Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Δεν ήταν ευχερής, όπως άλλες φορές, η καθιερωμένη αυγουστιάτικη επίσκεψη στα δύο φεστιβάλ των αντιπόδων που ακούν στα ονόματα Richard Wagner και Gioacchino Rossini. Γιατί η απόλαυση του ερεβώδους μεγαλείου τού πρώτου και της ευεργετικής ιλαρότητας του δεύτερου αυτή τη φορά προϋπέθετε υπερβάσεις δυσχερειών για πολλές άλλοτε απλές πρόνοιες προετοιμασίας του ταξιδιωτικού μας προσκυνήματος ως οδυνηρό επίμετρο της υπαρξιακής δοκιμασίας της χώρας και της οικονομικής της απομόνωσης λόγω της επιβολής ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων. Για να μην αναφερθούμε στην ταπεινωτική συγκατάβαση, την οποία αντιμετωπίσαμε ως Έλληνες, αν και με δεδομένη τη συμπάθεια των από μακρού συνομιλητών μας στα γραφεία Τύπου...
Με την αδιάκοπη επίγνωση της δυσχερούς καθημερινότητας και προοπτικής μας, λοιπόν, προσεγγίσαμε εκ νέου τον Πράσινο Λόφο της βαυαρικής πανεπιστημιούπολης που εδώ και 139 χρόνια φιλοξενεί το ανεδαφικό παραστατικό όραμα του Βάγκνερ. Μετά την ανακαίνιση και επαναλειτουργία ως μουσείου της κατοικίας του, της περίφημης Villa Wahnfried, όπως αυτή εν μέρει είχε διασωθεί μετά τον συμβολικό βομβαρδισμό της από τους Συμμάχους, στη νέα διαρρύθμιση φιλοξενείται πλέον σημαντικό ιστορικό υλικό που ανανεώνει το ενδιαφέρον του χώρου, ακόμη και για τους τακτικούς επισκέπτες του. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει και η πλήρης αποκατάσταση του πλαϊνού της οικίσκου, εκείνου του υιού και ομότεχνου του συνθέτη, του Siegfried Wagner, στη μορφή και με την επίπλωση που φιλοξενούσε τον Αδόλφο Χίτλερ και τους στενούς συνεργάτες του, όταν επισκέπτονταν την πόλη που οι ίδιοι οι φαιοχίτωνες αναγνώριζαν ως ιδεολογική κοιτίδα, λόγω της εκεί διαμονής, και μάλιστα στη Βίλλα, του βρετανικής καταγωγής γαμπρού του Βάγκνερ, του Houston Stewart Chamberlain, σημαντικού εισηγητή των θεωριών της φυλετικής υπεροχής.
Στην αξιέπαινη και χωρίς περιστροφές αντιπαράστασή της με μιαν οδυνηρή, αλλά διδακτική ιστορία, η γερμανική επιμέλεια συναριθμεί και τη μονιμοποίηση της έκθεσης «Verstummte Stimmen» (Φιμωμένες φωνές) στους κήπους του Festspielhaus, μετά την πιστοποίηση της μεγάλης παιδαγωγικής απήχησής της στο κοινό των θεαμάτων, αφού προσπόρισε πρόσωπο και ταυτότητα σε ανθρώπους που εργάστηκαν στο Φεστιβάλ και εν συνεχεία διώχθηκαν μέχρι θανάτου ή εξορίας από το αιμοσταγές καθεστώς του «χιλιετούς Ράιχ».
Οι θετικές αυτές πρωτοβουλίες και/ή εξελίξεις δεν συσκοτίζουν ωστόσο τη δυσχερώς αποκρυπτόμενη αμηχανία γύρω από τη στρατηγική κατεύθυνση του παγκοσμίως πλέον περιζήτητου μεταξύ των φεστιβαλικών θεσμών. Και τούτο παρά την επιβεβαίωση της Katharina Wagner, ως πηδαλιούχου τουλάχιστον μέχρι το έτος 2020, λόγω, εσχάτως, αντικρουόμενων ανακοινώσεων γύρω από την παραμονή ή μη στη διοίκηση του θεσμού τής ετεροθαλούς αδελφής της Eva Wagner - Pasquier, πρεσβύτερης των θυγατέρων του Wolfgang Wagner. Μετά την αρχική ανακοίνωση της παραιτήσεώς της, ακολούθησε νέα, διορθωτική τής πρώτης, που ενημέρωνε ότι η παρουσία της θα εξακολουθήσει υπό την ιδιότητα της συμβούλου, το δίχως άλλο άλλη μια σελίδα στη δυναστική διαμάχη μεταξύ των «διαδόχων» που, παρεμπιπτόντως, έχει οδηγήσει στην «εξορία» την ανταπαιτητή Nike Wagner, θυγατέρα του αδελφού του πατέρα τους, του σκηνοθέτη Wieland Wagner. Η δυναμική απόβλητη δεν έχει σταματήσει να απευθύνει τα πυρά της έντονης κριτικής της, παραλλήλως με την καλλιέργεια αξιοσημείωτης προσωπικής σταδιοδρομίας σε θέατρα και φεστιβάλ της Γερμανίας, όπως μέχρι πρότινος στη φημισμένη Beethovenfest της Βόννης.
Προς το παρόν, πάντως, οι προστατευτικές πτέρυγες του διαπρεπούς αρχιμουσικού Christian Thielemann πάνω από τη διεύθυνση του Φεστιβάλ αποσοβούν σοβαρούς τριγμούς, μετά μάλιστα και την εύθετη αποχώρηση ενός ανατέλλοντος ανταγωνιστή του, του ρωσικής καταγωγής, αλλά γερμανικής ανατροφής και παιδείας Kirill Petrenko, προκειμένου να αναλάβει, από το έτος 2018, τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, διαδεχόμενος τον παλιννοστούντα σε πάτριους θεσμούς Sir Simon Rattle.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το υπαρξιακό πλέον ζήτημα αναπροσανατολισμού του Φεστιβάλ παραμένει εκκρεμές, ακόμη και μετά τη σημαντική ανανέωση του κοινού μέσω της δυνατότητας διαδικτυακής προμήθειας των ανέκαθεν περιπόθητων εισιτηρίων, αν συνεκτιμηθεί μάλιστα και το γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην από του 2003 επιτόπια εμπειρία μας, υπήρξαμε μάρτυρες όχι μίας αλλά δύο περιπτώσεων προσφοράς -και όχι ζήτησής τους- στο περιστύλιο του σεπτού οικήματος, με αμφότερα τα προσφερόμενα να αφορούν την Τετραλογία στη σκηνοθετική αλλοίωσή της από τον Frank Castorff της, εν τω μεταξύ, 101ετούς Volksbühne του Βερολίνου. Μια σαφής ένδειξη ότι η υποκατάσταση των διαμαρτυρομένων ανά την υφήλιο βαγκνεροφρόνων με άλλους πιο βολικούς προσήλυτους, διά της οδού των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είναι δυνατόν να δημιουργεί τα δικά της απομυθοποιητικά απόνερα. Και, όπως επιβεβαιώθηκε και στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, να μην οδηγεί αναγκαίως σε «άνοιξη», αλλά αντιθέτως σε βαρυχειμωνιά...