Της Ελένης Τσερεζόλε
Οι Αμερικανοί παραμένουν σταθερά προσκολλημένοι στην κουλτούρα της οπλοκατοχής. Παρά τον πολλαπλασιασμό των αιματηρών περιστατικών, με θύματα σε πολυσύχναστους χώρους, όπως σχολεία, πανεπιστήμια, σούπερ μάρκετ κ.ά. Του λόγου το αληθές το επιβεβαίωσε (ξανά) πρόσφατη έρευνα που δημοσιοποίησε το ερευνητικό κέντρο Pew, σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών θεωρεί σημαντικότερο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα οπλοκατοχής από τις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει την πρόσβαση σε όπλα...
Συγκεκριμένα, το 52% των Αμερικανών υποστηρίζει την οπλοκατοχή, έναντι 46% που στηρίζουν τον έλεγχο των όπλων. Και τούτο είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει τα τελευταία 20 χρόνια. Το 2009, ήταν 29% εκείνοι που πίστευαν στην οπλοκατοχή έναντι του ελέγχου των όπλων. Το 2013 το ίδιο ποσοστό είχε σκαρφαλώσει στο 45%. Παράλληλα, η έρευνα έδειξε ότι η κοινότητα των Αφροαμερικανών θεωρεί σε μεγάλο βαθμό ότι η οπλοκατοχή προστατεύει περισσότερο και δεν απειλεί την ασφάλεια των πολιτών. Μόλις το 2012 το ίδιο ποσοστό ήταν 29%... Σε ό,τι αφορά τη λευκή κοινότητα, η αύξηση του ίδιου ποσοστού ήταν λιγότερο εντυπωσιακή: από 54% στο 62%. Συνολικά το ποσοστό των Αμερικανών που θεωρούν ότι η οπλοκατοχή προστατεύει τους ανθρώπους και δεν τους απειλεί ανέρχεται στο 57% έναντι 38%.
«Σε κάποιο βαθμό, πρόκειται για την επέκταση μιας τάσης» εξηγεί στους Νιου Γιορκ Τάιμς η Ζοσλίν Κίλεϊ, αναπληρώτρια διευθύντρια ερευνών στο Κέντρο Pew, η οποία συμπλήρωσε: «Μπορεί η περίπτωση του Νιούταουν να καθυστέρησε κάπως αυτή την τάση». Στις 14 Δεκεμβρίου του 2012 ο 20χρονος Άνταμ Λάνζα πυροβόλησε και σκότωσε 20 παιδιά και 6 ενήλικες στο Δημοτικό σχολείο στο Νιούταουν, πριν αυτοκτονήσει. Επρόκειτο για μία από τις φονικότερες τέτοιου είδους επιθέσεις στην ιστορία της χώρας. Αμέσως μετά από την υπόθεση αυτή, το 48% των πολιτών δήλωσε ότι τα όπλα προστατεύουν τους ανθρώπους και το 37% ότι τους απειλούν.
Ωστόσο η σχέση των Αμερικανών με τα όπλα είναι περίπλοκη. Πολλώ δε μάλλον που υπάρχουν και οι επικριτές της έρευνας του κέντρου Pew, οι οποίοι υπογραμμίζουν το θέμα του τρόπου που τέθηκαν οι ερωτήσεις. Συγκεκριμένα, ο Ντάνιελ Γουέμπστερ, διευθυντής του Κέντρου Τζον Χόπκινς για την Πολιτική και την Έρευνα για τα Όπλα, τόνισε ότι τα ερωτήματα μπορεί να μην ήσαν απολύτως ακριβή έτσι ώστε να αποτυπώσουν την πλήρη εικόνα του θέματος. «Η ερώτηση του Pew δίνει έμφαση στη μία πλευρά, στη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων έναντι της περιστολής της οπλοκατοχής», επισήμανε ο ίδιος. «Η έμμεση και λάθος προσέγγιση είναι ότι οι κανόνες στην πώληση όπλων παραβιάζουν τα δικαιώματα των πολιτών που κατέχουν όπλα και ελέγχουν την ικανότητά τους να έχουν όπλα. Η πραγματικότητα είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων για τα όπλα περιορίζουν την ικανότητα των εγκληματιών και άλλων επικίνδυνων ανθρώπων να αποκτήσουν όπλα και θέτουν μικρά εμπόδια στους δυνητικούς αγοραστές τους, όπως έλεγχο του ιστορικού τους».
Πάντως η αντιπαράθεση στο θέμα του ελέγχου των πωλήσεων όπλων, δείχνει πόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από το 1967, όταν ο Λίντον Τζόνσον χρησιμοποιούσε τα ίδια επιχειρήματα με τον Μπάρακ Ομπάμα, πενήντα χρόνια μετά. Ο Ομπάμα επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, μετά το φονικό στο Νιούταουν να περάσει έστω μια πιο «ελαφριά» εκδοχή σε σχέση με την αρχική ενός νόμου για τον περιορισμό των πωλήσεων όπλων. Χωρίς αποτέλεσμα...