Του Μιχάλη ΤΡΙΚΚΑ
Πριν από τρεις εβδομάδες, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις προεξοφλούσαν την ήττα της Ντίλμα Ρούσεφ δίνοντας το προβάδισμα στην αντίπαλό της, Μαρίνα Σίλβα. Η Σίλβα όμως απουσιάζει από τον σημερινό δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία, ενώ η Ρούσεφ, που αποδεικνύεται τόσο ανθεκτική όσο και ο προκάτοχός της Λούλα Ινάσιο ντα Σίλβα, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο φαβορί της αναμέτρησης.
Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των εκλογών στις 5 Οκτωβρίου οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα. Οι δημοσκοπήσεις που προέβλεπαν μάχη στήθος με στήθος διαψεύστηκαν οικτρά και η Ρούσεφ εξασφάλισε άνετο προβάδισμα. Παρ' όλα αυτά, το ποσοστό 41,5% που συγκέντρωσε ήταν το χειρότερο που έχει λάβει το Εργατικό Κόμμα (ΡΤ) στα δώδεκα χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές της ίδιας ημέρας, το ΡΤ εξέλεξε 70 βουλευτές χάνοντας 16 έδρες σε σχέση με το κοινοβούλιο του 2010.
Δεν είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το γιατί. Δώδεκα χρόνια είναι αναμφίβολα πολλά και το ΡΤ βάλλεται πια από παντού. Η Δεξιά το κατηγορεί για την οικονομική στασιμότητα -για πρώτη φορά η Βραζιλία βυθίστηκε φέτος στην ύφεση- ενώ την αριστερή κριτική εξέφρασαν καλύτερα οι χιλιάδες διαδηλωτές που το καλοκαίρι βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τις δραματικές αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων στις δημόσιες συγκοινωνίες την ώρα που η χώρα διοργάνωνε ένα εξαιρετικά δαπανηρό Παγκόσμιο Κύπελο Ποδοσφαίρου.
Η δεξιά αντιπολίτευση και τα εγχώρια μεγάλα ΜΜΕ επαναλαμβάνουν χωρίς σταματημό ότι η οικονομική στασιμότητα οφείλεται στην "εχθρική στάση" της κυβέρνησης απέναντι στις επιχειρήσεις. Ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός, οι κρατικές δαπάνες μεγάλες και η αγορά εργασίας στερείται ευελιξίας, λένε. Και φυσικά οι "τυχοδιωκτισμοί" του ΡΤ στην εξωτερική πολιτική συνεχίζουν να αποξενώνουν την Βραζιλία από την Ουάσιγκτον.
Παρ' όλα αυτά, η Ρούσεφ αναμένεται σήμερα να εξασφαλίσει την επανεκλογή της επειδή η μεγάλη πλειοψηφία των Βραζιλιάνων ζει σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Πρώτα από όλα, η σημερινή κατάσταση της οικονομίας δεν επισκιάζει -ακόμη- το γεγονός ότι προηγήθηκαν 11 χρόνια μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης. Από το 2003 ώς το 2014, το ΑΕΠ της χώρας αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό 2,5%.
Μεγαλύτερη σημασία έχει βέβαια το ποιος ωφελήθηκε. Στα χρόνια διακυβέρνησης του ΡΤ το ποσοστό της φτώχειας μειώθηκε κατά 55% και της ακραίας φτώχειας κατά πολύ περισσότερο. Για την τελευταία κατηγορία, οι κυβερνήσεις του ΡΤ επιφύλαξαν την πιο εμβληματική, ίσως, μεταρρύθμισή τους. Το πρόγραμμα Bolsa Familia για τη μεταφορά πόρων στα φτωχότερα νοικοκυριά ξεκίνησε το 2003 εξασφαλίζοντας το 10% του 2003 για να φτάσει το 60% το 2011. Εξίσου μεγάλη ήταν και η αύξηση του κατώτατου μισθού που μέσα στο ίδιο διάστημα αυξήθηκε κατά 84%.
Η ανεργία ακολούθησε εντελώς αντίθετη τροχιά. Από τη στιγμή που ο "καλός μαθητής" του ΔΝΤ παρέδωσε τη σκυτάλη στον πρόεδρο Λούλα, μειώθηκε σε μονοψήφια ποσοστά έχοντας κάποια στιγμή υποχωρήσει και στο ιστορικό χαμηλό του 4,9%. Η δεκαετία 2003-2012 συνοδεύτηκε με τη μεγαλύτερη ίσως αναδιανομή εισοδήματος στην ιστορία της Βραζιλίας, με τους φτωχούς και τη μεσαία τάξη να διπλασιάζουν το δικό τους σε βάρος του πλουσιότερου 10%.
Την αναδιανομή αυτή αντανακλούσε και ο εκλογικός χάρτης της χώρας στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών. Η Ρούσεφ εξασφάλισε τα υψηλότερα ποσοστά της στις φτωχές, αγροτικές πολιτείες του Βορρά και της Ανατολής που αποτελούν και το παραδοσιακό προπύργιο του ΡΤ. Η αισθητή, όμως, άνοδος της αντιπολίτευσης στα μεγάλα αστικά κέντρα του Ρίο και του Σάο Πάολο που η Ρούσεφ είχε κερδίσει με άνεση στις εκλογές του 2010 δείχνει το μέγεθος του προβλήματος για την κυβέρνηση του ΡΤ ακόμη και εφόσον κερδίσει τις σημερινές εκλογές.
Στα υπέρ της Ρούσεφ συγκαταλέγεται αναμφίβολα και το γεγονός ότι στον δεύτερο γύρο πέρασε ένας αντίπαλος, ο Εσιο Νέβες, που θα έλεγε κανείς ότι ενσαρκώνει το στερεότυπο των υποψηφίων της λατινοαμερικανικής Δεξιάς. Από αυτή την άποψη, η επιλογή των ψηφοφόρων μοιάζει σχετικά ξεκάθαρη. Από τη μία, ένας εκατομμυριούχος με φήμη πλέιμποϊ ο οποίος προέρχεται από ένα από τα παλαιότερα πολιτικά "τζάκια" της χώρας και από την άλλη μια πρώην αντάρτισσα που ξεκίνησε να ασχολείται με την πολιτική μέσα στις φυλακές της δικτατορίας.