξει ένα είδος συνεργασίας με την οικογένεια Κλίντον. Τον Σεπτέμβριο 2015, για παράδειγμα, ήταν καλεσμένος ομιλητής σε ημερίδα που διοργάνωσε το ίδρυμα του συζύγου της Χίλαρι Κλίντον, και πρώην Αμερικανού προέδρου, Μπιλ Κλίντον. Αντίθετα, ο Τραμπ δείχνει περισσότερο αδιάφορος για το ελληνικό ζήτημα. Πριν η ελληνική κυβέρνηση υπογράψει το τρίτο Μνημόνιο τον Ιούλιο 2015, είχε αναφέρει πως η υπόθεση αφορούσε τη Γερμανία και όχι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών δεν πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη σκληρή γερμανική γραμμή, πιέζοντας προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης χρέους.

Πέρα από το ζήτημα της ελληνικής κρίσης, επικρατεί προβληματισμός για την πιθανή μελλοντική εξέλιξη των σχέσεων του Τραμπ με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος είχε πει ότι η Αμερική δεν έπρεπε να ασκεί κριτική στον Τούρκο πρόεδρο για την πολιτική των εκκαθαρίσεων. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, η Κλίντον αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημιουργώντας κάποιες φορές αμηχανία στον Τούρκο πρόεδρο.

Το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών θα είναι καθοριστικό για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων. Η ρητορική του Τραμπ φοβίζει τις Βρυξέλλες, καθώς είναι σαφές ότι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών δεν επενδύει ιδιαίτερα στην αμερικανική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερο απαισιόδοξοι, μάλιστα, προβλέπουν επιστροφή στα πρώτα χρόνια του Τζορτς Μπους, όταν λόγω του πολέμου στο Ιράκ η κρίση για τις διατλαντικές σχέσεις ήταν πρωτοφανής. Οι δηλώσεις του Τραμπ για πιθανή μείωση της στήριξης των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ εντείνει την ευρωπαϊκή ανησυχία. Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον δεν πρόκειται να διαταράξει το αρμονικό κλίμα της συνεργασίας των ετών του Ομπάμα, αλλά έχει απαιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τη μάχη κατά της τρομοκρατίας. Ζητάει, δηλαδή, να αυξηθεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ώστε να μπορέσει η Αμερική να μειώσει τις δαπάνες της. Πάντως, ενώ μια προεδρία Τραμπ θα αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο για τις διατλαντικές σχέσεις, μια προεδρία Κλίντον απλώς θα θέσει νέες βάσεις.

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό τη νέα ηγεσία θα είναι η διαμόρφωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο Τραμπ προτείνει αυτό, που ιδίως μετά την έναρξη της ουκρανικής κρίσης φαντάζει αδιανόητο για τους περισσότερους δυτικούς αναλυτές: την προσπάθεια προσέγγισης με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά την άποψη του υποψήφιου ρεπουμπλικανού προέδρου, με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθεί προοπτική ουσιαστικής επίλυσης όχι μόνο της ουκρανικής κρίσης αλλά και της συριακής. Αντίθετα, η Κλίντον, η οποία έχει αποκαλέσει στον παρελθόν τον Πούτιν «bully», πρόκειται να συνεχίσει τη σκληρή αμερικανική γραμμή απέναντι στο Κρεμλίνο. Μάλιστα συνδέει το ρωσικό ενδιαφέρον για τις αμερικανικές εκλογές με τη θεωρητική επιθυμία Πούτιν για νίκη του Τραμπ ώστε να αποδομήσει τον πολιτικό της αντίπαλο. Η θέση του Τραμπ για τη Ρωσία έχει δημιουργήσει προβληματισμό όχι μόνο στην Ευρώπη -ιδίως στις πρώην κομμουνιστικές χώρες-, αλλά και στο ίδιο το ρεπουμπλικανικό κόμμα. Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές και πρώην γερουσιαστές αμφιβάλλουν για το κατά πόσο το μοντέλο του εκκεντρικού πολιτικού είναι βιώσιμο. Πολλοί από τους νεοσυντηρητικούς, μάλιστα, τόσο πολιτικοί όσο και διανοούμενοι, νιώθουν τόσο αποξενωμένοι που προτιμούν να ψηφίσουν την Κλίντον. Άλλωστε, βασική πτυχή της ιδεολογίας του νεοσυντηρητισμού είναι η σκλήρυνση της αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία. Σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ, λοιπόν, δεν αποκλείεται ο νέος Αμερικανός πρόεδρος να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα ελέγχου του κόμματός του, αλλά και έγκρισης των αποφάσεών του από το Κογκρέσο.

Βλέποντας προς την Ασία, τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην Κίνα. Η ρητορική τους είναι επιθετική, με τον πρώτο να εστιάζει σε οικονομικά θέματα και τη δεύτερη σε πολιτικά. Συγκεκριμένα, ο Τραμπ κατηγορεί το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το νόμισμά του και δεν σέβεται την αμερικανική πνευματική ιδιοκτησία. Η Κλίντον εμμένει στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης. Ως βασική αρχιτέκτων της στροφής της Ουάσιγκτον προς την Ασία, καθώς διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών, η υποψήφια των Δημοκρατικών αναμένεται να συνεχίσει την αμερικανική πολιτική της στήριξης των ασιατικών συμμάχων της. Αντίθετα, ο Τραμπ έχει αναφέρει ότι τόσο η Ιαπωνία όσο και η Νότια Κορέα θα πρέπει να βρουν μόνες τους τα οικονομικά μέσα για ενισχύουν την άμυνά τους. Τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον, πάντως, επενδύουν στον ρόλο της Κίνας με γνώμονα την εξεύρεση λύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βορείου Κορέας.

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

H καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους στη Μέση Ανατολή αποτελεί βασική προτεραιότητα για τον Τραμπ και την Κλίντον. Ο πρώτος, ο οποίος έχει μεταβάλει την άποψή του αρκετές φορές, φαίνεται ότι καταλήγει στην ανάγκη στρατιωτικής καταπολέμησής του με τη συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων. Παράλληλα, έχει πει ότι θα σταματήσει την αγορά πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία αν η χώρα δεν συμβάλει αποτελεσματικά στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους και παρουσιάζεται σκεπτικός για τον αντίκτυπο της απομάκρυνσης της τρομοκρατικής οργάνωσης από τη Μοσούλη του Ιράκ, θεωρώντας ότι ίσως έτσι ευνοηθεί το Ιράν. Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον υποστηρίζει τη σημερινή στρατιωτική επιχείρηση, παρ’ όλο που θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από την κυβέρνηση του Ομπάμα στην εκπαίδευση των μετριοπαθών δυνάμεων της αντιπολίτευσης στη Συρία. Τοποθετείται υπέρ της δημιουργίας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Συρία, την εντατικοποίηση της αμερικανικής συνεργασίας με τις κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία και στο Ιράκ και την εξάλειψη της διαδικτυακής προπαγάνδας του Ισλαμικού Κράτους. Όσον αφορά τον πόλεμο κατά του Ιράκ το 2003, η Κλίντον είχε ψηφίσει υπέρ ένα χρόνο νωρίτερα, αλλά πέρυσι είπε ότι η απόφαση ήταν λάθος. Όσον αφορά τον Τραμπ, ο οποίος τότε βρισκόταν εκτός πολιτικής, μάλλον τίθεται κατά, αλλά η θέση του δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη λόγω αντιφατικών δηλώσεων.

Γιώργος Τζογόπουλος, ειδικός συνεργάτης Τομέα Διεθνών Σπουδών του ΔΠΘ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0