Την Δευτέρα, το «ποτέ πια» του θανάτου ήρθε και φώλιασε στις καρδιές μας, μετεωρίζοντας συναίσθημα και λογική ανάμεσα στο πριν και το μετά.
Η Νίκη Παπαγιάννη δεν είναι πια ανάμεσά μας. Έχασε τη μάχη με τον θάνατο, αφού προηγουμένως αναμετρήθηκε με τη ζωή.
Αν αυτουργός του ανθρώπινου δράματος είναι η ελευθερία και η ανάγκη, η Νίκη υπηρέτησε και τα δύο με δωρική συνέπεια. Για κείνη η λάμψη της ορμής στάθηκε πιο συναρπαστική από την ευφορία της απόλαυσης.
Αυτή η στάση ζωής δεν ήταν τυχαία, αφού η Νίκη και ο αδελφός της ο Γιάννης μεγάλωσαν σε μια οικογένεια αριστερών αγωνιστών. Ο κύριος Παναγιώτης και η κυρία Ιουλία πλήρωσαν με διώξεις και φυλακίσεις την προσήλωσή τους στα αριστερά ιδεώδη. Ένα τέτοιο περιβάλλον δεν μπορούσε ν' αφήσει τη Νίκη ανεπηρέαστη.
Έτσι, μαθήτρια ακόμα 15 ετών, εν μέσω χούντας τη συνέλαβαν, γιατί κατά την έπαρση της σημαίας πλημμύρισε το προαύλιο του σχολείου με αντιδικτατορικές προκηρύξεις, που τα παιδιά είχαν κρύψει μέσα στη σημαία. Την έκλεισαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας Χολαργού και χρειάστηκε η παρέμβαση εισαγγελέα για να την αφήσουν ελεύθερη.
Το 1973, φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο, πήρε μέρος στις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις εναντίον της χούντας και του αστικού κράτους.
Παντρεύτηκε τον Ληξουριώτη αγωνιστή Τάσο Λουκέρη και απέκτησαν μια κόρη, τη Σοφία.
Το 1982, στην πρώτη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, διορίστηκε τοπογράφος μηχανικός στην Πολεοδομία Κεφαλλονιάς. Το 1984, επί υπουργίας Τρίτση, διώχθηκε μαζί με άλλους συναδέλφους και μετατέθηκε στη Μήλο. Αυτό την ανάγκασε σε παραίτηση και ακολούθησε τον σκληρό δρόμο του ελεύθερου επαγγέλματος. Από οποιαδήποτε θέση, είτε του δημόσιου είτε του ελεύθερου επαγγελματία, η Νίκη υπηρέτησε με βάση τις αρχές της: εντιμότητα, ευθύτητα, αίσθηση ευθύνης και δικαίου.
Η Νίκη δεν έχασε ποτέ το βλέμμα και την καθαρότητα της σκέψης του μικρού παιδιού που παρατηρεί, εκπλήσσεται και θαυμάζει τον φυσικό κόσμο γύρω του. Αυτή η παρατήρηση την οδήγησε στη γνώση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπερβεί τους καθορισμούς της φύσης, γιατί αυτό οδηγεί στην ύβρι. Συμπέρασμα που με ένα μοναδικό τρόπο, και πολλές φορές ενάντια στα επαγγελματικά της συμφέροντα, έβρισκε εφαρμογή στον τρόπο άσκησης του επαγγέλματός της, ασκώντας μ' αυτόν τον τρόπο και έναν παιδευτικό ρόλο με όλους όσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί της.
Ακόμα και όταν έπαψε πια να χωράει στα στενά όρια κάποιου στενού κομματικού σχηματισμού, δεν έχασε ποτέ την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Αλλά ούτε και την ικανότητα να σκέφτεται και να ερμηνεύει τον κόσμο με μαρξιστικό διαλεκτικό τρόπο συνδυάζοντας ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα. Μπορούσε να ταξιδέψει στη βία της ιστορίας δίνοντας νόημα και πλούτο στην εσωτερικότητά της.
Πράγμα που αντανακλούσε και φώτιζε και όσους είχαμε την τύχη να μας τιμά με τη φιλία της.
Άνθρωπος της ανιδιοτελούς προσφοράς χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Οι φίλοι της Σταυρούλα Ζερβέα, Ελένη Τζιβρά - Χιόνη, Γιάννης Ψαρράς, Βρισηίδα Χάλδα, Λένα Αντωνάτου, Πέτρος Πετράτος, Βασίλης Πινιατώρος, Αφροδίτη Θεοπεφτάτου, Έλενα Βουτσινά, Παναγής Μοσχόπουλος, Γιάννης Απέργης, Μάκης Χιόνης.