Για «πρωτοβουλία που προκαλεί σύγχυση στρατηγικής στο Κίνημα Αλλαγής», έκανε λόγο ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αναφερόμενος στην αναθεώρηση του Συντάγματος και την ενέργεια της Φώφης Γεννηματά να στείλει σχετικές επιστολές σε όλα πολιτικά κόμματα πλην της Χρυσής Αυγής.
Ο Ευ. Βενιζέλος, μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΙ «Αταίριστοι», ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Δεν μπορείς να παίζεις με το Σύνταγμα υπό συνθήκες θεσμικής κρίσης, όταν έχεις απέναντί σου μία κυβέρνηση, η οποία εκβιάζει τους θεσμούς και όταν, ως αντιπολίτευση, ισχυρίζεσαι ότι το μεγάλο θέμα είναι αυτή τη στιγμή η κρίση των θεσμών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ο σφετερισμός της αρμοδιότητας της κυβέρνησης για να αλλοιώνονται θεμελιώδεις θεσμοί του πολιτεύματος, όπως η διάκριση των εξουσιών. Με ποιους θα πας να κάνεις συζήτηση; Από ποιον ζητάς συναίνεση; Από τον ΣΥΡΙΖΑ πρωτίστως, διότι αριθμητικά, πριν πάμε στα πολιτικά, εάν δεν συμφωνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην παρούσα Βουλή, δεν υπάρχει πλειοψηφία τουλάχιστον 151, ώστε να κινηθεί η διαδικασία και η επόμενη Βουλή, με 180 βουλευτές, να συντελέσει την αναθεώρηση. Άρα, για τι μιλάμε; Μιλάμε για κάτι στο οποίο πρέπει να συμπράξει η πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Άρα, απευθύνεσαι αυτή τη στιγμή σε αυτόν που κατηγορείς ότι παραβιάζει το Σύνταγμα και αντί να λες "ζητώ εφαρμογή του Συντάγματος" λες "ανοίγω μία συζήτηση για αναθεώρηση, έστω για περιορισμένη", που δεν είναι και τόσο περιορισμένη, διότι μιλάμε για maxi θέματα, για όλα τα μεγάλα θέματα».
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έξεφρασε πλήρως τη διαφωνία του με την πρόταση για αλλαγή του τρόπου αναθεώρησης του Συντάγματος, τονίζοντας: «Να καταργηθεί ο σκληρός πυρήνας των μη αναθεωρούμενων διατάξεων και να μπορεί να γίνει αναθεώρηση σε μία Βουλή, σε μία Σύνοδο, με 180, όταν για να αλλάξεις τον εκλογικό νόμο θέλεις 2/3, όταν για να δώσεις ψήφο στους αποδήμους θέλεις 2/3. Δηλαδή, πιο εύκολα θα αναθεωρείς το Σύνταγμα απ' ό,τι τον εκλογικό νόμο».
Αφησε, επίσης, αιχμές για το ότι δεν ενημερώθηκε για την πρωτοβουλία της Φ. Γεννηματά, υποστηρίζοντας πως δεν τον είχε ενημερώσει κανείς, ούτε επί της ουσίας, ούτε επί των χειρισμών. «Είπα την άποψή μου στο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής για το πολιτικό κλίμα και την πολιτική στρατηγική, αλλά εγώ δεν είμαι ένα στέλεχος του Κινήματος Αλλαγής, δεν είμαι ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, είμαι ένας καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου που επιφορτίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου και, στη συνέχεια, από τον Κώστα Σημίτη με το βαρύ καθήκον του γενικού εισηγητή της αναθεώρησης του Συντάγματος από το 1995 έως το 2001 που έγινε η μεγαλύτερη και πιο συναινετική αναθεώρηση. Κανένα πρόβλημα της χώρας -η οικονομική κρίση, τα ελληνοτουρκικά, η ανάπτυξη, η έξοδος από το μνημόνιο- δεν συνδέεται με το Σύνταγμα, κανένα πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως συνταγματικό ή ανυπερθέτως συνταγματικό» ανέφερε.
«Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι απόφαση του Συνεδρίου»
«Το θέμα συζητήθηκε εκτενώς στο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής» και οι προτάσεις που διαμορφώθηκαν «αφού τέθηκαν υπόψη των συνέδρων εγκρίθηκαν αποτελώντας απόφασή του συνεδρίου», τονίζουν πηγές της Χαριλάου Τρικούπη όταν ρωτήθηκαν για τη διαφωνία και τα αρνητικά σχόλια του Ευάγγελου Βενιζέλου σχετικά με τη πρωτοβουλία της Φώφης Γεννηματά για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Συγκεκριμένα ανέφεραν: «Υπενθυμίζουμε ότι το θέμα συζητήθηκε εκτενώς στο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής από την επιτροπή που συστάθηκε και οποιοσδήποτε μπορούσε εκεί να καταθέσει την άποψή του. Στην επιτροπή συμμετείχαν καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου, έγκυροι νομικοί και τέως δικαστικοί καθώς και πολιτικά στελέχη του Κινήματος Αλλαγής. Η Φώφη Γεννηματά στην ομιλία της μίλησε για τη θέση και τις προτάσεις που διαμορφώθηκαν και αφού τέθηκαν υπόψη των συνέδρων εγκρίθηκαν αποτελώντας απόφασή του συνεδρίου».
Παρέμβαση Στ. Θεοδωράκη υπέρ της αναθεώρησης
Ο επικεφαλής του Ποταμιού Σταύρος Θεοδωράκης με ανάρτησή του στην ιστοσελίδα του παρεμβαίνει στη συζήτηση που έχει ανακύψει για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και απαριθμεί 11 λόγους για τους οποίους θα πρέπει αυτή να προχωρήσει.
Ειδικότερα ο Στ. Θεοδωράκης αναφέρει:
«Οι πολίτες θέλουν:
1. Οι υπουργοί να ελέγχονται για τις πράξεις τους και να μην παραγράφονται τα αδικήματά τους.
2. Οι βουλευτές να δίνουν λόγο στα ποινικά και αστικά δικαστήρια και να μην καλύπτονται πίσω από την ασυλία.
3. Οι δικαστές να μην είναι εντολοδόχοι της κυβέρνησης και η ηγεσία της Δικαιοσύνης να μην καθορίζεται από τον εκάστοτε υπουργό.
4. Οι εκλογές να μην γίνονται όποτε βολεύει την κυβέρνηση. Να τηρείται η τετραετία.
5. Η αντιπολίτευση να μην μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση με αφορμή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.
6. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να ενισχυθεί με αρμοδιότητες που θα ισορροπούν το πολιτικό σύστημα.
7. Ο εκλογικός νόμος να μην αλλάζει κάθε τρεις και λίγο. Να σπάσουν οι μεγάλες περιφέρειες για να μην εξαρτώνται οι βουλευτές από τους καναλάρχες. Το πρώτο κόμμα να μην παίρνει μπόνους 50 έδρες, σαν να το έχει ψηφίσει ένα επιπλέον 15%.
8. Οι ιεράρχες να μην παρεμβαίνουν στην πολιτική. Να μην καθορίζουν το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων και να μην στέκονται εμπόδιο στην διεύρυνση των δικαιωμάτων.
9. Οι νέοι να μπορούν να σπουδάζουν και σε μη κρατικά πανεπιστήμια και να μην αναγκάζονται να ξενιτευτούν για να κάνουν τις σπουδές που θέλουν.
10. Τα κόμματα να μην καταδυναστεύουν το δημόσιο και οι παρατάξεις τους τα Πανεπιστήμια. Φτάνει πια με το κομματικό κράτος.
11. Τα κόμματα να μην μπορούν να δανείζονται χωρίς όρια, ούτε να ξοδεύουν μαύρα και ανεξέλεγκτα. Να μην έχουμε πτωχευμένα κόμματα και πλούσιους κομματάρχες».
Τις αλλαγές αυτές ο κ. Θεοδωράκης επισημαίνει ότι τις συζητούν όλοι πολύ συχνά, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει ανάγκη από μια γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος.
Αναφέροντας ότι στη Γερμανία το Σύνταγμα του 1949 έχει τροποποιηθεί περισσότερες από 100 φορές και στη Γαλλία το Σύνταγμα του 1958 περισσότερες από 30, τονίζει: «Αυτή η Βουλή πρέπει να αποφασίσει, με πλειοψηφία 180 βουλευτών, ποιες θα είναι οι αναθεωρητέες διατάξεις, έτσι ώστε η επόμενη Βουλή με 151 βουλευτές να οριστικοποιήσει τις αλλαγές. Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του δεν είναι υπόθεση της κυβέρνησης, είναι όλου του Κοινοβουλίου. Ο κ. Τσίπρας και ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να απαντήσουν, λοιπόν, στην συγκεκριμένη πρόταση του Κινήματος Αλλαγής. Να μην χάσουμε και αυτή την κοινοβουλευτική περίοδο. Να μην πάει πάλι η μπάλα στην εξέδρα. Προφανώς σε μια συζήτηση δεν θα συμφωνήσουμε όλοι σε όλα. Δεν ξέρω, ας πούμε, πόσοι τολμηροί θα βρεθούν να υπερασπιστούν τον χωρισμό κράτους - εκκλησίας. Και δεν ξέρω αν όλοι όντως θέλουμε την αποκομματικοποίηση του Δημοσίου. Όμως αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει. Όχι μόνο στα τηλεοπτικά παράθυρα. Όχι πια στα μπαλκόνια. Αλλά στη Βουλή».