Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΡΙΚΚΑ
Πώς μεταφράζονται οι κοινωνικές ανισότητες σε χρόνια ζωής; Αφού μελέτησε για χρόνια πλήθος φορολογικών και ληξιαρχικών αρχείων, μια ομάδα Αμερικανών ερευνητών έδωσε τη δική της απάντηση στο δύσκολο ερώτημα αποκαλύπτοντας ότι το διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών στις ΗΠΑ αποτυπώνεται πια σε μεγάλες διαφορές στο προσδόκιμο ζωής.
Πόσο μεγάλες; Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Οι άνδρες στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας ζουν κατά μέσο όρο 87,3 χρόνια, ενώ εκείνοι που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα φτάνουν μόλις τα 72,7 χρόνια σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα στην επιθεώρηση της Ιατρικής Ένωσης Αμερικής.
Παρά τη μάλλον συμπεριφορική προσέγγισή της -οι φτωχοί πεθαίνουν νέοι επειδή σε γενικές γραμμές ακολουθούν επιβλαβείς συνήθειες του περιβάλλοντός τους, όπως το κάπνισμα και η κακή διατροφή-, η μελέτη υπογραμμίζει μια βασική διάσταση της σημερινής πραγματικότητας στις ΗΠΑ: η διαχωριστική γραμμή δεν είναι πλέον το χρώμα του δέρματος, αλλά η κοινωνική τάξη και η διάρκεια ζωής του κάθε ατόμου προκαθορίζεται από αυτό.
Δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές Αμερικές και οι διαφορές μεταξύ τους είναι αβυσσαλέες. Σε παγκόσμια κλίμακα θυμίζουν την απόσταση που χωρίζει μια σκανδιναβική από μια χώρα του τρίτου κόσμου. Όσοι γεννιούνται στη Νεβάδα, την Ιντιάνα και την Οκλαχόμα πεθαίνουν πολύ νεότεροι από όσους είχαν την τύχη να γεννηθούν στην Καλιφόρνια ή τη Νέα Υόρκη.
Καθοριστικός παράγοντας δεν είναι όμως τελικά η γεωγραφία, αλλά το εισόδημα. "Οι 40χρονοι άνδρες στο χαμηλότερο 1% του κοινωνικού εισοδήματος έχουν προσδόκιμο ζωής παρόμοιο με εκείνο των συνομηλίκων τους στο Σουδάν και το Πακιστάν" υπογραμμίζεται στη μελέτη. Ήταν πάντοτε έτσι; Κάθε άλλο.
Η διαφορά -που πάντοτε υπήρχε- μεταξύ του προσδόκιμου ζωής μεταξύ πλούσιων και φτωχών Αμερικανών έχει διευρυνθεί από την αρχή του 21ου αιώνα. Η μέση διάρκεια ζωής Αμερικανών ανδρών και γυναικών που ανήκουν στο ανώτερο 5% της οικονομικής κλίμακας αυξήθηκε για περισσότερο από δύο χρόνια μεταξύ του 2001 και του 2014, ενώ στο κατώτατο 5% το προσδόκιμο ζωής έμεινε σχεδόν στάσιμο.
Παλαιότερες μελέτες, όπως εκείνη που πραγματοποίησε πέρσι το Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, υποδηλώνουν ότι η ψαλίδα άρχισε να μεγαλώνει τη δεκαετία του 1970. Τότε, οι αποκλίσεις πλούσιων και φτωχών Αμερικανών σε ό,τι αφορά το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνούσαν τα τρία χρόνια.
Η πρόοδος της Ιατρικής τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται, με άλλα λόγια, να έχει αγνοήσει ένα μεγάλο τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού, ιδίως σε αγροτικές περιοχές ή σε αστικές ζώνες με έντονα στοιχεία αποβιομηχάνισης. Οι ερευνητές αποφεύγουν να αναφερθούν στους παράγοντες που συμβάλλουν στη διεύρυνση των αποκλίσεων στο προσδόκιμο ζωής, εκφράζοντας απλώς την ελπίδα ότι η δουλειά τους θα μπορούσε να βοηθήσει σε "τοπικές παρεμβάσεις στη δημόσια υγεία" που θα μείωναν τις διαφορές.
Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το περιβάλλον διαβίωσης, η διατροφή ή ακόμη και το άγχος της καθημερινής βιοπάλης είναι παράγοντες που έχουν, ωστόσο, καταγραφεί σε άλλες πρόσφατες έρευνες. Μόλις πέρσι, μια κοινή έρευνα των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Στάνφορντ σημείωνε ότι παράμετροι όπως το άγχος της απόλυσης, οι ατέλειωτες υπερωρίες και η απουσία ασφάλισης συμβάλλουν καθοριστικά στο μειωμένο προσδόκιμο ζωής.
Έρευνα του Πανεπιστημίου του Πρίνστον αποκάλυπτε παράλληλα ότι το ποσοστό θνησιμότητας για τους λευκούς μεσήλικες Αμερικανούς της μεσαίας τάξης -τη δημογραφική ομάδα δηλαδή που περισσότερο από οποιαδήποτε βλέπει στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ τον μεσσία που θα κάνει τη χώρα τους "και πάλι μεγάλη"- παρουσιάζει δραματική άνοδο από τις αρχές του 2000, εξαιτίας κυρίως της μεγάλης αύξησης στις αυτοκτονίες, του αλκοολισμού και της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με τελευταία στοιχεία του ΠΟΥ, ο πληθυσμός όσων πάσχουν από κατάθλιψη αυξήθηκε κατά 200 εκατομμύρια από το 1990.
Δεν χρειάζεται, όμως, να φτάσει κανείς τόσο μακριά. Μόλις τον περασμένο μήνα, η ετήσια έκθεση της Ένωσης Αμερικανών Ψυχολόγων σημείωνε ότι ένας στους τέσσερις ενήλικες ζουν πια υπό διαρκές άγχος που οφείλεται σε οικονομικούς λόγους. Και δεν είναι μόνο το άγχος που τους ροκανίζει. Μεγάλο ποσοστό όσων συμμετείχαν στην έρευνα απέδωσε στην έντονη οικονομική ανασφάλεια την αδυναμία τους να υιοθετήσουν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, ομολογώντας παράλληλα ότι, για τον ίδιο λόγο, αποφεύγουν να πάνε στον γιατρό ακόμη και όταν αρρωσταίνουν.