«Εσφαξαν περισσότερες από 165 μαθήτριες και τώρα θέλουν να πάρουν τις αθλήτριές μας ομήρους στο όνομα της “διάσωσής” τους». Η φράση ανήκει στον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, και ειπώθηκε στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας, όταν βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη το ζήτημα της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου γυναικών και τα σενάρια περί αιτήσεων ασύλου στην Αυστραλία. Μια υπόθεση που ξεκίνησε όταν οι Ιρανές ποδοσφαιρίστριες αποφάσισαν να μην τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο πριν από την έναρξη του πρώτου αγώνα, στο πλαίσιο του Κυπέλλου Ασίας που διεξήχθη στην Αυστραλία. Τελικά, επτά εξ αυτών ζήτησαν άσυλο στην Αυστραλία, ενώ η υπόλοιπη αποστολή πήρε τον δρόμο της επιστροφής μέσω Μαλαισίας.
Η αντίδραση του συγκεκριμένου στελέχους της ιρανικής κυβέρνησης ήρθε να καταδείξει τη μέγιστη υποκρισία σχετικά με την τύχη των μελών της ομάδας. Ήρθε, επίσης, να αναδείξει την απόλυτη εκμετάλλευση που επιχειρήθηκε από την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, που μέχρι πριν από λίγους μήνες απειλούσε ποδοσφαιριστές του Ιράν ενόψει Παγκοσμίου Κυπέλλου, ξαφνικά παρουσιάστηκε… ανθρωπιστής, καλώντας επιτακτικά τον Πρόεδρο της Αυστραλίας να δώσει άσυλο σε όλα τα μέλη της Εθνικής Ιράν «για να τις σώσει». Τελικά, πόσο απέχει η «σωτηρία» από την επικοινωνιακή χειραγώγηση; Τελικά, πόση χυδαιότητα μπορεί να κρύβεται σε δύο αγνές λέξεις όπως τις «σώστε τες».
Η ιρανική ομάδα βρέθηκε να δίνει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε μια ξένη χώρα, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ ξεκίνησαν να βομβαρδίζουν τη δική της. Ο Ντόναλντ Τραμπ, κάνοντας πράξη τις απειλές του, ξεκίνησε την επίθεση απέναντι σε έναν λαό και όχι στο καθεστώς, όπως πολλοί θέλησαν αρχικά να πιστέψουν. Και οι πραγματικές προθέσεις, τόσο του Αμερικανού Προέδρου όσο και του Νετανιάχου, φάνηκαν από τις πρώτες στιγμές της επίθεσης καθώς εκτός από τον βασικό τους στόχο, τον ανώτατο ηγέτη της χώρας Αλί Χαμενεΐ, δολοφόνησαν άμαχο πληθυσμό, σκόρπισαν τον θάνατο σε σχολείο με περισσότερες από 165 μαθήτριες να χάνουν τη ζωή τους, ενώ εκατοντάδες είναι οι άμαχοι που βρήκαν τον θάνατο.
Μέσα σε αυτή την επικίνδυνη συνθήκη βρέθηκε και εξακολουθεί να βρίσκεται το ποδόσφαιρο που ακροβατεί ανάμεσα στην αυταρχικότητα του καθεστώτος του Ιράν και την εργαλειοποίηση της Δύσης. Ξάφνου, ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζεται ως σωτήρας ενός λαού, δολοφονώντας τον… Ξάφνου, ο Αμερικανός Πρόεδρος επιθυμεί τη συμμετοχή της Εθνικής Ιράν στο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώνεται στη χώρα του, ενώ μέχρι πρότινος απειλούσε με αποκλεισμό ποδοσφαιριστές της ομάδας. Καλεί τις Ιρανές να ζητήσουν άσυλο, την ώρα που απελαύνει χιλιάδες άλλους/ες μετανάστες/στριες, προφανώς και με ιρανική καταγωγή από τις ΗΠΑ.
Χυδαιότητα Τραμπ με ευλογίες FIFA
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, έχοντας προκλητικά στο πλευρό του την ηγεσία της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, παίζει το απόλυτο παιχνίδι εξουσίας και επικοινωνίας και η παγκόσμια -και αθλητική- κοινότητα απλώς παρατηρεί. Είναι εξαιρετικά σοβαρή -αν σκεφτεί κανείς απλώς και μόνο τον κανονισμό της FIFA- η βλάβη που προκαλείται στην αξιοπιστία των θεσμικών οργάνων, με την ανοχή που επιδεικνύουν στα εγκλήματα που διαπράττει ο Νετανιάχου τα πολλά τελευταία χρόνια και εσχάτως το γεγονός ότι καλύπτονται, απολαμβάνοντας ασυλία, κράτη τα οποία έχουν ξεκινήσει πόλεμο σε τρίτες χώρες, όπως είναι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Βάσει των κανονισμών της FIFA, αλλά κυρίως του ιστορικού της (βλέπε υπόθεση αποκλεισμού Ρωσίας), η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα έπρεπε να έχει αφαιρεθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την κήρυξη πολέμου στο Ιράν. Δεν νοείται χώρα που διοργανώνει Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου να ευθύνεται για έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων και να μην αντιδρά ουδείς. Και βάσει του ίδιου ιστορικού, δεν θα έπρεπε καν να συμμετέχουν οι ομάδες των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Παρακάμπτοντας κάθε έννοια λογικής, ηθικής και κανονισμού, ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο δεν «τιμωρείται» αλλά βραβεύεται με βραβείο Ειρήνης και απολαμβάνει δηλώσεις αδιανόητης χυδαιότητας από τον ίδιο τον πρόεδρο της FIFA Τζιάνι Ινφαντίνο, ο οποίος προ ημερών είχε το θράσος να… ευχαριστήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο «για την υποστήριξή του, καθώς δείχνει για άλλη μια φορά ότι το ποδόσφαιρο ενώνει τον κόσμο» όπως χαρακτηριστικά είπε. Είχε προηγηθεί η διαβεβαίωση από τον Τραμπ ότι η Εθνική Ιράν είναι ευπρόσδεκτη να αγωνιστεί στο Μουντιάλ, μια διαβεβαίωση που… απορρίφθηκε κυνικά από την πλευρά του Ιράν με τον υπουργό Αθλητισμού Ντονιαμάλι να δηλώνει:
«Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το διεφθαρμένο καθεστώς δολοφόνησε τον ηγέτη μας, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Τα παιδιά μας δεν είναι ασφαλή και, ουσιαστικά, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για συμμετοχή. Λόγω των κακόβουλων ενεργειών τους εναντίον του Ιράν, μας έχουν επιβάλει δύο πολέμους σε διάστημα οκτώ ή εννέα μηνών και έχουν σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους μας. Επομένως, σίγουρα δεν μπορούμε να παραστούμε».
Τα λόγια του Ιρανού περί απόσυρσης της Εθνικής Ιράν έφεραν νέα αντίδραση από τον Τραμπ που έφτασε στο σημείο να προειδοποιήσει για την ασφάλεια των Ιρανών ποδοσφαιριστών, θρασύτατα φυσικά: «Η Εθνική Ομάδα Ποδοσφαίρου του Ιράν είναι ευπρόσδεκτη στο Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά πραγματικά δεν πιστεύω ότι είναι σωστό να βρίσκονται εκεί, για τη δική τους ζωή και ασφάλεια. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτό το θέμα!».
Η ιστορία και οι επιπτώσεις
Η Εθνική ομάδα του Ιράν έχει μια μακρά ιστορία με την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας να ιδρύεται το 1920 και το εθνικό συγκρότημα να δίνει τον πρώτο αγώνα το 1941 εναντίον της Βρετανικής Ινδίας στην Καμπούλ (νίκη 1-0). Η 8ετία 1968-1976 χαρακτηρίζεται και ως «χρυσή εποχή» με το Ιράν να κατακτά τρία διαδοχικά Ασιατικά Κύπελλα, ρεκόρ που παραμένει μέχρι σήμερα, ενώ το 1978 προκρίθηκε για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, της Αργεντινής, εκεί όπου είχε αποσπάσει ισοπαλία από τη Σκωτία με 1-1.
Ακολούθησε ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ που ανέστειλε την ανάπτυξη του αθλήματος, με τη χώρα να αποσύρεται από αρκετές διοργανώσεις. Το 1998 κατέγραψε την ιστορική πρώτη νίκη σε Μουντιάλ (Γαλλία) με 2-1 επί των ΗΠΑ, σε έναν αγώνα με έντονο πολιτικό συμβολισμό, ενώ το 2022 ήταν η τρίτη συνεχόμενη εμφάνιση σε Μουντιάλ και νίκη 2-0 επί της Ουαλίας. Σε περίπτωση που αποχωρήσει από τη διοργάνωση, το άρθρο 6.2 ορίζει πρώτα οικονομικές κυρώσεις: μια αρμόδια ομοσπονδία που αποσύρεται εντός 30 ημερών από τον πρώτο αγώνα του τελικού τουρνουά θα τιμωρηθεί με πρόστιμο τουλάχιστον 250.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο θα αυξηθεί σε τουλάχιστον 500.000 ελβετικά φράγκα για αποσύρσεις αργότερα. Εκτός από το πρόστιμο, η ομοσπονδία πρέπει να επιστρέψει τις συνεισφορές που έλαβε από τη FIFA για την προετοιμασία του τουρνουά. Το βασικό σημείο, ωστόσο, αφορά την αντικατάσταση ομάδας. Το άρθρο 6.7 ορίζει: «Εάν μια συμμετέχουσα ομοσπονδία-μέλος αποσυρθεί ή/και αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Κύπελλο FIFA του 2026, η FIFA αποφασίζει για το θέμα κατά την αποκλειστική της διακριτική ευχέρεια και λαμβάνει τυχόν μέτρα που κρίνει απαραίτητα. Η FIFA μπορεί να αποφασίσει να αντικαταστήσει την εν λόγω συμμετέχουσα ομοσπονδία με άλλη ομοσπονδία». Όταν το Ιράν επισημοποιήσει την απόφασή του, η FIFA θα έχει την αυτονομία να αποφασίσει πώς θα αναδιοργανώσει το τουρνουά, με πιο πιθανό σενάριο να αντικατασταθεί το Ιράν με μια άλλη ομάδα.
