Του Εμμάνουελ Βάλερσταϊν
Στις ατελείωτες γεωπολιτικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή, το χαλιφάτο του Ισλαμικού Κράτους δείχνει να εξανάγκασε όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στην πολιτική ζωή της περιοχής να σχηματίσουν μια ντε φάκτο συμμαχία εναντίον του. Ξαφνικά βρίσκουμε το Ιράν και τις ΗΠΑ, τους Κούρδους (τόσο τους Σύρους όσο και τους Ιρακινούς) και το Ισραήλ, την Τουρκία και την Συρία του Μπασάρ Αλ Ασαντ, τη Δυτική Ευρώπη και τη Ρωσία να επιδιώκουν όλοι τον ίδιο στόχο, αν και με διαφορετικά μέσα: να σταματήσουν την επέκταση και ενδυνάμωση του χαλιφάτου.
Αυτό δεν άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα άλλων γεωπολιτικών συγκρούσεων, όπως η ισραηλινο-παλαιστινιακή ή η ουκρανική. Θα έχει όμως αναμφίβολα τον αντίκτυπό του και εκεί. Φυσικά, όλοι οι παράγοντες προσπαθούν να εκπληρώσουν εντελώς διαφορετικούς στόχους. Παρόλα αυτά, δείτε τι συνέβη μόνο μέσα στο πρώτο μισό του Αυγούστου.
Ο Νούρι Αλ Μαλίκι ανατράπηκε από πρωθυπουργός του Ιράκ κάτω από τη συνδυασμένη πίεση των ΗΠΑ, του Ιράν, του θρησκευτικού ηγέτη των Ιρακινών σιιτών Αγιατολάχ Αλί Σιστάνι και των Κούρδων, κυρίως επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει σημαντικό ρόλο στην κυβέρνησή του στους σουνίτες. Και γιατί ήταν αυτό τόσο σημαντικό; Επειδή για όλους αυτούς τους παράγοντες ήταν ο μόνος δρόμος για να υπονομευθεί το χαλιφάτο εκ των έσω.
Οι ΗΠΑ έστειλαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και μια νέα δύναμη από 1.000 πεζοναύτες και ειδικές δυνάμεις για να προστατεύσουν τους Γιεζίντι και τους Ιρακινούς χριστιανούς από τη σφαγή (μια επιχείρηση που προϋποθέτει την ντε φάκτο υποστήριξη του Μπασάρ Αλ Άσαντ) και για να σταματήσουν την προέλαση των ισλαμιστών προς το Αρμπίλ (την κουρδική πρωτεύουσα), όπου υπάρχει αμερικανικό προξενείο και πολλοί Αμερικανοί υπήκοοι. Ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα αρνείται να θέσει χρονοδιάγραμμα για την επιχείρηση αφήνοντας έτσι ανεκπλήρωτη την προεκλογική υπόσχεσή του για πλήρη αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από το Ιράκ στη διάρκεια της προεδρίας του.
Η τουρκική κυβέρνηση έκλεισε τα σύνορα που μέχρι τώρα παρέμεναν ανοιχτά για τις δυνάμεις των ανταρτών που επιδιώκουν την ανατροπή του Άσαντ, ένα βασικό στοιχείο της μέχρι τώρα τουρκικής πολιτικής για τη Συρία. Ο πρώην γερουσιαστής Τζόζεφ Λίμπερμαν, γνωστό γεράκι και ένθερμος υποστηρικτής της ισραηλινής πολιτικής, επαίνεσε δημοσίως τον Ομπάμα γι' αυτό που έκανε, ενώ ακόμη και οι Ιρανοί απέφυγαν να τον επικρίνουν. Οι Σαουδάραβες, που δεν μπορούν να καταλήξουν στη στρατηγική τους για τη Συρία, τελικά αποφάσισαν ότι η σιωπή και το μυστήριο αποτελούν την καλύτερη τακτική.
Τι έπεται; Και ποιος θα επωφεληθεί από τις ανακατατάξεις; Φαίνεται να υπάρχουν τρεις φανεροί βραχυπρόθεσμοι νικητές. Το πρώτο είναι το ίδιο το χαλιφάτο. Η επιστροφή των ΗΠΑ στα πεδία μαχών του Ιράκ επιτρέπει στο χαλιφάτο να εμφανίζεται ως η βασική δύναμη που αψηφά την ενσάρκωση του διαβόλου, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα το βοηθήσει να αποκτήσει και νέους εθελοντές, ιδίως από τον δυτικό κόσμο. Και μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα προσπαθήσει να χτυπήσει τόσο τις ΗΠΑ όσο και τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Φυσικά, αυτό το βραχυπρόθεσμο πλεονέκτημα θα κατέρρεε αν το χαλιφάτο δεχόταν συντριπτικά στρατιωτικά πλήγματα. Θα χρειαστεί όμως κάποιο χρονικό διάστημα για να γίνει κάτι τέτοιο. Ο στρατός του χαλιφάτου φαίνεται ο πιο αποφασισμένος και πιο άρτια εκπαιδευμένος της περιοχής.
Ο δεύτερος νικητής είναι ο Μπασάρ Αλ Ασαντ. Η εξωτερική υποστήριξη για τις δυνάμεις που επιδιώκουν την ανατροπή του ήταν πάντοτε κάθε άλλο παρά καθοριστική. Και τώρα αναμένεται να στερέψει, καθώς όλο και περισσότεροι αντίπαλοί του θα στρατεύονται στις δυνάμεις του χαλιφάτου.
Ο τρίτος μεγάλος νικητής είναι οι Κούρδοι, που ενίσχυσαν σημαντικά τόσο τη θέση τους στο Ιράκ όσο και τις σχέσεις τους με τους Κούρδους της Συρίας. Τώρα θα αποκτήσουν περισσότερα όπλα από τη Δύση, που πιθανότατα θα κάνουν τις ένοπλες δυνάμεις τους ακόμη ισχυρότερες.
Και οι χαμένοι; Υποπτεύομαι ότι ο πρώτος είναι η Ουάσιγκτον. Αν το χαλιφάτο δεν καταρρεύσει στο άμεσο μέλλον -κάτι που φαίνεται μάλλον απίθανο-, η στρατιωτική προσπάθεια των ΗΠΑ θα αποκαλύψει σύντομα για μια ακόμη φορά τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων τους καθώς και την ασυνέπεια των δημοσίων θέσεών τους για το Ιράκ, την Παλαιστίνη και την Ουκρανία. Και ο Ομπάμα θα έχει χάσει τη μεγαλύτερη ελπίδα του για ένα γεωπολιτικό επίτευγμα. Η αμερικανική κοινή γνώμη υποστηρίζει τις επιτυχίες, όχι τα αδιέξοδα.
Υπάρχουν όμως τρεις ακόμη παράγοντες που παραμένει ασαφές αν ανήκουν στους νικητές ή τους χαμένους. Ο πρώτος είναι το Ιράν. Αν οι ΗΠΑ και το Ιράν βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν, μπορεί η Ουάσιγκτον να αρνηθεί έναν συμβιβασμό μαζί του σε ζητήματα όπως η πυρηνική ενέργεια; Η ιρανική θέση σε αυτή τη διαπραγμάτευση δείχνει το λιγότερο να έχει ενισχυθεί.
Ενας δεύτερος νικητής είναι η Χαμάς. Οι Ισραηλινοί βρίσκονται ήδη υπό έντονη διεθνή πίεση να επαναπροσδιορίσουν τις θέσεις τους σε σχέση με την Παλαιστίνη. Η έμφαση στους κινδύνους που ενσαρκώνει το χαλιφάτο θα ενισχύσει άραγε την πίεση; Πιθανότατα οι Ισραηλινοί θα αντισταθούν όσο περισσότερο μπορούν.
Ο τρίτος νικητής είναι η Ρωσία. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, η κυβέρνηση του Κιέβου αντιτίθεται στην είσοδο ρωσικών φορτηγών με βοήθεια που οι Ρώσοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ανθρωπιστική αποστολή για να βοηθηθούν οι παγιδευμένοι και ταλαιπωρημένοι κάτοικοι του Λουχάνσκ, που παραμένει περικυκλωμένο από τις ουκρανικές δυνάμεις οι οποίες προσπαθούν να τους κάνουν να λιμοκτονήσουν ώστε να παραδοθούν.
Διαφέρουν άραγε όλα αυτά από τις προσπάθειες του χαλιφάτου να κάνει τα μέλη της μειονότητας Γιεζίντι να λιμοκτονήσουν στα βουνά του βορείου Ιράκ; Αν οι ΗΠΑ και η Δυτική Ευρώπη υποστηρίζουν την ανθρωπιστική βοήθεια σε μια περιοχή, γιατί αντιτίθενται στην παροχή της σε μία άλλη; Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς.