Live τώρα    
Η "Αυγή" στην πολιορκημένη πόλη / Η "Αυγή" στην πολιορκημένη πόλη: Το Κομπάνι αντιστέκεται, οι πρόσφυγες περιμένουν βοήθεια
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η "Αυγή" στην πολιορκημένη πόλη / Η "Αυγή" στην πολιορκημένη πόλη: Το Κομπάνι αντιστέκεται, οι πρόσφυγες περιμένουν βοήθεια

Αποστολή: Πέτρος Κατσάκος, φωτογραφίες: Μιχάλης Καραγιάννης

«Δες τον αντάρτη πόσο όμορφος είναι μέσα στην κίτρινη φορεσιά του, δες τον πώς μοιάζει με γίγαντα κρατώντας το όπλο του, δείτε κι εμένα που είμαι έτοιμη να θυσιαστώ για να νικήσει ο αντάρτης μου».

Μια ομάδα γυναικών τραγουδάει στα κουρδικά μπροστά από τη φωτιά τον Ύμνο του Αντάρτη. Το τραγούδι διακόπτεται από τις ριπές των πολυβόλων που χτυπούν ασταμάτητα εδώ και 45 μέρες στο Κομπάνι. Η Φιλίζ, μια Κούρδισσα δικηγόρος από την Κωνσταντινούπολη, και οι υπόλοιπες γυναίκες τραγουδούν κάθε νύχτα δίπλα στα σύνορα για τους αντάρτες και τις αντάρτισσες που βρίσκονται πίσω από τα συρματοπλέγματα. «Είμαστε εδώ για να δίνουμε κουράγιο και δύναμη στα πολιορκημένα αδέρφια μας» λέει με το βλέμμα στραμμένο στο Κομπάνι.

Μονάχα πεντακόσια μέτρα μας χωρίζουν από την πόλη - σύμβολο και οι Κούρδοι όσο πέφτει το σκοτάδι πληθαίνουν γύρω μας. «Είναι το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω για να στηρίξω αυτούς και αυτές που αγωνίζονται ενάντια στο σκοτάδι του φανατισμού» είναι τα λόγια της νεαρής γυναίκας που μαζί με χιλιάδες Κούρδους εθελοντές στέκονται μέρα - νύχτα κατά μήκος της μεθορίου σαν μια άτυπη πολιτοφυλακή φυλάσσοντας τα λιγοστά περάσματα μπρος το Κομπάνι. «Ανάβουμε φωτιές κάθε βράδυ και στεκόμαστε εδώ ώς το πρωί για δύο λόγους» λέει ο Ιμπραήμ και συμπληρώνει πως «θέλουμε να βλέπουν τις φωτιές οι μαχητές του Κομπάνι και να αισθάνονται την παρουσία μας, αλλά επίσης να μπορούμε να ελέγχουμε τη μεθόριο και να αποτρέπουμε με την παρουσία μας εδώ όσους θα επιθυμούσαν να περάσουν τα σύνορα προς βοήθεια των πολιορκητών του ISIS».

Δεν είναι εξάλλου λίγες οι περιπτώσεις που η πολιτική φρουρά των Κούρδων έχει εντοπίσει και σταματήσει στα σύνορα δεκάδες περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν σπεύσει στην περιοχή να καταταγούν ως μισθοφόροι στις γραμμές των ακραίων ισλαμιστών. «Πριν από μέρες σταματήσαμε σε αυτό το σημείο δυο 18χρονους Γερμανούς που το είχαν σκάσει από το σπίτι τους και είχαν ταξιδέψει έως εδώ για να πολεμήσουν μαζί με τους τζιχαντιστές» μας πληροφορεί ο Ιμπραήμ δίνοντάς μας την εικόνα που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στην περιοχή. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Κούρδος βουλευτής της περιοχής Φαϊζάλ Σαρί Γιαντίζ που αναρωτιέται «πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν νέοι άνθρωποι που, παρότι βλέπουν στο διαδίκτυο τις βαρβαρότητες των φανατικών του ISIS, να εμπνέονται τελικά από την ακρότητα και να έρχονται ώς εδώ να πολεμήσουν στο πλευρό αυτών των δολοφόνων».

Όσο η φωτιά ζεσταίνει τα παγωμένα χέρια των Κούρδων εθελοντών που στέκονται δίπλα στα σύνορα, ένα αεροπλάνο αφήνει τις βόμβες του να πέσουν με εκκωφαντικό θόρυβο κάπου στο βάθος. Αφήνουμε πίσω μας τους φρουρούς των συνόρων και με το φως που μας δίνουν οι οθόνες των κινητών τηλεφώνων περπατάμε κατά μήκος της μεθορίου με προορισμό το χωριό Μάσαρα.

Σε μια χούφτα πλινθόκτιστα σπίτια ανάμεσα στα βαμβακοχώραφα της περιοχής στριμώχνονται εκατοντάδες ψυχές. Κούρδοι της Τουρκίας έχουν βάλει κάτω από τις στέγες τους εκατοντάδες πρόσφυγες από το Κομπάνι. «Είναι τα αδέρφια μας» λέει ο Γιασάζ, που πριν από ένα μήνα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του σε μια οικογένεια προσφύγων. Στο δωμάτιο μας περιμένει η Μαουλουντέ, μια βουρκωμένη Κούρδισσα από το Κομπάνι. Πριν από τρεις μέρες έμαθε πως ο γιος της έπεσε νεκρός από τις σφαίρες των τζιχαντιστών μέσα στην πολιορκημένη πόλη.

«Ο γιος μου είναι ένας μάρτυρας και οι μάρτυρες δεν πεθαίνουν ποτέ» μας λέει όταν της δίνουμε το χέρι για να τη συλλυπηθούμε. «Βοηθήστε τους γιους μας και τις κόρες μας που πολεμάνε» λέει στη Νάντια Βαλαβάνη, τη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ που μετέχει στην αποστολή και της υπόσχεται πως "με τη βοήθεια του υπόλοιπου κόσμου τα παιδιά μας θα νικήσουν και εμείς θα επιστρέψουμε ελεύθεροι στη γη μας".

Τη ρωτάμε αν έχει μείνει κάτι δικό της μέσα στα χαλάσματα του πολέμου. «Το σπίτι μας κάηκε, αλλά εγώ θα γυρίσω και θα τα φτιάξω όλα από την αρχή» είναι τα λόγια μιας μάνας που παίρνει δύναμη από τη θυσία του γιου της, ώστε τα υπόλοιπα παιδιά της να ζήσουν ελεύθερα στον τόπο όπου γεννήθηκαν.

Το Κομπάνι που αντιστέκεται

«Το Κομπάνι θα συνεχίσει την αντίστασή του και καλεί όλους όσοι πιστεύουν στις κοινές ανθρώπινες αξίες να στηρίξουν αυτή την αντίσταση. Οι υπερασπιστές του Κομπάνι εκπληρώνουν έναν ιστορικό ρόλο πολεμώντας ενάντια στις δυνάμεις του σκότους και χρειάζονται την υποστήριξη του πολιτισμένου κόσμου σε αυτή τους την προσπάθεια. Είναι φανερό ότι, αν το Κομπάνι πέσει, θα προκληθεί βαρύ πλήγμα στις κοινές μας, ανθρώπινες αξίας και στον σκοπό της ειρήνης, της δημοκρατίας και της προόδου σε όλο τον κόσμο.

Είμαστε σίγουροι ότι, με την υποστήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων, η νίκη μπορεί να επιτευχθεί. Όλες οι οργανώσεις τζιχαντιστών και οι πηγές χρηματοδότησής τους και υποστήριξής τους θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα κρίσιμο βήμα προς την κατεύθυνση της εξάρθρωσής τους, και ιδιαίτερα το Ισλαμικό Κράτος» γράφει η τελευταία ανακοίνωση που εξέδωσε η διοίκηση των Κούρδων υπερασπιστών της πόλης.

Το Κομπάνι αντέχει, μας λένε οι Κούρδοι της Τουρκίας, που με το πρώτο φως της ημέρας έρχονται να αντικαταστήσουν τη νυχτερινή βάρδια της πολιτοφυλακής. Μαζί τους ανεβαίνουμε στο κοντινό ύψωμα, από όπου με γυμνό μάτι βλέπεις τους καπνούς, τις εκρήξεις και κάποιες αμυδρές κινήσεις ανθρώπων με όπλα στα χέρια. Δύο ασθενοφόρα από το γειτονικό Σούρουτς σταματούν στο μπλόκο των Τούρκων στρατιωτών και οι γιατροί ξεκινούν τη διαπραγμάτευση ώστε να τους επιτραπεί να παραλάβουν τραυματίες από τους υπερασπιστές της πόλης.

Ο Μπουλάντ είναι ένας από τους εθελοντές Κούρδους γιατρούς που έχουν αναλάβει το έργο της περίθαλψης των μαχητών του Κομπάνι. «Δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που τα ασθενοφόρα με την Ερυθρά Ημισέληνο δέχτηκαν πυρά αγνώστων κατά την διάρκεια μεταφοράς τραυματιών στο νοσοκομείο του γειτονικού Σούρουτς» λέει ο γιατρός, που μαζί με τους συναδέλφους του έχουν περιθάλψει τους τελευταίους μήνες περισσότερους από 900 τραυματισμένους Κούρδους αντάρτες.

Οι διαπραγματεύσεις των γιατρών με τους τούρκους στρατιώτες επιτέλους τελειώνουν και τα ασθενοφόρα μπαίνουν στο Κομπάνι. Λίγες ώρες αργότερα βγαίνουν μεταφέροντας τρεις πληγωμένους μαχητές. Η επαφή των τραυματιών με ξένους δημοσιογράφους απαγορεύεται κατηγορηματικά. Καμία φωτογραφία, καμία συνέντευξη είναι η απάντηση των γιατρών, που εφαρμόζουν πιστά την απόφαση της «Διοίκησης του Καντονίου του Κομπάνι».

Αποχαιρετώντας τους «μάρτυρες»

Στα περίχωρα της πόλης Σούρουτς το πλήθος βαδίζει σιωπηλά προς το νεκροταφείο. Με χείλη σφραγισμένα και γροθιές σφιχτές, άντρες και γυναίκες συγκεντρώνονται περιμένοντας τις σορούς πέντε Κούρδων μαχητών που έπεσαν υπερασπιζόμενοι το Κομπάνι. Τα φέρετρα φτάνουν τυλιγμένα με σημαίες του Κουρδιστάν πάνω στους ώμους των ανδρών. Η απόλυτη σιωπή δίνει τη θέση της στα συνθήματα. «Τιμή στους μάρτυρες» βροντοφωνάζει το πλήθος και όλοι κάνουν ένα βήμα μπροστά ώστε να καταφέρουν να αγγίξουν τα φέρετρα σε ένα ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης γι' αυτούς που θυσιάστηκαν στο όνομα της δημοκρατίας, της ανεξιθρησκίας αλλά και της ισοτιμίας των δύο φύλων.

«Μην το ξεχνάτε ποτέ αυτό» μας υπενθυμίζει η Φιλίζ που επιμένει να τονίζει τον αγώνα του κουρδικού κινήματος για την απελευθέρωση της γυναίκας από τις «ρατσιστικές και φασιστικές αντιλήψεις των φανατικών ισλαμιστών», όπως χαρακτηριστικά μας λέει υπερηφανευόμενη για της αντάρτισσες αδερφές της που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πολέμου στο Κομπάνι που καπνίζει σαν ηφαίστειο απέναντί μας.

«Πριν από είκοσι χρόνια οι μανάδες μας δεν μπορούσαν να πάνε χωρίς τη συνοδεία του άντρα ώς την αγορά και σήμερα οι κόρες τους είναι με το όπλο στο χέρι και πολεμάνε γι' αυτό το δικαίωμα» μας λέει και χάνεται κι αυτή μέσα στο πλήθος για να αποχαιρετήσει τους νεκρούς συντρόφους της. «Το Κομπάνι έγινε ένας σημαντικός στόχος για τους εχθρούς της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρώπινων αξιών» λένε οι στην πρόσφατη ανακοίνωσή τους οι Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) της πόλης ζητώντας τη βοήθεια του πολιτισμένου κόσμου.

Οι πρόσφυγες του Κομπάνι και η ανθρωπιστική κρίση

«Ουδέποτε άλλοτε είδαμε μια τόσο μεγάλη ανθρωπιστική κρίση να αντιμετωπίζεται με τόση αξιοπρέπεια» τονίζει ο εκπρόσωπος των Γιατρών του Κόσμου ομάδα των οποίων επισκέφθηκε πριν από λίγες ημέρες τους καταυλισμούς των προσφύγων που έχουν στηθεί γύρω από την τουρκική πόλη Σούρουτς. «Οι πρόσφυγες υπολογίζονται στους 90.000, εκ των οποίων οι 34.000 περίπου είναι παιδιά κάτω των 15 ετών και στην πλειοψηφία τους κάτω των 12» τονίζουν οι Έλληνες γιατροί που επισκέφθηκαν την περιοχή κι εμείς, ακολουθώντας τον δρόμο προς τα αντίσκηνα αντιλαμβανόμαστε το δράμα που κρύβεται πίσω από τα συρματοπλέγματα.

Τους τελευταίους δύο μήνες περίπου 200.000 χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τρέχοντας το Κομπάνι και τα γύρω χωριά για να σωθούν από εγκληματικές επιδρομές των πολεμιστών του ISIS. Οι μισοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στους καταυλισμούς, ενώ οι υπόλοιποι είτε φιλοξενούνται σε σπίτια Κούρδων της Τουρκίας είτε κινήθηκαν προς το εσωτερικό της χώρας αναζητώντας μεροκάματο στα βαμβακοχώραφα της ενδοχώρας.

Η τουρκική κυβέρνηση έχει καταφέρει έως σήμερα να δημιουργήσει μονάχα τρία στρατόπεδα φιλοξενώντας περίπου 6.500 πρόσφυγες. «Στην καλύτερη περίπτωση και σε ένα μήνα από σήμερα θα έχουμε τη δυνατότητα να καλύψουμε τις βασικές ανάγκες περίπου 30.000 προσφύγων» μας εξηγεί ο Μεμέτ Μπουλντάν που είναι ο υπεύθυνος λειτουργίας ενός από τα επίσημα στρατόπεδα. Όταν τον ρωτάμε τι μέλλει γενέσθαι με τους υπόλοιπους, σηκώνει τους ώμους με αβεβαιότητα μη μπορώντας να μας δώσει μια απάντηση.

Η απάντηση προσωρινά έρχεται από τους τρεις Κούρδους δημάρχους της ευρύτερης περιοχής που έχουν αναλάβει το βάρος για την επιβίωση περίπου 60.000 ψυχών. Με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν και κυρίως με τη βοήθεια εκατοντάδων εθελοντών δίνουν καθημερινά μάχη με τον χρόνο μιας και ο χειμώνας πλησιάζει απειλητικά τη νοτιοανατολική Τουρκία.

«Φανταστείτε πως οι υπαίθριες πολυκλινικές που έχουμε στήσει στους καταυλισμούς των προσφύγων δέχονται κάθε μέρα 800 με 1.000 άτομα και τα φάρμακα τελειώνουν» λέει με αγωνία ο γιατρός Μπουλάντ και ζητάει τη βοήθεια της Ευρώπης. Την ίδια ώρα τα τρόφιμα λιγοστεύουν στις αποθήκες των δημαρχείων και τα ρούχα δεν επαρκούν ώστε να προστατεύσουν από το κρύο τόσες χιλιάδες κορμιά, στην πλειονότητά τους παιδικά.

Καθώς περιδιαβαίνουμε ανάμεσα στα αντίσκηνα ενός καταυλισμού που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Κούρδου δημάρχου της πόλης Βαν, δεκάδες παιδιά τρέχουν προς το φορτηγό που μεταφέρει το μεσημεριανό φαγητό. «Κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμα θα έχουμε τη δυνατότητα να συντηρούμε όλον αυτόν τον κόσμο» λέει ο Αμπντουλά καθώς γεμίζει με ψωμί και ρύζι τα άδεια πιάτα που υπομονετικά περιμένουν στη σειρά.

Ο υπεύθυνος του στρατοπέδου δίνει στη Νάντια Βαλαβάνη έναν μακρύ κατάλογο με τα είδη που οι πρόσφυγες χρειάζονται. «Ξέρουμε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός σας» λέει στη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και, σφίγγοντας το χέρι της, συμπληρώνει: «Το ξέρουμε όμως πως οι Έλληνες όπως πάντα, έτσι και τώρα θα σταθούν στο πλευρό μας».

Κατεπείγον ζήτημά μας η βοήθεια

Τη βασική πρωτοβουλία από δικής μας μεριάς την έχει αποφασίσει ήδη το «Κόκκινο», που θέλει και μπορεί να γίνει η ραδιοφωνική φωνή της ανάγκης συγκέντρωσης, άμεσα, βοήθειας σε φάρμακα, τρόφιμα και χειμωνιάτικο ρουχισμό. Απευθυνόμενο σε ανθρώπους που μόνο απ' το υστέρημά τους μπορούν να βοηθήσουν. Κι αυτοί είναι που προσφέρουν, σε τέτοιες περιπτώσεις, με τη μεγαλύτερη αυτοθυσία, στην κυριολεκτικά απ' αυτό που δεν έχουν.

Και βέβαια το «Κόκκινο» θέλει να το κάνει αυτό σε συνεργασία με όποια κοινωνική οργάνωση αποφασίσει να συμμετάσχει στην εκστρατεία αυτή. Η εκστρατεία αυτή μπορεί να ξεκινήσει άμεσα με βάση την εντελώς συγκεκριμένη λίστα φαρμάκων και τροφίμων -σε τεράστιες ποσότητες- που μας παρέδωσε ο κρατικός κυβερνήτης, ο καϊμακάμης της περιοχής, και περιμένουμε από μέρα σε μέρα να μας ξαναστείλουν συμπληρωμένη από το δημαρχείο και από το νοσοκομείο της περιοχής.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά: Το κίνημα, όσο σημαντικός κι αν είναι ο ρόλος του, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα εθνικά κράτη και τη διεθνή κοινότητα και τις οργανώσεις σε μια πλημμύρα αναγκών. Οι 100.000 άνθρωποι στην περιοχή του Σούρουτς ζουν σε σκηνές που στήθηκαν πρόχειρα αρχές Οκτώβρη και δεν μπορούν να τους στεγάσουν τον χειμώνα καθώς, πέρα απ' το κρύο, με την πρώτη βροχή τα στρατόπεδα, που είναι στημένα σε γυμνό χώμα, θα πνιγούν μέσα σε μια θάλασσα λάσπης.

Σε αυτό δε μπορεί να βοηθήσουν τα χιλιάδες θερμαντικά σώματα που ζήτησε από τη διεθνή κοινότητα και από μας ο καϊμακάμης. Η δήμαρχος του Σούρουτς κι ο επικεφαλής των εθελοντών γιατρών, που φροντίζουν τα προσφυγικά στρατόπεδα δουλεύοντας επίσης στο νοσοκομείο της πόλης, μας ζήτησαν χιλιάδες κοντέινερ για στέγαση και για τη δημιουργία σχολείων και μικρών νοσοκομειακών μονάδων μέσα στα στρατόπεδα. Μας ζήτησαν επίσης ασθενοφόρα, καθώς όλα τα ασθενοφόρα των δήμων της ευρύτερης περιοχής είναι συγκεντρωμένα στα σύνορα και δεν επαρκούν.

Την οργάνωση μιας τέτοιας έκτασης και είδους βοήθειας, που κατεπείγει, πρέπει να την αναλάβει η διεθνής κοινότητα και η Ε.Ε. -και βέβαια ο ΟΗΕ και η UNICEF πρέπει να πρωταγωνιστήσουν. Όλα αυτά αφορούν τους πρόσφυγες από το Κομπάνι, που θέλουν να γυρίσουν πίσω, εφόσον το Κομπάνι νικήσει. Υπενθυμίζω ωστόσο ότι η Τουρκία έχει στο έδαφός της σήμερα μόνο από τη Συρία 1,6 εκατομμύρια πρόσφυγες, απ' τους οποίους σίγουρα ένα μέρος θα καταλήξει -και θα εγκλωβιστεί- στην Ελλάδα.

Οι χώρες του Βορρά χρειάζεται λοιπόν όχι μόνο να βοηθήσουν οικονομικά με αποφασιστικό τρόπο στην αντιμετώπιση των αναγκών, εκεί που ήδη σήμερα βρίσκονται, ανθρώπων διωγμένων απ' τις πατρογονικές τους εστίες απ' τον πόλεμο, αλλά και να πάρουν ένα μέρος απ' αυτούς στις χώρες τους. Σε μια τέτοια κατεύθυνση χρειάζεται να πιέσει αποφασιστικά η ελληνική κυβέρνηση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0