Δύο νέοι άνθρωποι που προέρχονται από χώρες με πόλεμο και φτώχεια στέλνουν μήνυμα με το λαμπερό τους χαμόγελο ότι η επιμονή και η προσπάθεια ανταμείβονται. Δεν είναι απλή υπόθεση να φτάνεις στην κορυφή της ποδοσφαιρικής Ευρώπης σε ηλικία μόλις 19 ετών. Πόσω μάλλον παίζοντας βασικός σε μια παραδοσιακή υπερδύναμη που ξοδεύει κάθε χρόνο για το ρόστερ της εκατομμύρια. Δεν είναι καθόλου απλό επίσης, σ’ ένα ανδροκρατούμενο άθλημα, να κερδίζεις τη θέση σου στο χορτάρι ως γυναίκα διαιτητής που φοράει χιτζάμπ.
Ο λόγος για τον Αλφόνσο Ντέιβις, τον βασικό αριστερό μπακ της Μπάγερν Μονάχου, και την Τζεβαχίρ Ρόμπλε, την πρώτη γυναίκα μουσουλμάνα που έγινε διαιτητής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Αλφόνσο γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Γκάνα, το οποίο παρομοιάζεται με φυλακή απ' όσους μένουν εκεί. Η Τζεβαχίρ γεννήθηκε στη Σομαλία και κάθε τόσο που έβγαινε έξω για να παίξει άκουγε πυροβολισμούς και ανθρώπους να ουρλιάζουν.
Αμφότεροι μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους σε χώρες (Καναδά και Ηνωμένο Βασίλειο) όπου μπορούσαν να αισθανθούν ασφάλεια και ν’ αναπτύξουν το ταλέντο τους. Το ποδόσφαιρο ήταν ο χώρος στον οποίο αισθάνθηκαν από την πρώτη στιγμή οικεία και στον οποίο δούλεψαν σκληρά για να σταδιοδρομήσουν.
Η κουβέντα όμως για την επιτυχία τους δεν θα πρέπει να περιοριστεί στη δική τους προσπάθεια. Θα πρέπει με αφορμή αυτή να επεκταθεί στους πολέμους που συνεχίζονται με υπαιτιότητα συχνά των χωρών της Δύσης, στις καθημερινές υποθέσεις με πρόσφυγες που πεθαίνουν και δολοφονούνται στην προσπάθειά τους να έρθουν στην Ευρώπη, στα καμπ που χτίζονται έξω από την κοινωνία, μακριά από τις πόλεις και τα χωριά και δεν επιτρέπουν στον κόσμο να ενταχθεί στο σύνολο για να συνεχίσει τη ζωή του.
Το πραγματικό κέρδος από την επιτυχία του Αλφόνσο και της Τζεβαχίρ θα είναι κάποτε να μην μιλάμε για τον έναν που τα κατάφερε, αλλά για όλους που μπορούν και τους δίνεται η δυνατότητα να τα καταφέρουν. Είτε βρίσκονται στη Σομαλία και στην Γκάνα είτε στον Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Αλφόνσο Ντέιβις: Ο 19χρονος πρόσφυγας που έγινε πρωταθλητής Ευρώπης
Γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2000 και πέρασε τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του στο Μπουντουμπουράμ, μεγάλο προσφυγικό καταυλισμό στην Γκάνα. Το φαγητό και τα ρούχα δεν ήταν ποτέ δεδομένα. Υπήρξαν ημέρες, όπως λένε οι γονείς του, που η οικογένεια πήγαινε το βράδυ για ύπνο και είχε βγάλει όλη την ημέρα μόνο με νερό. Ακόμη κι έτσι όμως το στρατόπεδο στην Γκάνα εξακολουθούσε ν’ αποτελεί καλύτερη επιλογή διαβίωσης για την οικογένεια από τη Λιβερία, όπου ζούσαν αρχικά οι γονείς του.
Η χώρα ζούσε τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο μέσα σε δέκα χρόνια και για να μπορέσει κάποιος να κυκλοφορήσει με ασφάλεια έπρεπε να έχει συνεχώς όπλο μαζί του. Όπως θυμάται η μητέρα του Αλφόνσο, για να μπορέσει κάποιος να βρει φαγητό, χρειαζόταν να πατήσει κυριολεκτικά πάνω σε πτώματα.
Η οικογένεια μετανάστευσε στον Καναδά χάρη στη συμμετοχή της σ’ ένα πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Η μητέρα κι ο πατέρας του δούλευαν καθημερινά για πολλές ώρες. Γυρνώντας από το σχολείο είχε κάθε μέρα να φροντίσει τον μικρότερο αδερφό του και τη μικρότερη αδερφή του. Τους άλλαζε πάνες, ζέσταινε γάλα, έκανε ό,τι χρειαζόταν.
Η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο προέκυψε χάρη σ’ ένα πρωτάθλημα που διοργάνωναν για παιδιά φτωχών οικογενειών. Από εκεί έφτασε να γίνει το 2015 με την ομάδα των Vancouver Whitecaps ο νεαρότερος παίκτης που αγωνιζόταν στο αμερικανικό πρωτάθλημα (MLS).
Το 2017 κλήθηκε από την εθνική ομάδα του Καναδά και έγινε ο νεότερος σκόρερ στην ιστορία του. Ξεχώριζε για τη μεγάλη του ταχύτητα και τα αθλητικά του προσόντα. Για την περίπτωσή του ενδιαφέρθηκε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά τον απέκτησε τελικά το 2019 έναντι 10 εκατομμυρίων ευρώ η Μπάγερν Μονάχου. Με τη φανέλα της μετράει συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις 49 συμμετοχές και 4 γκολ.
Τζεβαχίρ Ρόμπλε: Η πρώτη μουσουλμάνα διαιτητής στο Ηνωμένο Βασίλειο
Φεύγοντας από τη Σομαλία για το Ηνωμένο Βασίλειο και το Γουέμπλεϊ, η 10χρονη τότε Τζεβαχίρ Ρόμπλε γνώριζε ότι θ’ άφηνε πίσω της τους πυροβολισμούς που άκουγε ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο με τ’ αδέρφια της στο Μογκαντίσου, την πρωτεύουσα της Σομαλίας. Φτάνοντας όμως σε μια χώρα τόσο διαφορετική, βρέθηκε σ’ ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν της ήταν οικείο. Σύντομα το ποδόσφαιρο θα γινόταν ο τρόπος ώστε να έρθει πιο κοντά με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας της.
“Το ποδόσφαιρο με βοήθησε τόσο πολύ” λέει σήμερα εξηγώντας ότι έτσι άρχισε να μαθαίνει τη γλώσσα. “Η μόνη φορά που προσπαθούσα πραγματικά να μιλήσω ήταν όταν έπαιζα με τα άλλα παιδιά. Θα φώναζα 'πέρασε μου, σε παρακαλώ, την μπάλα', 'σ' ευχαριστώ' και 'σούταρε'”.
Στη γειτονιά της είχε συμπαίκτες μόνο αγόρια. Οι γονείς της δεν ενέκριναν τη δραστηριότητα. Είχαν την αντίληψη ότι το ποδόσφαιρο ήταν ένα άθλημα μόνο για άνδρες. Σε πολλές, άλλωστε, μουσουλμανικές χώρες το ποδόσφαιρο απαγορεύεται στις γυναίκες. Επιμένοντας ότι θα χαράξει τον δικό της δρόμο, κατάφερε να γίνει η πρώτη μουσουλμάνα διαιτητής στο αγγλικό ποδόσφαιρο και σήμερα συμπληρώνει την τέταρτη σεζόν της ως επαγγελματίας διαιτητής.
Η διαρκής άνοδός της στα επίπεδα κατάταξης την έφεραν ξανά πριν από λίγες ημέρες στο επίκεντρο των μίντια. Όπως τονίζει, οι βλέψεις της δεν σταματούν εδώ, αλλά έχει στόχο να βρεθεί στην πρώτη κατηγορία των εθνικών πρωταθλημάτων. Διαθέτει επίσης πτυχίο προπονητικής. "Όλοι λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι άθλημα των ανδρών. Νιώθω ότι έρχομαι στην επικράτειά τους και τους δείχνω ποιος είναι το αφεντικό".
Για το αν υπήρχε περίπτωση ν' αποτύχει, την καλύτερη απάντηση είχε δώσει παλιότερα μια ξαδέρφη της: “Κατάφερνε να παίζει μπάλα εν μέσω πολέμου. Νομίζω ότι μπορεί να τα καταφέρει με 22 άντρες”.
Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.