ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗ
Aναπτυξιακή πολιτική για την Ευρωζώνη προτείνει ο Έκχαρντ Χάιν, καθηγητής Οικονομικών στο Βερολίνο ο οποίος ανήκει στην μετα-κεϋνσιανή σχολή και έχει ειδικότερα μελετήσει τις πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος. Όπως υποστηρίζει στη συνέντευξη "χωρίς μία τέτοια αλλαγή, η Ευρώπη είναι καταδικασμένη στη στασιμότητα και την ύφεση". Ο Έκχαρντ Χάιν τονίζει ότι το γερμανικό μοντέλο με τις εξαγωγές, τη συμπίεση των μισθών και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων απέτυχε να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση.
* Πώς αξιολογείτε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη;
Η Ευρωζώνη είναι σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Δίνεται βέβαια η εντύπωση πως έχει ξεπεραστεί η κρίση, όμως αν κοιτάξει κανείς τα μακροοικονομικά δεδομένα, θα διαπιστώσει την πραγματική κατάσταση. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη στη Γερμανία έπειτα από δύο χρόνια στασιμότητας είναι ασθενική και εξαρτάται από το μοντέλο της εξαγωγικής επέκτασης και δημιουργίας εμπορικών πλεονασμάτων. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας έχει φθάσει πάλι στα προ κρίσης επίπεδα (7% του ΑΕΠ). Το μοντέλο αυτό θεωρείται σήμερα success story στη Γερμανία, όμως αυτό είναι εντελώς παραπλανητικό, γιατί η Γερμανία φάνηκε απλώς τυχερή, καθώς ανέκαμψε γρήγορα από την κρίση επειδή η δομή των εξαγωγών της (βλ. μηχανολογικός εξοπλισμός και άλλα κεφαλαιουχικά αγαθά, αυτοκίνητα κ.λπ.) ταίριαζε καλά με τη ζήτηση από τις αναδυόμενες οικονομίες. Την ίδια ώρα η Γαλλία και η Ιταλία βρίσκονται ουσιαστικά σε στασιμότητα. Κι αν υπάρχει κάποια ανάκαμψη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της ευρωπαϊκής περιφέρειας, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι οικονομίες τους είχαν καταρρεύσει πρωτύτερα και συνεπώς είναι φυσιολογικό να υπάρχει κάποια θετική μεταβολή. Μόνη εξαίρεση ίσως είναι η Ιρλανδία, η οποία είχε εμπορικό πλεόνασμα και ήταν εξαγωγικά προσανατολισμένη ήδη πριν από την κρίση. Έτσι, το εξαγωγικό μοντέλο που προώθησε η Γερμανία στην Ε.Ε., δηλαδή της συμπίεσης των μισθών, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και του δημοσιονομικού φρένου στο χρέος, απέτυχε δραματικά να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση.
* Γιατί, παρ' όλα αυτά η Ευρώπη απέφυγε την κατάρρευση;
Η κατάρρευση απετράπη μέχρι στιγμής χάρη στην ΕΚΤ και την πολιτική της, η οποία επιστράτευσε μη συμβατικά νομισματικά μέτρα για να μη διαλυθεί η Ευρωζώνη. Όμως, η ΕΚΤ υποστηρίζει τις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας και εργασιακής απορρύθμισης και είναι υπεύθυνη για το κυρίαρχο αποτυχημένο μοντέλο πολιτικής. Η επεκτατική νομισματική πολιτική από μόνη της δεν αρκεί για να βγάλει την Ευρωζώνη από την κρίση. Μπορεί η ΕΚΤ να μειώσει ή και να μηδενίσει τα επιτόκια δανεισμού μέσω αγορών καλυμμένων ομολόγων και κρατικών ομολόγων, όμως δεν μπορεί να παρακινήσει τις ιδιωτικές επενδύσεις γιατί αυτές προϋποθέτουν θετικές επενδυτικές προσδοκίες για αύξηση των πωλήσεων, δηλαδή της ζήτησης. Όταν όμως συνθλίβεις τη μισθωτή εργασία και δεν επιτρέπεις στις κυβερνήσεις να παρέμβουν για να παράσχουν την απαιτούμενη ζήτηση, τότε η μόνη συνιστώσα της ζήτησης που απομένει είναι η εξαγωγική ζήτηση. Έτσι, η πολιτική αυτή καθιστά την Ευρωζώνη μία διευρυμένη Γερμανία.
* Και τι εμποδίζει την Ευρώπη να υιοθετήσει αποτελεσματικά το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο;
Μπορεί να λειτουργήσει για μία χώρα μεμονωμένα, αλλά όχι για όλες τις χώρες ταυτόχρονα, αν και στην περίπτωση της Γερμανίας πριν από την κρίση δεν μπορούμε καθόλου να μιλήσουμε για success story. Η Γερμανία ήταν ο ασθενής της Ευρώπης, αφού είχαμε χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης και υψηλά επίπεδα ανεργίας.
* Εξαιτίας της γερμανικής ενοποίησης;
Όχι, εξαιτίας της εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής. Η ενοποίηση ενίσχυσε τη ζήτηση της γερμανικής οικονομίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90, οπότε και τερματίστηκε από την αλλαγή πολιτικής της Μπούντεσμπανκ, και στα τέλη της δεκαετίας από την υιοθέτηση περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής και συμπίεσης των μισθών προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα τιμών των Γερμανών παραγωγών. Έτσι, μέχρι την κρίση του 2008, η Γερμανία ήταν ο ασθενής της Ευρώπης κι αν ανέκαμψε έκτοτε οφείλεται στην προσπάθεια υιοθέτησης του γερμανικού μοντέλου από τις λοιπές χώρες της Ε.Ε. Η Γερμανία ωφελήθηκε μετά το 2008 από την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και ειδικά των αναδυόμενων οικονομιών, αλλά τώρα παρατηρούμε τα όρια αυτής της επέκτασης γιατί ήδη η Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες έχουν επιβραδύνει τους ρυθμούς ανάπτυξής τους. Συνεπώς, δεν θα συνιστούσα την εφαρμογή του γερμανικού μοντέλου στις άλλες χώρες - μέλη της Ευρωζώνης. Η Ευρωζώνη χρειάζεται να έχει κάποιον μεγάλο εμπορικό εταίρο στον κόσμο πρόθυμο να διατηρεί ανάλογα εμπορικά ελλείμματα. Μήπως λοιπόν θα έπρεπε να περιμένουμε τις ΗΠΑ να τονώσουν τη ζήτηση της οικονομίας τους για να εξάγουμε ή μήπως να προσδοκούμε οι ασιατικές χώρες να μετατρέψουν τα δικά τους εμπορικά πλεονάσματα σε ελλείμματα; Πιστεύω πως αυτή είναι μία εσφαλμένη στρατηγική και πως αυτό που έχουμε ανάγκη είναι ένα μοντέλο που να βασίζει την ανάπτυξη της Ε.Ε. στη ζήτηση την οποία θα οδηγεί η αύξηση των εγχώριων εισοδημάτων.
* Αν το γερμανικό μοντέλο των εξαγωγών και του δημοσιονομικού φρένου στο χρέος είναι αδιέξοδο, ποιες άλλες εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν, δεδομένου ότι στην Ελλάδα προβάλλεται ως διέξοδος η έξοδος από το ευρώ;
Δεν πιστεύω πως η έξοδος από το ευρώ αποτελεί επιλογή, επειδή επιβαρύνεται με πολλούς κινδύνους. Το χρέος σας θα πρέπει να αποπληρωθεί σε ανατιμημένο έναντι του εθνικού νομίσματος ευρώ, αφού θα επιστρέψετε στη δραχμή για να την υποτιμήσετε ως μέσο τόνωσης της οικονομίας. Όμως, με την υποτίμηση θα αυξηθούν πολύ οι τιμές των εισαγωγών σας και ο πληθωρισμός επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής.
* Αν όμως η έξοδος από το ευρώ γίνει με στόχο τη διαγραφή χρέους;
Ναι, αλλά τότε το ερώτημα είναι πού θα βρείτε τις πιστώσεις σε ξένο συνάλλαγμα για να πληρώσετε τις εισαγωγές σας. Με τι θα πληρώσετε το εισαγόμενο πετρέλαιο και τα επενδυτικά αγαθά που χρειάζεστε για την παραγωγή σας; Είναι μία πολύ επικίνδυνη επιλογή κι όσοι προτείνουν το παράδειγμα της Αργεντινής ξεχνούν πως η βιομηχανική βάση της χώρας αυτής ήταν πολύ ισχυρότερη της ελληνικής. Συνεπώς, νομίζω πως αντί για την έξοδο από το ευρώ θα έπρεπε να αξιοποιήσετε κάθε επενδυτική ευκαιρία που διανοίγεται, όπως π.χ. με το επενδυτικό πρόγραμμα Γιούνκερ των 300 δισ. ευρώ το οποίο, αν και δεν γνωρίζουμε ακόμη πως θα χρηματοδοτηθεί, πρέπει να εστιαστεί στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπου η έλλειψη ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων είναι δραματική. Ένα δεύτερο βήμα είναι η προσπάθεια μεταβολής της κυρίαρχης γερμανικής πολιτικής στην Ε.Ε. του δημοσιονομικού φρένου και της λιτότητας, ακολουθώντας το παράδειγμα αντίστασης που προβάλλουν Γαλλία και Ιταλία στις γερμανικές αξιώσεις. Ασφαλώς είναι δύσκολο να τεθεί στην ατζέντα και να αλλάξει το δημοσιονομικό σύμφωνο, όμως μπορεί να πραγματοποιηθεί. Χρειάζεται να συγκροτηθούν κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες και να αγωνιστούν για τη διεύρυνση του περιθωρίου άσκησης αναπτυξιακής δημοσιονομικής πολιτικής. Χωρίς μια τέτοια αλλαγή, η Ευρώπη είναι καταδικασμένη στη στασιμότητα και την ύφεση.
* Πιστεύετε πως η ίδια η κρίση είναι ικανή να επισπεύσει τη διαδικασία της οικονομικής και δημοσιονομικής ενοποίησης στην Ευρωζώνη ή μπορεί να οδηγηθούμε σε διάλυσή της;
Φοβάμαι πως δεν θα δούμε ευρωπαϊκή ενοποίηση τα αμέσως επόμενα έτη. Γι' αυτό πρέπει να αγωνιστούμε να διευρύνουμε τα περιθώρια άσκησης ενεργής δημοσιονομικής πολιτικής στο υπάρχον πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωζώνης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Γερμανία στο παρελθόν, οποτεδήποτε πιέστηκε από φυγόκεντρες τάσεις στην Ε.Ε. έκανε παραχωρήσεις.
* Τι περιθώρια έχει μια αυριανή κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα να γίνει αποδεκτή ως συνομιλητής και διαπραγματευτής από το γερμανικό και ευρωπαϊκό κατεστημένο;
Νομίζω η Ιστορία μάς έχει δείξει πως μεμονωμένες χώρες και κυβερνήσεις έχουν μικρά περιθώρια να κινηθούν αποτελεσματικά στην Ε.Ε. Η λύση σε αυτή την κρίση μπορεί να προέλθει μόνον από μία κοινή προσπάθεια, στην οποία η Γερμανία πρέπει να υποχρεωθεί να συμφωνήσει. Συνεπώς, μια ελληνική αριστερή κυβέρνηση πρέπει αύριο να επιδιώξει τη συγκρότηση συνασπισμών και συμμαχιών εντός της Ε.Ε. ικανών να ασκήσουν τέτοια πίεση στη Γερμανία. Δεν πιστεύω πάντως πως ο εθνικός δρόμος αποτελεί λύση.