Ανταπόκριση από Ρώμη
Του Αργύρη Παναγόπουλου
«Να μετατρέψουμε την οικονομική κρίση σε κρίση ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού για να ανοικοδομήσουμε την Ευρώπη με άξονα τις δυνάμεις της εργασίας, τη δημοκρατία, την αλληλεγγύη και τη κοινωνική δικαιοσύνη», τόνισε εκ μέρους της πολιτικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ο Νάσος Ηλιόπουλος κατά τη διάρκεια ημερίδας στο Μιλάνο.
Στη συζήτηση συμμετείχε ο Τζιάνι Ριναλντίνι, πρώην γενικός γραμματέας του μεγαλυτέρου συνδικάτου Εργατών Μετάλλου της Ιταλίας FIOM και συντονιστής της τάσης «CGIL Δημοκρατία και Εργασία» του μεγαλύτερου ιταλικού συνδικάτου CGIL, και η Τζιοβάνα Βέρτοβα, καθηγήτρια Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκαμο. Την εκδήλωση διοργάνωσε η «Η Επιτροπή Αγώνα για την Εργασία της Μητροπολιτικής περιοχής του Μιλάνο» στην οποία συμμετέχουν όλες οι συνιστώσες της πολιτικής και κοινωνικής αριστεράς της οικονομικής πρωτεύουσας της Ιταλίας.
Για τους διοργανωτές της ημερίδας στο Μιλάνο υπάρχει ένας απλός συλλογισμός: «Να εργαζόμαστε λιγότερο, να εργαζόμαστε καλύτερα για να εργαζόμαστε όλοι». Αυτή ήταν η πρόκληση πάνω στην οποία διεξήχθη η συζήτηση.
Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο Τζιάνι Ριναλντίνι, που είναι και πρόεδρος του Ιδρύματος της FIOM, αποτελεί από τους πρωταγωνιστές της εκστρατείας στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού «Αλλάζει η Ελλάδα – Αλλάζει η Ευρώπη», που διοργάνωσε το Φεβρουάριο τη μεγάλη διαδήλωση στη Ρώμη υπέρ της Ελλάδας.
Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Ν. Ηλιόπουλου:
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω τόσο για την πρόσκληση να πάρω μέρος στην σημερινή σας συζήτηση όσο και για την αλληλεγγύη σας στον αγώνα που δίνουμε.
Στο σύνολο της Ευρώπης όπως και στην Ελλάδα μέσα στην κρίση ζήσαμε την ένταση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα χρησιμοποιούσε μια φράση «να κάνουμε τη κρίση ευκαιρία». Εννοούσαν να χρησιμοποιήσουν τη συγκεκριμένη κατάσταση για το βάθεμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Τα βασικά στοιχεία του προγράμματος που ακολούθησαν μέσα στην κρίση δεν ήταν καινούργια.
Η ένταση του προγράμματος όμως όρισε μια τομή σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν η συνολική επίθεση στα δικαιώματα και στις κατακτήσεις του κόσμου της εργασίας και συνολικότερα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αναγκαίος όρος εφαρμογής της συγκεκριμένης πολιτικής ήταν και η επίθεση στην δημοκρατία, τα κοινωνικά δικαιώματα και στις ελευθερίες.
Αποτέλεσμα του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης είναι η δημιουργία μιας χώρας στην οποία οι ταξικές διαφορές μπορούν να συγκριθούν με χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ όπως η Βουλγαρία. Η κρίση σήμαινε μια τεράστια υποτίμηση στις συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας, με το 40% να ακουμπάει ή να βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Την ίδια στιγμή όμως αποτέλεσε και ένα πολύ αποτελεσματικό μηχανισμό καπιταλιστικής συσσώρευσης. Το 10% των πιο πλούσιων Ελλήνων αύξησε την περιουσία του κατά 7,5% μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια. Κατέχει έτσι σήμερα το 56,1% του συνολικού πλούτου της χώρας. Οι 500 πιο κερδοφόρες εταιρείες για το 2013 εμφάνισαν λειτουργικά κέρδη 13,2 δισ. Ευρώ (αυξημένα κατά 121%). Όλα αυτά τη στιγμή που ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε την τελευταία τετραετία 23%.
Η συγκεκριμένη διαδικασία όξυνσης των ταξικών ανισοτήτων μέσα στην κρίση δεν αποτελεί ελληνικό παράδοξο. Η Γερμανική οικονομική ανάπτυξη π.χ. στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε μία πολιτική σκληρής υποτίμησης της εργασίας. Οι Γερμανοί εργαζόμενοι υπέστησαν μειώσεις πραγματικών μισθών κατά 11% την δεκαετία 2000-2010. Μέσα από την ευρεία εφαρμογή των minijobs, σχεδόν 5 εκατομμύρια αμείβονται με μισθούς κάτω των 600 ευρώ.
Η κυρίαρχη αφήγηση για την ελληνική περίπτωση αναφέρεται σε μία χώρα με πολύ μεγάλες δημόσιες δαπάνες, σπάταλο κράτος και τεμπέληδες εργαζόμενους. Ας δούμε τα πράγματα όμως όπως πραγματικά είναι.
Το ποσοστό των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα δεν ξεπερνά το 8%, τη στιγμή που ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ είναι το 15%. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat για την περίοδο 1995-2008 οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκονται κάτω από των ευρωπαϊκό μέσο όρο των 27 με εξαίρεση μόνο δύο χρονιές. Αφού λοιπόν ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι πολλοί ούτε οι δημόσιες δαπάνες μεγάλες, πως προέκυψε τότε το μεγάλο ελληνικό χρέος; Το χρέος αποτελεί το άθροισμα μια σειράς ελλειμμάτων στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Τα ελλείμματα όμως δεν προέκυψαν από το μεγάλο ύψος των δημόσιων δαπανών αλλά από το χαμηλό ύψος των δημόσιων εσόδων.
Αξίζει να σκεφτούμε ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ 1993-2008 η ελληνική οικονομία γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη της τάξης του 60%. Το χρέος όμως όχι απλά δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε. Αυξήθηκε για ένα απλό λόγο. Γιατί η φορολογία των κερδών του κεφαλαίου συνεχώς μειωνόταν. Μειώθηκε από το 45% στο 20%. Με βάση στοιχεία της Eurostat, ο πραγματικός, όχι ο ονομαστικός, φορολογικός συντελεστής για το κεφάλαιο στην Ελλάδα κινείται στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ας σταθούμε λίγο και στο επιχείρημα για τους τεμπέληδες Έλληνες εργαζόμενους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η παραγωγικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί πάνω από 30%. Βρίσκεται περίπου στο 90% του μέσου όρου της παραγωγικότητας των 15 πιο αναπτυγμένων χωρών της Ε.Ε. Το πραγματικό όμως κόστος εργασίας στην Ελλάδα με βάση στοιχεία του 2009 ήταν 35% χαμηλότερο σε σχέση με τις χώρες του ευρωπαϊκού βορά. Ο πραγματικός κατώτατος μισθός το 2009 ήταν στα επίπεδα του πραγματικού μισθού του 1984. Σημαντική υπενθύμιση σε αυτό το σημείο ότι μέσα στην κρίση ο κατώτατος μισθός μειώθηκε 23% και 32% για όσους είναι κάτω των 25 χρόνων.
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να υποστηρίξουμε πρώτον ότι το χρέος στην Ελλάδα διαμορφώθηκε αρχικά ως νόμιμη, συσσωρευμένη φοροαπαλλαγή των κερδών του κεφαλαίου. Δεύτερο ότι δεν αντιμετωπίζουμε μια απλή κρίση χρέους αλλά μια δομική καπιταλιστική κρίση, στην οποία το χρέος χρησιμοποιείται ως εργαλείο. Τρίτο ότι ένα από τα βασικά γνωρίσματα της κρίσης είναι η αντίθεση ανάμεσα στην έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας και στην καθήλωση των πραγματικών μισθών. Δηλαδή οι εργαζόμενοι παράγουν όλο και περισσότερο πλούτο και την ίδια στιγμή οι ταξικές ανισότητες μεγαλώνουν.
Η διέξοδος των αστικών δυνάμεων από τη σημερινή κρίση είναι αυτή μιας συνολικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η συγκεκριμένη διαδικασία περνάει μέσα από τη συνολική υποτίμηση της εργασίας. Το χρέος αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής και όχι το βασικό θέμα της σύγκρουσης. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πιο σκληρές μάχες δίνεται στον κομμάτι των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό τομέα. Σε ένα χώρο δηλαδή όπου οι αλλαγές δεν επηρεάζουν τον κρατικό προϋπολογισμό και το χρέος.
Οι συντελούμενες αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων εκδηλώνονται σε 5 βασικούς άξονες: Στην υποβάθμιση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης υπέρ των ευέλικτων μορφών εργασίας, στην αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων, στην ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας, στην απελευθέρωση των απολύσεων και, τέλος, στην σύγκλιση του εργασιακού καθεστώτος του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης .
Η ενίσχυση των ευέλικτων και επισφαλών μορφών απασχόλησης συντελέστηκε με μια σειρά από ρυθμίσεις όπου κατάργησαν περιορισμούς κάνοντας πιο εύκολες μορφές όπως η ενοικίαση εργαζομένων, η ανανέωση συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης και η εκ περιτροπής εργασία π.χ. ένας εργαζόμενος να δουλεύει μια φορά την εβδομάδα κάνοντας έτσι μόνο τέσσερα μεροκάματα το μήνα. Παράλληλα οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης γενικεύονται και στον δημόσιο τομέα την ίδια στιγμή με μία προσπάθεια ουσιαστικής μείωσης των εργαζόμενων σε αυτόν και την ουσιαστική ιδιωτικοποίηση πολλών δραστηριοτήτων του.
Στα τετράδια της φυλακής και συγκεκριμένα στις σημειώσεις του για τον Φορντισμό ο Γκράμσι έγραφε «η ηγεμονία πηγάζει από το εργοστάσιο». Αναφερόταν στις διαδικασίες μετασχηματισμού που είχε πυροδοτήσει το νέο εργασιακό πρότυπο και στις συνολικότερες αλλαγές που αυτό χρειαζόταν στο σύνολο της κοινωνικής ζωής των εργαζομένων έτσι ώστε να μετατραπεί σε μία νέα οργανική κοινωνική σχέση. Σήμερα η διάλυση της σταθερής εργασίας και των δικαιωμάτων που αυτή είχε αποτελεί το νέο ηγεμονικό σχέδιο του κεφαλαίου. Η επισφάλεια έχει μετατραπεί σε ένα νέο ηγεμονικό μηχανισμό κυριαρχίας που παράγει μια καινούργια κοσμοαντίληψη. Αναπαράγει την υποτίμηση της εργασίας ακόμα και στο επίπεδο της κουλτούρας μαθαίνοντας τους εργαζόμενους όχι απλά να ζούνε με λιγότερα, αλλά να έχουν συνολικότερα λιγότερες απαιτήσεις.
Ένας χαρακτηριστικός θεσμός που λειτουργεί με αυτό τον τρόπο είναι τα διάφορα προγράμματα κατάρτισης. Εκατομμύρια καταλήγουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι καταρτίζουν ανέργους. Στην πραγματικότητα τα συγκεκριμένα προγράμματα διαλύουν ακόμα περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις αφού οι συμμετέχοντες δεν έχουν κανένα εργασιακό δικαίωμα. Παράλληλα βοηθάνε τις επιχειρήσεις να μειώνουν το εργασιακό κόστος.
Βασικό κομμάτι της επίθεσης αποτέλεσε η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Με το καθεστώς που είχε δημιουργηθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις μέχρι τέλος του 2012 υπολογιζόταν ότι 8 στους 10 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα θα εργάζονταν με ατομικές συμβάσεις εργασίας, κάτι που θα σήμαινε περαιτέρω μειώσεις μισθών από 20% έως 48%. Παράλληλα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ατομική σύμβαση εργασίας συνεπάγεται συνολική αδυναμία διεκδίκησης δικαιωμάτων απέναντι στην τρομοκρατία της εργοδοσίας.
Τα παραπάνω είχαν τραγικά αποτελέσματα. Οι άνεργοι προσεγγίζουν πλέον τους 1.500.000, με το πραγματικό και όχι στατιστικό ποσοστό να ξεπερνά το 30%. Στην κατηγορία των ανέργων οι μακροχρόνια άνεργοι συνθέτουν την πλειοψηφία (το 75% από το 58% στην αρχή της κρίσης) ενώ στην κατηγορία των νέων ηλικίας έως 25 ετών η ανεργία εκτοξεύεται από το 29% στο 60%.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση έχουμε να απαντήσουμε ένα ακόμα βασικό ερώτημα. Η σημερινή σύγκρουση είναι μία σύγκρουση κρατών; Είναι μήπως μία σύγκρουση ανάμεσα στον βορά και στο νότο ή ανάμεσα στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη; Εμείς απαντάμε όχι. Είναι μία σύγκρουση εσωτερική σε κάθε κοινωνία και άρα είναι μία σύγκρουση ταξική. Οι κοινωνικές ανάγκες από τη μία μεριά, το κυνήγι για το κέρδος από τη άλλη. Στόχος μας σε αυτή τη σύγκρουση είναι όπως έλεγε ο Λένιν κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου «να νικήσουμε τη δική μας αστική τάξη».
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πολιτική που υλοποίησαν οι αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα δεν ήταν αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής από την Ε.Ε. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και τις διάλυσης των εργασιακών σχέσεων αποτελεί τον πυρήνα του προγράμματος των αστικών δυνάμεων τόσο στην Ελλάδα όσο και σε κάθε ξεχωριστή χώρα. Ο νεοφιλελευθερισμός και το πρόγραμμα υποτίμησης της εργασίας δεν αποτελεί ένα προϊόν εισαγωγής από τις Βρυξέλλες αλλά κατασκευάζεται μέσα στην Ελλάδα.
Στο δίλημμα που μας βάζουν να αποδεχτούμε τη σημερινή κατάσταση και να συνεχίσουμε την ίδια πολιτική ή αλλιώς να φύγουμε από το ευρώ απαντάμε: να πληρώσουν οι πλούσιοι. Η μοναδική απάντηση που προκαλεί αμηχανία και εκνευρισμό στον αντίπαλο μας. Μια απάντηση ταυτόχρονα ταξική και διεθνιστική και για αυτό πραγματικά επικίνδυνη για τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Δεν έχουμε κανένα να λόγο να αντικαταστήσουμε το σημερινό πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης με ένα πρόγραμμα νομισματικής υποτίμησης. Το κοινό και των δύο θα είναι η υποτίμηση της εργασίας ενώ την ίδια στιγμή θα παγιδευόμασταν σε μία στρατηγική ανταγωνισμού με όρους εθνικών οικονομιών και όχι ταξικών συμφερόντων.
Η δική μας απάντηση στη κρίση δεν περνάει γενικά μέσα από την καπιταλιστική ανάπτυξη που ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον μας δώσει τη δυνατότητα της αναδιανομής. Αντιστρέφει τη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και αναδιανομής και μετασχηματίζει το πλαίσιο της ανάπτυξης. Ο δικός μας δρόμος περνάει μέσα από την αναδιανομή εξουσιών και πόρων προς τα κάτω, προς τον κόσμο της εργασίας.
Πρέπει σήμερα να αγωνιστούμε για μία «νέα πρωτομαγιά». Ήρθε η ώρα μέσα στη κρίση να περάσουμε στην επίθεση. Πρώτα φορά στην ιστορία τους οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν συσσωρεύσει τέτοια ποσότητα πλούτου και την ίδια στιγμή τόσο μεγάλες ταξικές ανισότητες. Υπάρχουν όλες οι δυνατότητες σήμερα οι εργαζόμενοι να δουλεύουν λιγότερο και να απολαμβάνουν περισσότερα.
Η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αλλά με αύξηση του πραγματικού μισθού είναι ένα μόνο κομμάτι αυτής της στρατηγικής. Δεύτερο επίσης κρίσιμο μέγεθος είναι η καθιέρωση ενός κατώτατου μισθού που θα μας επιτρέπει να ζούμε με αξιοπρέπεια. Χρειάζεται να μιλήσουμε ξανά για τη δημοκρατία μέσα στην παραγωγή. Να μιλήσουμε ξανά για την αυτοδιαχείριση, για νέες μορφές κοινωνικών συνεταιρισμών που θα στηρίζονται στην αλληλεγγύη και στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι στον ανταγωνισμό και στο κυνήγι για το κέρδος.
Έχει διαμορφωθεί ένα μεγάλο εργατικό δυναμικό που κινείται συνεχώς σε μία γκρίζα ζώνη ανάμεσα σε ανεργία και επισφάλεια με αποτέλεσμα ακόμα και όταν εργάζεται να μην μπορεί να καλύψει βασικές του ανάγκες. Για αυτό η αντιμετώπιση της ανεργίας πρέπει να είναι οργανικά δεμένη με τον περιορισμό των ευέλικτων μορφών απασχόλησης που στην ουσία διαλύουν τις εργασιακές σχέσεις και τα εργασιακά δικαιώματα.
Το αν θα καταφέρουμε να προχωρήσουμε σε μία τέτοια κατεύθυνση θα κριθεί πρώτα από όλα στο επίπεδο της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης. Χρειαζόμαστε ένα εργατικό κίνημα που θα λειτουργεί πολιτικά με στόχο την ηγεμονία μέσα στην κοινωνία και όχι περιορισμένο σε συντεχνιακή λογική. Σήμερα δική μας δουλεία είναι να ανακαλύψουμε τα οργανωτικά σχήματα που θα επιτρέψουν στα σωματεία να γίνουν ξανά αποτελεσματικά για τους αγώνες και επικίνδυνα για την εργοδοσία.
Αυτή τη στιγμή η νέα κυβέρνηση που στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια πολύ δύσκολη μάχη. Στόχος του αντιπάλου είναι να ταπεινωθεί η νέα κυβέρνηση με το να αναγκαστεί να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα παρόμοιο με το μνημόνιο. Το επίδικο της σύγκρουσης δεν περιορίζεται στην οικονομία αλλά είναι βαθιά πολιτικό. Είναι βαθιά πολιτικό γιατί όλοι ξέρουν ότι στο βαθμό που μια κυβέρνηση της αριστεράς τα καταφέρει τότε υπάρχουν οι βάσεις η οικονομική κρίση να μετατραπεί σε μία συνολική κρίση ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Ένα από τα βασικά σημεία της σύγκρουσης είναι οι εργασιακές σχέσεις. Ζητάνε από τη νέα κυβέρνηση να «σεβαστεί» τις αλλαγές που έχουν γίνει και να προχωρήσει ακόμα περισσότερο στην διάλυση μέσα από τη συνολική απελευθέρωση των απολύσεων.
Δυστυχώς για αυτούς όμως εμείς θα ακολουθήσουμε ένα τελείως διαφορετικό δρόμο. Ήδη είναι έτοιμο το πρώτο νομοσχέδιο του υπουργείου εργασίας το οποίο όχι απλά επαναφέρει το παλιό πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις αλλά το βελτιώνει. Οι εργαζόμενοι/νες αποκτούν έτσι ένα σημαντικό όπλο. Επίσης επαναφέρουμε σταδιακά τον κατώτατο μισθό στο επίπεδο πριν τη κρίση. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι καμία νομοθετική παρέμβαση δεν είναι αρκετή αν δεν υπάρξει ένα εργατικό κίνημα που θα παλέψει και θα αλλάξει την κατάσταση μέσα στους εργασιακούς χώρους. Επίσης γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μια σειρά από δυνάμεις οικονομικές και πολιτικές εντός και εκτός Ελλάδας θα κάνουν και ήδη κάνουν ότι μπορούν για να ανατραπεί η κυβέρνηση. Είναι μία φράση που χρησιμοποιούμε μερικές φορές ότι «η κυβέρνηση της αριστεράς είναι αντιπολίτευση στο κράτος».
Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι η μεγαλύτερη συνεισφορά που μπορούν να προσφέρουν οι σύντροφοι του εξωτερικού στους αγώνες του ελληνικού λαού είναι να συνεχίσουν τους αγώνες τους για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού παντού. Η επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι/νες δεν γνωρίζει σύνορα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν θα σεβαστεί, ούτε το έκανε ποτέ στο παρελθόν, περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Η μοναδική πιθανότητα για τον κόσμο της δουλείας να υπερασπιστεί και να διευρύνει τα δικαιώματα του είναι η οργάνωση, η συλλογικότητα και η ταξική/διεθνιστική αλληλεγγύη.