Τη δική της απάντηση δίνει η κυβέρνηση στις αιτιάσεις των ιδιοκτητών των τηλεοπτικών σταθμών, που δηλώνουν «όχι σε όλα» στο σχέδιο νόμου που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση για την αδειοδότηση και τους όρους λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών. Ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς δίνει απαντήσεις σε σειρά αιτιάσεων αλλά και ανακριβειών που υιοθετούν οι ιδιοκτήτες των καναλιών, προκειμένου να συνεχίσει να απολαμβάνει προνομίων και ειδικής μεταχείρισης, ιδίως από τις τράπεζες, σε αντίθεση με άλλες, υγιείς επιχειρήσεις.
Το νομοσχέδιο είναι συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο Ρυθμίζει λεπτομερώς το νομοθετικό πλαίσιο βάσει του οποίου θα πρέπει να λειτουργούν εφεξής οι τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας.
Αποκλεισμός νέων παικτών Οι ίδιοι τηλεοπτικοί σταθμοί που δεν αδειοδοτήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της αναλογικής εποχής της τηλεόρασης προσπάθησαν, με τη σύμπραξη της πολιτείας, να θέσουν εαυτούς σε προνομιακή θέση κατά τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή και να είναι οι αποκλειστικοί παίκτες στο ψηφιακό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, καθιστώντας αδύνατη τη συμμετοχή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου. Αυτό έγινε με τρεις τρόπους:
* Με την αποκλειστική τους συμμετοχή στην πάροχο δικτύου DIGEA, η οποία ανέλαβε τη σύσταση, τη λειτουργία, τον έλεγχο και τη διάθεση του δικτύου μέσω του οποίου θα εξέπεμπαν.
* Με τη νομοθετική κάλυψη ότι οι αναλογικοί τηλεοπτικοί σταθμοί εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως μέχρι την έκδοση της απόφασης για τη χορήγηση αδειών παροχής περιεχομένου ψηφιακής εκπομπής, υπό τον όρο της συμμετοχής τους στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία.
* Με τη συνεχή παράταση της διαγωνιστικής διαδικασίας της αδειοδότησης παρά το γεγονός ότι είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή.
Η διαγωνιστική διαδικασία, που θα γίνει από το ΕΣΡ με όρους αντικειμενικότητας και διαφάνειας, θα επιτρέψει τη συμμετοχή τόσο υφιστάμενων όσο και νέων επιχειρηματικών σχημάτων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ψηφιακής τηλεόρασης. Η άδεια «παρόχου περιεχομένου» που θα εκδοθεί αποτελεί ουσιαστικά άδεια χρήσης των συχνοτήτων τις οποίες θα μισθώνει από τον πάροχο δικτύου ο κάθε αδειοδοτηθείς πάροχος (ψηφιακό κανάλι). Η άδεια αυτή, καθώς αφορά επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν δημόσιες συχνότητες, υπόκειται σε αδειοδότηση από το κράτος. Η διαφοροποίηση δε ως προς την κωδικοποίηση του ραδιοτηλεοπτικού σήματος (αναλογική ή ψηφιακή) σε τίποτα δεν αναιρεί ή παραλλάσσει την ανάγκη της ρυθμιστικής παρέμβασης, σύμφωνα και με το Σύνταγμα.
Μετάδοση με άδεια - κανάλια χωρίς άδεια Με απόφαση της ΕΕΤΤ (7/2/2014) παραδόθηκε ο πλήρης έλεγχος των ψηφιακών τηλεοπτικών εκπομπών στην Digea, κοινοπραξία που έχει δημιουργηθεί από έξι τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας (MEGA, ANT1, STAR, ΣΚΑΪ, ALPHA και ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤV) και σε αντίθεση με τον νόμο, που επιβάλλει ότι: «...Ο πάροχος δικτύου και ο πάροχος περιεχομένου απαιτείται να είναι διαφορετικά νομικά πρόσωπα». Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην Ελλάδα με τη συμβολή πολιτείας και ενδιαφερομένων φορέων είναι να υφίσταται αδειοδοτημένος "πάροχος δικτύου" (Digea), να μην υφίστανται αδειοδοτημένοι "πάροχοι περιεχομένου" (τηλεοπτικοί σταθμοί) και οι μη αδειοδοτημένοι πάροχοι περιεχομένου (τηλεοπτικοί σταθμοί) να είναι συμμέτοχοι - φορείς της άδειας του παρόχου δικτύου.
Τα «μαύρα» σημεία της Digea Η DIGEA δεν έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να καλύψει με ψηφιακό σήμα την επικράτεια, όπως υποχρεούται, με αποτέλεσμα πολλές περιοχές της χώρας μας να μην έχουν πρόσβαση σε τηλεοπτικό σήμα. Αυτό ήταν λογικό επακόλουθο της μη τήρησης του αρχικού σχεδιασμού του χάρτη συχνοτήτων που περιλάμβανε 276 σημεία εκπομπής και δυνατούς πομπούς προκειμένου να καλυφθεί σχεδόν ολόκληρη η ελληνική επικράτεια. Η αντίθεση της DIGEA στο κόστος και η απροθυμία των καναλαρχών να πληρώσουν οδήγησε στον σχεδιασμό ενός χάρτη με 156 σημεία και με πομπούς μικρότερης έντασης, ο οποίος και ενεργοποιήθηκε. Αποτέλεσμα αυτού είναι αφενός η αδυναμία λήψης του ψηφιακού σήματος σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και αφετέρου η προσπάθεια μεταφοράς τού κόστους της ψηφιακής μετάβασης στους κατά τόπους δήμους και περιφέρειες. Και βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι όλα αυτά συντελέσθηκαν κατά τη διάρκεια του «μαύρου» της ΕΡΤ, η οποία αποκλείσθηκε από τη δυνατότητα να γίνει αυτή, ως δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, ο βασικός πάροχος ψηφιακού δικτύου.
Τα κανάλια οφείλουν στα δημόσια ταμεία τα τέλη για τη χρήση συχνοτήτων Με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς τα τέλη που οφείλουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί για τη χρήση των αναλογικών συχνοτήτων για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014 ορίζεται σε 2% ετησίως επί των ακαθάριστων εσόδων τους, σύμφωνα με τον νόμο Βενιζέλου 2328/1995. Η έκδοση των υπουργικών αποφάσεων που μείωναν το ποσοστό του οφειλόμενου οικονομικού ανταλλάγματος, κυρίως κατά τις προεκλογικές περιόδους, είναι αμφιβόλου νομιμότητας και προφανώς έγινε στο πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί από την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων. Σε κάθε περίπτωση για τις προεκλογικές περιόδους των ετών 2012 και 2014 δεν έχουν εκδοθεί ανάλογες υπουργικές αποφάσεις. Συνεπώς οποιαδήποτε επίκληση ανύπαρκτων υπουργικών αποφάσεων και συμψηφισμών ανόμοιων οικονομικών υποχρεώσεων αποδεικνύουν, για μία ακόμη φορά, την εσκεμμένη αποφυγή συμμόρφωσης των τηλεοπτικών σταθμών προς τις επιταγές του νόμου. Ο επιχειρούμενος συμψηφισμός μεταξύ του διαφημιστικού χρόνου των πολιτικών κομμάτων κατά τις προεκλογικές περιόδους και της οφειλής των τηλεοπτικών σταθμών προς το Δημόσιο από τα τέλη συχνοτήτων είναι νομικά ανυπόστατος, δεδομένου ότι ταυτίζει το Δημόσιο με τα πολιτικά κόμματα, ενώ πρόκειται για αμιγώς διαφορετικούς φορείς.
Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Ποιος είναι ο λόγος που για την είσπραξη των ποσών αυτών δεν έγινε καμία ενέργεια από τις προηγούμενες κυβερνήσεις; Και μάλιστα την ίδια στιγμή που η κοινωνία γονάτιζε μπροστά σε μια άνευ προηγουμένου στυγνή φορολογική επιδρομή;
Δημιουργία υγιών και ανεξάρτητων τηλεοπτικών επιχειρήσεων Η θέσπιση όρων και προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν την οικονομική διαφάνεια και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που θα συμμετάσχουν και θα αδειοδοτηθούν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα μέχρι τώρα οικονομικά πεπραγμένα και τις συνήθειες των τηλεοπτικών σταθμών: συνεχείς ζημιογόνες οικονομικές χρήσεις, υπέρμετρη τραπεζική δανειοδότηση και χωρίς να εκπληρώνουν βασικές οικονομικές τους υποχρεώσεις, όπως η καταβολή των τελών συχνοτήτων.
Ο αυστηρός οικονομικός έλεγχος που θεσπίζεται με το νομοσχέδιο για την αδειοδότηση αποσκοπεί στο να δοθούν οι άδειες με πλήρη διαφάνεια στους έχοντες την πραγματική οικονομική δυνατότητα να λειτουργήσουν μία σύγχρονη επιχείρηση ψηφιακής τηλεόρασης. Αν δεν λειτουργεί υγιώς και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις μία τηλεοπτική επιχείρηση, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η άδεια λειτουργίας είναι δικαίωμα και σε κάθε περίπτωση δίνεται η δυνατότητα να βρεθούν εκείνες οι επιχειρήσεις που θα είναι οικονομικά συνεπείς και βιώσιμες. Σε αυτό αποσκοπεί και ο επιβαλλόμενος περιορισμός στον αριθμό των δημοπρατούμενων αδειών, αφού ο περιορισμός της διαφημιστικής δαπάνης λόγω των σημερινών οικονομικών δεδομένων δεν επιτρέπει την αλόγιστη χορήγηση τηλεοπτικών αδειών. Μία τέτοια πρακτική θα προδιέγραφε αρνητικές εξελίξεις για τις αδειοδοτούμενες επιχειρήσεις. Η πολυφωνία διασφαλίζεται με την αδιάλειπτη λειτουργία υγιών επιχειρήσεων και όχι με την αλόγιστη αδειοδότηση πιθανών προβληματικών.
Στρεβλώσεις με την ανοχή των κυβερνήσεων Οι παρατιθέμενοι πίνακες με τα συγκριτικά στοιχεία των ευρωπαϊκών χωρών που αφορούν την ψηφιακή τηλεοπτική πραγματικότητα είναι δύσκολο να αξιολογηθούν και να εφαρμοστούν στην ιδιάζουσα ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα, αν ληφθεί ιδίως υπόψη το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια της αναλογικής τηλεόρασης δεν δόθηκαν άδειες στους τηλεοπτικούς σταθμούς, ενώ η ψηφιακή μετάβαση πραγματώθηκε με αδιαφανείς διαδικασίες, εύνοια μονοπωλιακών καταστάσεων και επιχείρηση αποκλεισμού οποιουδήποτε νέου ενδιαφερόμενου. Η κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο για την αδειοδότηση, προσπαθεί να εξαλείψει τις στρεβλώσεις που οι ίδιοι τηλεοπτικοί σταθμοί δημιούργησαν με την ανοχή - σύμπραξη της πολιτείας και να διασφαλίσει ότι τουλάχιστον η ψηφιακή εποχή θα διέπεται από τη νομιμότητα της λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών όπως αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου. Σε αυτή την προσπάθεια οι τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να είναι αρωγοί, να εισφέρουν συγκεκριμένες προτάσεις στη διαβούλευση και όχι να απειλούν με προσφυγές σε δικαστήρια και με μαζικές απολύσεις εργαζομένων.
Α.Γ.Ν.