Το κείμενο που ακολουθεί, και που η Εθνική Λειτουργική Επιτροπή ανέθεσε να το γράψει ο Μάρκο Ρεβέλι, τίθεται ως βάση στη συζήτηση για την ανανέωση και την επαναδρομολόγηση του σχεδίου της «Άλλης Ευρώπης».
Μια συζήτηση που είναι πολιτική και όχι στο πλαίσιο των τροποποιήσεων του κειμένου, που δεν διεξάγεται με ιεραρχικό τρόπο, αλλά είναι άμεσα ανοικτή στη συμμετοχή και τη συνεισφορά όλων.
Με αυτό τον τρόπο κάνουμε μια προσπάθεια να προκαλέσουμε μια πραγματική αντιπαράθεση στη σημερινή φάση, όχι ασφαλώς να προσφέρουμε « τις θέσεις του νέου κόμματος». Εκτός αυτού το κείμενο του Ρεβέλι δεν εμβαθύνει τα σχετικά θέματα που αφορούν την ταυτότητα και το πρόγραμμα. Προτείνει να εστιάσει την προσοχή του στις βασικές πτυχές του πολιτικού πλαισίου που ωρίμασαν μετά τις 25 Μαΐου, σχετικά με την ευρωπαϊκή κατάσταση και κυρίως την ιταλική κατάσταση, που σημαδεύτηκε ιδιαιτέρως από την επιτάχυνση του Ρέντσι και τη γενετική μεταλλαγή του Δημοκρατικού Κόμματος.
Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τις συντεταγμένες της συζήτησής μας στο «τι να κάνουμε» τους επόμενους μήνες με μερικά λεπτά θέματα και πρώτα απόλα τη σχέση ανάμεσα στη δράση μας στην Ιταλία και τη δράση μας στην Ευρώπη, την κριτική μας στο «ρεντσισμό» και το Δημοκρατικό Κόμμα, την πραγματική διάκριση αυτού του σχεδίου μας.
Προτείνει την έναρξη μιας «ιδρυτικής διαδικασίας, που θα έχει ως στόχο την οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού πολιτικού υποκειμένου της αριστεράς και των δημοκρατικών Ιταλών». Υποδεικνύει ως ποιοτικό στόχο τη δημιουργία ενός ενωτικού και πλουραλιστικού ψηφοδελτίου για τις επόμενες πολιτικές εκλογές «σε βαθμό να ενώσει όλες τις συνιστώσες μιας αριστεράς που δεν παραδόθηκε στην ευρωπαϊκή λιτότητα και την αυταρχική ιταλική έκδοσή της που ενσαρκώνει ο ρεντσισμός».
Δεν αποτελεί λοιπόν ένα σημείο που θα καταλήξει, αλλά που θα ξεκινήσει η συζήτηση. Ασφαλώς μπορεί να το δει κανείς πολύ ανοικτό ή πολύ κλειστό, πολύ ευρύ ή πολύ βιαστικό. Στο βάθος υπάρχει η αίσθηση της προϋπόθεσης όλων: το πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομική και χρηματοοικονομικής κρίσης, η δομική κρίση του «συστήματος», για την οποία δεν διαφαίνεται η επίλυση και από την οποία όλες οι δομές καταλήγουν να μεταλλαχτούν ριζικά. Αποτελούν τα θέματα πάνω στα οποία θα πρέπει όλοι μαζί εργαστούμε σε βάθος, από τη στιγμή που θα συμφωνήσουμε πως και γιατί είμαστε μαζί, με μια συζήτηση που από σήμερα θέλει να εμπλέξει όλους τους ενδιαφερόμενους συλλογικούς φορείς και τα άτομα, εντός και εκτός της εμπειρίας μας, ανανεώνοντας και προβάλλοντας στο μέλλον τις αιτίες της συμφωνίας που ίδρυσε και έδωσε ζωή στην πορεία της «Άλλης Ευρώπης».
«Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα» - Εθνική Λειτουργική Επιτροπή
---------------------------------------------------------------------------------------
Αγαπητοί μου,
για να μην καλλιεργούν υπερβολικές προσδοκίες για αυτό το κείμενο, σας υπενθυμίζω, ότι πρόκειται μόνο για ένα σχέδιο, που αποσκοπεί στη παρούσα συζήτησή μας, ενώ θα ήθελα να επισημάνω ότι:
1.Δεν αποτελούν «θέσεις» του νέου κόμματος. Δεν ασχολείται με όλα αυτά που θα πρέπει να οικοδομήσουν την ταυτότητά μας. Ούτε με το πρόγραμμά μας, το μέγιστο ή το ελάχιστον που θα θέλαμε. Το κείμενο έχει τον πιο μετριοπαθή σκοπό να εστιάσει σε μερικές πτυχές του πολιτικού πλαισίου που ωρίμασαν μετά τις 25 Μαΐου, γιατί μέχρι τότε αυτό που μας ένωνε το γνωρίζαμε, για ότι αφορά την κατάσταση στην Ευρώπη που δημιουργήθηκε μετά τις ευρωεκλογές και την κατάσταση στην Ιταλία, και κυρίως από την επιτάχυνση που σημείωσε ο Ρέντζι και τη γενετική αλλαγή του Δημοκρατικού Κόμματος.
2.Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τις συντεταγμένες της συζήτησή μας στο «τι να κάνουμε» τους επόμενους μήνες, όχι σε όλη τη ζωή μας. Kυρίως σε ότι αφορά μερικά λεπτά θέματα: τη σχέση ανάμεσα στη δράση στην Ιταλία και τη δράση στην Ευρώπη, την αξιολόγηση του «ρεντσισμού», που εκτιμώ πως αποτελεί την πραγματική διάκριση ανάμεσα σε όποιον «είναι μέσα» και όποιον «είναι εκτός» του σχεδίου, και σε συνδυασμό με αυτό, την κριτική στο Δημοκρατικό Κόμμα και την αδυναμία ανάκτησής του ως κόμματος για μια συζήτηση στην αριστερά, τα στάδια της δική μας «ιδρυτικής διαδικασίας» και τη σχέση ανάμεσα στους ποιοτικούς στόχους, την παρουσίαση δηλαδή ενός ψηφοδελτίου ικανού να αντιπαρατεθεί με το Ρέντσι στις επόμενες εθνικές πολιτικές εκλογές, και τα βήματα που θα αξιολογηθούν ως κινήσεις τακτικής.
3. Δεν αποτελεί δηλαδή ένα τερματικό σημείο, αλλά ένα σημείο εκκίνησης της συζήτησης. Ασφαλώς κάποιος θα το βρει πολύ ανοικτό (γιατί συμπεριλαμβάνει πολλούς), και άλλοι πολύ κλειστό (γιατί αποκλείει πολλούς), πολύ ευρύ (για όλο αυτό το βάσανο ανάλυσης του ρεντσισμού), ή πολύ βιαστικό (γιατί λείπει ένα δομημένο πρόγραμμα, υπάρχει μικρή αναφορά στα σύνθετα οικονομικά προβλήματα, υπάρχει μικρή αναφορά στο περιβάλλον, υπάρχει μικρή αναφορά στην εξωτερική πολιτική και τον πόλεμο). Κυρίως παραμένει στο φόντο, αλλά αποτελεί και το ζητούμενο όλης της υπόθεσης, το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης: τη μεγαλύτερη δομική κρίση που πέρασε ποτέ το «σύστημα», που κανείς σήμερα δεν βλέπει την επίλυσή της και από την οποία όλες οι δομές θα καταλήξουν να μετασχηματιστούν ριζικά. Αποτελούν τα θέματα πάνω στα οποία θα πρέπει να εργαστούμε όλοι μαζί, από τη στιγμή που θα συμφωνήσουμε πως και γιατί θα είμαστε μαζί.
4. Εάν από αυτή την εργασία αναπτυχθεί η χρήση τουλάχιστον μιας κοινής γλώσσας και ο προσδιορισμός των σημαντικών θεμάτων που θα συζητήσουμε, τότε δεν θα είναι άχρηστη.
Γράφοντας αυτά εύχομαι καλή δουλειά σε όλους.
Μάρκο Ρεβέλι
-------------------
«Να αλλάξουμε την Ευρώπη για να σώσουμε την Ιταλία». Έτσι θα μπορούσαμε να συνθέσουμε την πρόταση που «Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα» έθεσε στο κέντρο της προηγούμενης προεκλογικής εκστρατείας. Σήμαινε ότι το πραγματικό παιχνίδι, αυτό από το οποίο μια χώρα επιβιώνει ή πάει κάτω, παιζόταν στη δυνατότητα να ανατραπεί ολόκληρο το οικοδόμημα των ευρωπαϊκών πολιτικών που υποστηρίζεται από τις ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επικεντρώνονται στη λιτότητα. Χωρίς μια ουσιαστική και ριζοσπαστική τροποποίηση αυτών των κοινοτικών πολιτικών η Ιταλία θα καταδικαστεί ή σε μια απότομη πτώχευση, σε περίπτωση εξόδου από το Ευρώ, ή σε μια μακρά αγωνία, σε περίπτωση παραμονής της στη ζώνη του.
Τώρα είναι ανάγκη να συμπληρώσουμε ένα δεύτερο βήμα: «Ν' αλλάξουμε την Ιταλία για ν' αλλάξουμε την Ευρώπη». Γιατί η Ευρώπη δεν «άλλαξε προς την τάδε κατεύθυνση». Παρόλο που οι ευρωπαϊκές εκλογές κατοχύρωσαν την απονομιμοποίηση των «πλατιών συμμαχιών» (του Ευρωπαϊκού Λαϊκού και Σοσιαλιστικού Κόμματος, των δύο κομμάτων που συνέταξαν αυτή τη συμφωνία και που έχασαν και τα δύο ψηφοφόρους μπροστά σε μια αποχή που ξεπέρασε κατά πολύ το 50%, ενώ αυξάνεται επικίνδυνα το κύμα των λαϊκισμών της δεξιάς). Παρόλο που η επίπονη και αδιάλλακτη αντιπολίτευση της αριστεράς αυξήθηκε κυρίως στις χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, ο γερμανικός άξονας Μέρκελ – Σουλτζ επαναπροτάθηκε και επιβλήθηκε σε ολόκληρη την ήπειρο. Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή όχι μόνο αναπαράγει τις γραμμές της προηγούμενης, αλλά είναι χειρότερη, όπως με ακρίβεια και έγκυρα κατήγγειλαν οι ευρωβουλευτές μας Ελεονόρα Φορέντζα, Κούρτσιο Μαλτέζε και Μπάρμπαρα Σπινέλι, που της αντιστάθηκαν σθεναρά μαζί με όλη την ομάδα της GUE. Τη σημερινή Κομισιόν, που αποτελείται από 13 Επιτρόπους του Λαϊκού Κόμματος, 7 σοσιαλιστές, 5 φιλελεύθερους και 1 συντηρητικό, που την ήθελε η Μέρκελ και τέθηκε κάτω από τον έλεγχο των γερακιών, δεν θα κάνει τίποτε άλλο από το να επιδεινώσει την ήδη δραματική κατάσταση. Η Ευρώπη θα συνεχίζει να δουλεύει σαν μια μεγάλη «αυτοκρατορική μηχανή» με στόχο να απορροφά πόρους από τα κάτω, από τον κόσμο της εργασίας, και τις περιφέρειες, κυρίως τη ζώνη της Μεσογείου, για να τους μεταφέρει στους πάνω, τα κανάλια του χρηματοοικονομικού τομέα, και το κέντρο, τις «ισχυρές χώρες». Αυτός είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούν την κρίση οι εξουσίες, κυρίως του χρηματοοικονομικού τομέα, που ελέγχουν την ευρωπαϊκή πολιτική που ενσαρκώνουν οι «πλατιές συμμαχίες»: από την εργασία στο κεφάλαιο. Από το μισθό στο κέρδος. Από τις αδύναμες στις ισχυρές χώρες. Από την πραγματική οικονομία στο χρηματοοικονομικό κύκλωμα, σύμφωνα με ένα μηχανισμό που συνεχίζει να αυξάνει τις ανισότητες, που ήδη βρίσκονται σε σκανδαλώδη επίπεδα, και την αδικία. Αυτή είναι η ουσία των αποκαλούμενων «μεταρρυθμίσεων», που απαιτούνται μανιωδώς: επίθεση στο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των διαφόρων χώρων των εργασίας, ιδιωτικοποίηση σε ότι απομένει από τη δημόσια περιουσία και που μπορεί να γίνει αντικείμενο μπίζνας, μείωση των δημοσίων δαπανών και της απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση, κατάργηση των δεσμεύσεων εναντίον της απογύμνωσης του δημόσιου τοπίου, του καλλιτεχνικού και εδαφικού πεδίου και τη ρευστοποίησή της ίδιας της έννοιας του «κοινού αγαθού» στο όνομα της ιδιωτικής οικονομικής χρήσης τους. Το Μνημόνιο που επιβλήθηκε στην Ελλάδα τώρα γενικεύτηκε σε ηπειρωτική κλίμακα.
Όχι μόνο. Αυτή η Ευρώπη που είναι κλειστή στους εγωισμούς της και στις ανισότητες στο εσωτερικό της εμφανίζει ένα απρεπές πρόσωπο, στο πολιτικό και το ηθικό επίπεδο, ακόμη και στο εξωτερικό της: από την απόλυτη απουσία από την ατζέντα της, αλλά και από το διανοητικό της ορίζοντα των χλωμών προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της, των μεγάλων θεμάτων που αποφασίζουν για το πεπρωμένο ολόκληρης της ανθρωπότητας, όπως το κοσμοϊστορικό πρόβλημα της αυξημένης επιδείνωσης του περιβάλλοντος και του κλίματος, τις προκλήσεις της ενέργειας και τη μη βιωσιμότητα του μοντέλου που θεμελιώθηκε σε μια αδύνατη απεριόριστη ανάπτυξη, την ολοκληρωτική εμπορευματοποίηση των πηγών και των πόρων της ζωής εναντίον των ίδιων των αναγκών της. Για να μη μιλήσουμε για τις πολιτικές για τη μετανάστευση, με σκανδαλώδες παράδειγμα το κλείσιμο του «Κάστρου Ευρώπη», κωφού, τυφλού και μουγγού μπροστά στη διαρκή σφαγή που καταναλώνεται κατά μήκος των συνόρων του, μάρτυρας και συνεργός ενός ατελείωτου και επαναλαμβανόμενου εγκλήματος εναντίον της ανθρωπότητας και μιας εξωτερικής πολιτικής που όχι μόνο δεν κατάφερε να αποτρέψει και να αποφύγει ένα πόλεμο, σύμφωνα με την έμμεση εντολή που πήρε το 1945 για να διαγράψει τον πόλεμο από την ιστορία του κόσμου, αλλά τον έσπειρε παντού γύρω της με ηλίθιες και ένοχες αποφάσεις, από την Ουκρανία (ευαίσθητη χώρας – γέφυρας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, η ισορροπία της οποίας θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί σαν ένα πολύτιμο αγαθό, ενώ αντίθετα παρασύρθηκε από μιας σειρά ασυνάρτητων αποσταθεροποιητικών παρεμβάσεων) έως τη Λιβύη, τη Συρία και το ίδιο το Ιράκ…
Αυτή που θα μπορούσε να ήταν, σύμφωνα με μια εύστοχη φράση, μια «μεγάλη πολιτιστική δύναμη» μετατράπηκε σε ένα στενό συνονθύλευμα συμφερόντων, κλειστό στο θολό κύκλο της μπίζνας και του ισχυρού χρηματοοικονομικού τομέα, ως μοναδικού κριτηρίου κατεύθυνσης των πολιτικών της.
Αυτός ο κύκλος πρέπει να σπάσει. Με την κινητοποίηση από τα κάτω, ισχυρή, διεθνική, ηπειρωτικών διαστάσεων, που να ενώνει πέρα από τα εθνικά σύνορα (και τους εθνικισμούς) τους Ευρωπαίους που δεν αποδέχονται αυτό το πεπρωμένο, ξεκινώντας από τα θύματα από της συγκεκριμένης χρήσης της κρίσης και των πολιτικών της. Αλλά και με μια πρωτοβουλία που να βλέπει πρωταγωνιστές τα Κράτη που πλήγηκαν περισσότερο, διαμέσου μιας πολιτικής συμμαχιών που θα δημιουργήσουν ένα εναλλακτικό μέτωπο εναντίον της συναγωγής των φονταμενταλιστών της Λιτότητας και των θεματοφυλάκων της Δημοσιονομικής Πειθαρχίας, που επιβραβεύει μόνο τους προνομιούχους, τους άπληστους πιστωτές έναντι μιας μάζας καταχρεωμένων ατόμων που δεν μπορεί παρά να αυξάνεται τροφοδοτώντας στο άπειρο το μηχανισμό της κρίσης και της ανισότητας που υπάρχει στη βάση της. Ένα μέτωπο που να έχει στο κέντρο του τα 10 σημεία που είχαμε ήδη θέσει στις ευρωεκλογές, σε αντίθεση με την πολιτική και την ιδεολογία των «πλατιών συμμαχιών», στις οποίες απεναντίας δυστυχώς είναι ολοκληρωτικά εξαρτημένη η σημερινή ιταλική κυβέρνηση, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Ματέο Ρέντσι και τη ρητορική που συνόδευσε το πανηγύρι του «ιταλικού εξαμήνου». Ανάμεσα στις αιτίες του μοιραίου 40,8%, που πιστοποίησε την αγιοποίησή του, όπως η διάλυση του αίματος του Αγίου Τζενάρο στη Νάπολη πιστοποιεί το θαύμα, πέρα από μια καλή δόση επικοινωνιακής δημαγωγίας και τη μονοπωλιακή στήριξη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, υπάρχει και αυτή η περίφημη υπόσχεση ότι «θα ακουστεί» στην Ευρώπη. Η σκηνοθεσία της «γροθιάς που θα χτυπήσει» στο τραπέζι των Βρυξελλών. Οι όλεθροι των έξι μηνών στο «τιμόνι» των Βρυξελλών. Το τέλος της εξάρτησης του Μόντι, της συναίνεσης του Λέτα… Μια μεγάλη και συνειδητή απάτη. Όχι μόνο γιατί ο Ρέντσι την κατάλληλη στιγμή ενέκρινε χωρίς να δώσει μάχη την Επιτροπή Γιούνκερ, που είναι γεμάτη με Γερμανούς και Φιλανδούς οπαδούς της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του μαστιγώματος, δένοντας ένα μύλο που αλέθει το λαιμό μας. Αντάλλαξε την πρωτότοκο παρουσία ενός [Ιταλού] Επιτρόπου των Οικονομικών έναντι πινακίου φακής για να θέσει μια έμπιστή του επικεφαλής σε μια εξωτερική πολιτική που δεν υπάρχει. Όχι μόνο γιατί λούφαζε μπροστά στα diktat της ΕΚΤ, παραδίδοντας στους Κεντρικούς Τραπεζίτες το σκαλπ του ιταλικού συνδικάτου, που μόλις έσφαξε. Αλλά και κυρίως γιατί το πρόγραμμά του είναι γραμμένο σημείο προς σημείο στο επίσημο πρόγραμμα της χειρότερης Ευρώπης. Από το πρώτο διάταγμα του Πολέτι, που επισημοποιούσε το πρεκαριάτο στην εργασία επιβάλλοντας με διατάγματα την υποτίμηση της ως τη μοίρα μας, έως το αποκαλούμενο «Ξεμπλοκάρουμε την Ιταλία», που δικαίως μετονομάστηκε σε «Διαλύουμε την Ιταλία» από τους πιο αναγνωρισμένους ειδικούς της κληρονομίας του δημοσίου πλούτου σε τοπικό επίπεδο, μέχρι την ερμηνεία της «αναθεώρησης των δαπανών» ως σχεδίου για τις ιδιωτικοποιήσεις και το Jobs act [για την πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων] ως εκκαθάρισης και του εναπομείναντος σύγχρονου πολιτισμού της εργατικής νομοθεσίας. Ή το Νόμο Σταθερότητας [τον προϋπολογισμό] που προσομοιώνει επεκτατικές πολιτικές σε σχέση με τους Ευρωπαίους «ελεγκτές», αλλά που στην πραγματικότητα φορτώνει το κόστος των «δώρων» που προσέφερε στις επιχειρήσεις στους οργανισμούς τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης και ως εκ τούτου στις υπηρεσίες που προσφέρουν στους πολίτες που έχουν τις μεγαλύτερες ανάγκες, για να σεβαστεί το απαραβίαστο 3% που σήμερα αποτελεί, αυτό ναι, ένα πραγματικό τοτέμ της γερμανικής και ευρωπαϊκής ιδεολογίας. Για αυτό εμείς λέμε ότι ο Ρέντσι δεν αποτελεί την εναλλακτική λύση στην Τρόικα, στην απειλούμενη υπαγωγή της χώρας στους κομισάριους της, σύμφωνα με το ρόλο που υποκρίθηκε και που του απέδωσε τη νομιμοποίηση. Δεν αποτελεί το «μικρότερο κακό», το τελευταίο ανάχωμα για να αποδιώξουμε τον κίνδυνο της πλήρους παραχώρησης της κυριαρχίας μας. Ο Ρέντσι είναι η εσωτερικοποιημένη Τρόικα. Αποτελεί την προσωποποιημένη μορφή που αναλαμβάνει η κατάργηση της κυριαρχίας όταν καμουφλάρεται με τη ρητορική του δημαγωγού. Το «θαύμα» του, που μοιάζει περισσότερο με το παιχνίδι ενός ταχυδακτυλουργού παρά με το θαύμα ενός αγίου, προσπαθεί να μας πείσει ότι μετατρέπει σε κάτι το πρωτοφανές και αιώνιο όταν αποτελείται από τουλάχιστον τρία ή και περισσότερα πράγματα, παρουσιάζοντας σαν απελευθερωτική πράξη αυτή που στην πραγματικότητα αποτελεί μια δουλοπρεπή υποταγή. Η δική του είναι μια Μετεξέλιξη νέου τύπου, όχι πια αυτή του Αγκοστίνο Ντεπρέτις, που ήταν ακόμη σχετικά μέσα στα πλαίσια της πολιτικής κοινωνίας, αλλά εκείνη, που είναι περισσότερο προσαρμοσμένη στην κοινωνία του θεάματος, του «trasformer» της αυταπάτης, που σημαδεύει τα χαρτιά και αυτόν τον ίδιο εκτρέποντας την προσοχή του κοινού του με την τεχνική του αντιπερισπασμού.
Με τον ίδιο τρόπο συμπληρώνουμε ότι ο Ρέντσι δεν αποτελεί τη (δυνατή) λύση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Δεν έχει τη δύναμη, στις διεθνείς σχέσεις, είναι χωρίς καμία πολιτική συμμαχιών. Δεν έχει τη κουλτούρα και την ικανότητα, η ομάδα της κυβέρνησής του, γεμάτη από «ωραίους και ωραίες», φαίνεται να έχει φτιαχτεί για να μην επισκιάζει τον Αρχηγό αντί να βρει λύσεις σε μια δραματική κατάσταση. Δεν έχει ούτε μια κατάλληλη ιδέα, όπως αποδεικνύει το κόλπο που σκέφτηκε προωθώντας πρόωρα την καταβολή της αποζημίωσης και του εφάπαξ, σύμπτωμα της απόγνωσης αυτού που για να επιβιώσει στο παρόν τρώει το μέλλον. Ο Ρέντσι απέχει μακριά από το να αντιπροσωπεύσει έναν κάποιο δρόμο διεξόδου, ενώ αντίθετα αποτελεί την ίδια την κρίση που εργάζεται στο πολιτικό επίπεδο. Αποτελεί τη μορφή που παίρνει η κρίση όταν το καταστροφικό δυναμικό της μεταφέρεται στο πολιτικό επίπεδο και εφαρμόζεται στη μορφή της κυβέρνησης. Η «ενέργεια» που φαίνεται να είναι προικισμένος ο «ρεντσισμός» στο έργο της διάλυσης σε ότι του αντιστέκεται και προσπαθεί να επιβραδύνει την επέκταση της εξουσίας του αποτελεί την ίδια ενέργεια με την οποία η κρίση καταστρέφει και διαλύει τις παγιωμένες κοινωνικές ισορροπίες, τα συλλογικά υποκείμενα, τα συστήματα εγγυήσεων και προστασίας: τις μορφές διαμεσολάβησης και τις ίδιες της «βασικές συμφωνίες» με τις οποίες η βιομηχανική κοινωνία είχε διαμεσολαβήσει τις αντιθέσεις της και οικοδομήσει τη συνοχή της. Χωρίς την κρίση ο ρεντσισμός δεν θα ήταν νοητός. Χωρίς το ρεντσισμό η κρίση δεν θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί από τις δυνάμεις και εξουσίες που κυβερνούν στην Ευρώπη για να πραγματοποιήσει το σχέδιο της μετατροπής – μετεξέλιξης της χώρας που του ανέθεσαν ως καθήκον, και που αποτελεί την πραγματική (και κρυφή) νομιμοποίηση της εξουσίας του. Όταν λέμε «χωρίς το ρεντσισμό» εννοούμε χωρίς το σκοτεινό βάρους του «λαϊκισμού από τα πάνω» ( ή του «λαϊκισμού της κυβέρνησης», που αποτελεί από τις χειρότερες μορφές), χωρίς την (πολύμορφη και διεστραμμένη) ικανότητα να μετατρέπει την απελπισία των μαζών σε ελπίδα διαμέσου του τεχνάσματος της αυταπάτης, χωρίς την ικανότητά του να δανείζεται εξεγερτικές φρασεολογίες μέσα σε ένα αντιδραστικό σχέδιο.
Ο ρεντσιμός δεν αποτελεί λοιπόν ένα σημείο της πρόσκαιρης πτώσης μιας άρρωστης, αλλά ακόμη βιώσιμης, δημοκρατίας. Δεν αποτελεί ένα ατύχημα σε μια διαδρομή, μια ευκαιριακή εισβολή του μεγάλου αρχηγού από τη Φλωρεντία, που περιμένει να απορροφηθεί με κάποια ομαλότητα από τους θεσμούς της Ρώμης. Ο ρεντσισμός μας οδηγεί στην ολοκλήρωση της τερματικής κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δεν την παράγει, ασφαλώς (γιατί αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας φθοράς, εκκένωσης και υποβάθμισης), αλλά τη «βάζει σε ασφάλεια», ας πούμε ότι της πιστοποιεί αυτή την κατάσταση και την ανακηρύσσει φυσιολογική και τελική. Πράγματι, χρησιμοποιεί αδίστακτα τη δυσφήμιση και δυσπιστία των μαζών – τη πικρία και τη μνησικακία - εναντίον της πολιτικής τάξης και των «εκπροσώπων» της ως μοχλό της δικής του προσωπικής συναίνεσης και του δημιουργικού ρόλου του εκτελεστή της χρεωκοπίας του κοινοβουλίου και του κοινοβουλευτικού συστήματος, που τα θεωρεί πλέον «πέρα» αμετάκλητα «πέρα» από μια μετα-δημοκρατία λαϊκίστικων δημοψηφισμάτων της οποίας οι παγιωμένοι συνταγματικοί θεσμοί έχουν τεθεί σε αχρησία, όπως ακριβώς ένα αυτοκίνητο που περιμένει να το διαλύσουν, ενώ αυτό που μένει από αυτό αλλοιώνεται συστηματικά.
Αυτό συνέβη με την ίδια την αρχή της αντιπροσώπευσης, με την ευκαιρία της αποτρόπαιης μάχης του Αυγούστου για τη ρευστοποίηση της Γερουσίας ως εκλεγμένου θεσμού. Έτσι έγινε στη σχέση ανάμεσα στη Νομοθετική Εξουσία και την Εκτελεστική Εξουσία, με τη συστηματική ταπείνωση της πρώτης και την απολυτοποίηση της δεύτερης, ταπεινωμένης επίσης στο πλαίσιο της συλλογικότητάς της και τη μονοκρατία της μορφής του Πρωθυπουργού (μια πραγματική επανάσταση σε επίπεδα Κοπέρνικου σε σχέση με αυτά που υπαγορεύει το Σύνταγμα). Το ίδιο συμβαίνει από την άλλη πλευρά με τη φύση και το ρόλο των πολιτικών κομμάτων, ξεκινώντας από το δικό του, το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο υπέστη κάτω από το αποτέλεσμα των ηλεκτροσόκ του Ρέντσι μια πραγματική γενετική αλλαγή για να μετατραπεί, με την ταχύτητα του φωτός, από ετερογενές συνονθύλευμα ομάδων συμφερόντων και διαχειριστών σε «κόμμα του αρχηγού» και στην πορεία στο «μοναδικό κόμμα του έθνους». Μια άμορφη δομή, απορροφημένη από την εξουσία από τα πάνω, εκτός κοινωνίας, αλλά και εκτός Κοινοβουλίου. Απόστημα της Κυβέρνησης και κυρίως του Πρωθυπουργού, εν αναμονή της διάλυσής του στη δεξαμενή του δικομματισμού, που αναδύεται από την ανθρωπολογική εξομοίωση των ψηφοφόρων που ήταν μέχρι χθες της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Που τείνουν στην πραγματικότητα να μετατραπούν σε ένα ενιαίο ακροατήριο λαϊκού – δημοψηφισματικού (και διαφημιστικού) τύπου, μετά τη σύναψη της «Συμφωνίας του Ναζωραίου» [ανάμεσα στο Ρέντσι και το Μπερλουσκόνι τον Ιανουάριο του 2014 για την κοινή στήριξη των (αντι)μεταρρυθμίσεων, το όνομα προέρχεται από την οδό κοντά στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος που έγινε η πρώτη συνάντηση τους), παρέδωσε σε έναν απονομιμοποιημένο και καταδικασμένο ηγέτη το ρόλου του συστατικού συνεταίρου. Και που υποθηκεύει βαρύτατα το μέλλον σε ότι αφορά τα υψηλοτέρα αξιώματα του Κράτους.
Υπό το πρίσμα αυτό η κοινοβουλευτική περιπέτεια της ψήφου εμπιστοσύνης για τους Νόμους για την Εργασία Jobs Act αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο παρατήρησης και αληθείας. Ένας υπολειμματικός αντιπροσωπευτικός θεσμός – ένα από τα δύο σκέλη της Νομοθετικής Εξουσίας – αναγκάστηκε να εγκρίνει με τη βία (τη θανάσιμη απειλή της πτώσης της Κυβέρνησης και της πιθανότητας του τέλους της θητείας του κοινοβουλίου) εν λευκώ ένα διάταγμα (που θα υλοποιηθεί μονομερώς από τη Κυβέρνηση) σχετικά με τη διάλυση (πρακτική και ακόμη πιο σημαντικό συμβολική) της ιστορικής προστασίας της εργασίας, που ανακοίνωσε τη νύκτα που προηγήθηκε την ψηφοφορία, με μια σχεδόν ομόφωνη τοποθέτηση του κόμματος που θα έπρεπε να έχει στο DNA του, τουλάχιστον εξαιτίας των προγόνων του, την αναφορά του στο κίνημα των εργαζομένων, και τη «δραστήρια παθητική» συνεργασία των γερουσιαστών του Μπερλουσκόνι, που απείχαν τη στιγμή της ψηφοφορίας. Εάν ήθελε κανείς μια σαφή απόδειξη της διαδικασίας απορρόφησης του Κοινοβουλίου μέσα (και κάτω) από την Κυβέρνηση και της «διάρρηξης» κάθε υπολείμματος της αυτονομίας στο εσωτερικό του πρώην Δημοκρατικό Κόμματος ( από την αδυναμία της αποκαλούμενης «αριστεράς» του), την πήρε τώρα. Μέσα σε μια και μόνη ημέρα μπορούσε να παρακολουθήσει σχεδόν απευθείας την αναπαράσταση της διαδικασίας καθετοποίησης της εξουσίας ( και της προσωποποίησής της με μια ερμηνεία λαϊκών δημοψηφισμάτων), που βρίσκεται στο σχέδιο και κυρίως στην πρακτική του ρεντσισμού και των δυνάμεων που χωρίς να εμφανίζονται του γράφουν το σενάριο. Την ίδια στιγμή, από τα ερείπια μιας βιαστικής και υπό κατάρρευση συζήτησης μπορούμε να δούμε, ανατριχιαστικά, το προφίλ της νέας κοινωνικής εικόνας που προωθείται, ανατρέποντας όλες τις αξίες, ανταλλάσσοντας το πραγματικό σύνταγμα με το τυπικό και πρώτα απόλα με το Κέρδος, την Επιχειρηματικότητα, την επιχείρηση σε θεμέλιο του Δημοκρατικού Πολιτεύματος που έχει μετατραπεί σε μετα-δημοκρατικό, και την Εργασία, τις γυναίκες και τους άνδρες που την ακολουθούν, να έχουν μειωθεί μόνο σε μια εξαρτημένη μεταβλητή, με μια απειλή για τα δικαιώματά τους που θεωρούνται βλάσφημα ως «προνόμια», στην «ελευθερία της επιχείρησης» και την έλκυση επενδύσεων. Μια συμβολική ανατροπή, ακριβώς, και για αυτό πιο καταστροφική στην κατάσταση που βρίσκεται ο πολιτισμός μας.
Οι πολιτικές συνέπειες από όλα αυτά, εάν συμμεριστεί κανείς το πλαίσιο της ανάλυσης, είναι φανερές και τρομερά προκλητικές: βρισκόμαστε μπροστά σε μια σοβαρή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημοκρατία» μπροστά σε μια διαδικασία που τείνει να παράγει μια πραγματική γενετική μετεξέλιξη του πολιτικού – θεσμικού πλαισίου της χώρας και του συστήματος των κομμάτων. Διαταράσσει το παραδοσιακό σκηνικό που εστιαζόταν στη διπολική αντιπαράθεση κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, κατηγορίες που συγκλονίστηκαν τώρα από το διαγώνιο χαρακτήρα του σχεδίου και της πρακτικής του Ρέντσι. Τροποποιεί ριζικά το πλαίσιο των πολιτικών ταυτοτήτων, αδειάζοντας τη σημασία τους, δίνοντας μια έννοια ασάφειας και εκτροπής στην απόδοση του χαρακτηρισμού «αριστερά» ( με ότι μπορεί ακόμη να σημαίνει) για το Δημοκρατικό Κόμμα. Δημιουργεί μια πρωτοφανή ανάγκη για κινητοποιήσεις ικανών να τεθούν στο ύψος της πρόκλησης που προκαλεί.
Όταν μιλάμε για «πρωτοφανή ικανότητα κινητοποίησης» εννοούμε ότι δεν πρόκειται για ένα σχέδιο «μαρτυρίας». Από την οικοδόμησης ενός «μικρού σπιτιού» για τους πρόσφυγες από τις πολλές πολιτικές πειπέτειες της αριστεράς. ‘Η ενός κονταριού για να κρεμάσουμε τις ξεθωριασμένες σημαίες. Θέλουμε να πούμε ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης απαιτεί τη μέγιστη δυνατή δύναμη που θα πρέπει να θέσουμε στο πεδίο για να αντιστρέψουμε αυτή τη τάση, για να σταματήσουμε μια καταστροφική για τους θεσμούς και την κουλτούρα μας δράση, για να αποτρέψουμε τον κίνδυνο που αισθανόμαστε ότι μπορεί να είναι ανεπανόρθωτος, για να ανακόψουμε την καταστροφή της κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς μας, και για να θέσουμε έναντι όλων αυτών ένα σύστημα αξιών και ένα μοντέλο πρακτικής στο ύψος των περιστάσεων. Ένα όσο το δυνατόν πιο ευρύ μέτωπο για να οικοδομήσουμε με διαύγεια σε τι θέλουμε να αντιπαρατεθούμε και στα ανοίγματα για αυτά που θέλουμε να ενώσουμε.
Σε αυτό το έργο είναι σημαντική η ικανότητα της αντίστασης στα επιμέρους βήματα, στους διάφορους χώρους, από το Κοινοβούλιο στους δρόμους, στους χώρους εργασίας και τις σχολικές αίθουσες. Για αυτό είμαστε και θα είμαστε πάντα αλληλέγγυοι με οποιοδήποτε, σε κάθε χώρο, βάζει εμπόδια στο ρεντσο-μπερλουσκονικό σχέδιο που με τη συμφωνία για το έγκλημα της «συμφωνίας του Ναζωραίου» επισφραγίστηκε και επισήμως. Ακόμη πιο σημαντική είναι, γιατί από αυτή θα εξαρτηθεί εάν θα τα καταφέρουμε πραγματικά, η επεξεργασία μιας πραγματικής εναλλακτικής πρότασης στο ρεντσισμό. Μια αξιόπιστη απάντηση, προσαρμοσμένη στις μορφές και το περιεχόμενο της πρόκλησης που ανοίγει, ικανής να συλλέξει τα σημεία δύναμης και να τα ανατρέψει, όχι μόνο αποκαλύπτοντας την απάτη, που υπάρχει πάντα, αλλά προσφέροντας πρακτικές και εφικτές λύσεις εδώ και τώρα, και κυρίως προσφέροντας μια διαφορετική εικόνα για εμάς από αυτή που μας συνοδεύει εδώ και καιρό και επιστρέφει κατά κυκλικά διαστήματα.
Η κύρια δύναμη του Ρέντσι είναι η κρίση, όπως αναφέραμε. Η ίδια της η βαρύτητα. Ακόμη περισσότερο: η φαινομενική αδυναμία να την ξεπεράσουμε χωρίς την έκτακτη παρέμβαση μιας σωτήριας μορφής στην οποία θα πρέπει να «πιστέψουμε» (και μετά ίσως θα πρέπει να υπακούσουμε και να πολεμήσουμε) [αναφορά σε συνθήματα του Μουσολόνι]. Ο μύθος, λοιπόν, του «τελευταίου χαρακώματος», του «μετά από αυτόν ο κατακλυσμός», που μπλοκάρει κάθε διολίσθηση, που γιατρεύει κάθε κάταγμα, που αντιμετωπίζει κάθε εσωτερική διαφωνία και κάθε εξωτερική ανταρσία. Πρέπει να του αντιπαραθέσουμε μια γραμμή εξόδου, εάν όχι από την κρίση - που είναι ενδημική αυτού του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και κυρίως του ευρωπαϊκού του μοντέλου – τουλάχιστον στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που βιώνουμε. Ένα σοβαρό πρόγραμμα σε σχέση με αυτό που υπαγορεύουν οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο και υιοθετεί ο «εξημερωμένος καβγατζής» Ματέο Ρέντσι. Λίγα σημεία, ξεκάθαρα, όπως είχαμε κάνει με τα 10 σημεία του «Ψηφοδελτίου Τσίπρας», ξεκινώντας από το πρόβλημα του χρέους και την αναγκαία «εξυγίανσή» του, τη ρήξη με τις ευρωπαϊκές συμφωνίες που μας έβαλλαν σαν καπίστρι, ενός έκτακτου σχεδίου για την απασχόληση, για την οικολογική ασφάλεια της γης, για την ενεργειακή αναδιάρθρωση, για την αντιπροσώπευση των εργαζομένων στο εργοστάσιο και το πραγματικό ξεπέρασμα της ζούγκλας των συμβολαίων της «άτυπης εργασίας»… Θα πρέπει να τα συζητήσουμε με τον κόσμο, όχι μόνο ή αποκλειστικά στις συνήθεις συγκεντρώσεις μας που μαζεύονται πολύ συχνά μόνο όσοι είναι ήδη πεισμένοι.
Το δεύτερο σημείο της δύναμης του Ρέντσι είναι η συστηματική επίκληση της ρήξης και της «νέας αρχής», της «αλλαγής προς», της «διάλυσης του παλιού», που εισάγεται με τη χειρότερη πολιτική συνέχειας με το παρελθόν ( τι άλλο σήμαινε, για την τελευταία 25ετία, η «συμφωνία του Ναζωραίου»;). Την υιοθέτηση των γλωσσολογικών κανόνων του «λαϊκισμού της αντιπολίτευσης», των κλισέ, των «κατηγορώ» του, των απαιτήσεων του να πραγματοποιήσει μια tabula rasa τριγύρω του, για να προχωρήσει στην προώθηση του «λαϊκισμού της κυβέρνησής» του. Χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο του αντάρτη για να γράψει το βιβλίο της εξουσίας. Η επίκληση της ρητορικής, ασφαλώς, της αυταπάτης, χειραγωγημένη, αλλά και που έχει τις ρίζες της σε ένα κρατήρα απελπισίας, την αδυναμία να δει ένα μέλλον, τη συνειδητοποίηση ότι «έτσι δεν μπορούμε να πάμε μπροστά», ότι χρειαζόμαστε ένα «ταρακούνημα», το οποίο αφού δεν μπορεί να έρθει από τα κάτω ας έρθει τουλάχιστον από τα πάνω, με εμπιστοσύνη στη δεισιδαιμονία της επέμβασης του σωτήρα «αυτού που μπορεί». Αυτόν τον κρατήρα, που ο Ρέντσι δεν μπορεί να στραγγίξει, αλλά μπορεί μόνο να τον «χρησιμοποιεί» για προσωπικούς σκοπούς, θα πρέπει να τον γεμίσουμε εμείς, τουλάχιστον κατά ένα μέρος. Σε αυτό το πολύ δίκαιο αίτημα ρήξης θα πρέπει να καταφέρουμε να απαντήσουμε εμείς.
Εδώ όμως παρεμβάλλονται τα δικά μας σημεία αδυναμίας. Το πρώτο από τα οποία είμαστε εμείς οι ίδιοι. Η ιστορία μας που εκτροχιάστηκε. Τα ελαττώματα που αποκτήσαμε και ίσως αυτά που προέρχονται από την καταγωγή μας. Ο βασικός λόγος της αδυναμίας μας να προσελκύσουμε όλους αυτούς που δυνητικά θα έρχονταν και να κρατήσουμε όλους αυτούς που μας πλησιάζουν είναι η εικόνα που προβάλλουμε. Αυτό που κάνει να τρέχει μακριά μας ο κανονικός κόσμος είναι η δική μας ενδημική εριστικότητα, η διαρκής ανάγκη να προσδιοριστούμε διαμέσου της αντιπαράθεσης απέναντι σε όποιον βρίσκεται πιο κοντά μας, η αδυναμία να ακούσουμε τους άλλους και να διαλογιστούμε με αυτούς, η αδιαλλαξία, η μανία να βάζουμε σημαιάκια, ο κατακερματισμός που μας ωθεί μέχρι και τη διάσπαση του ατόμου, η απουσία μιας ρεαλιστικής οπτικής των διαδικασιών και της δυσκολίας να διαχωρίσουμε το πρωτεύον από το δευτερεύον, το στρατηγικό από το περιστασιακό. Αυτό μας καθιστά αβέβαιους και ανασφαλείς, όπως τον Άμλετ στην τραγωδία, σε αυτούς τους καιρούς «τρεξίματος και θριάμβων», για να οικοδομήσουμε μια αξιόπιστη προοπτική απαιτείται πρώτα απόλα μια καθαρή ρήξη με τις συνήθεις πρακτικές και παράλογες μορφές εργασίας μας, όπως κατά κάποιο τρόπο τουλάχιστον μερικά είχαμε δοκιμάσει να κάνουμε με την παρουσίαση του «Ψηφοδελτίου Τσίπρας» την προηγούμενη άνοιξη. Μετά χρειαζόμαστε μια εξαιρετική κινητοποίηση της διανόησης και της γνώσης, της δημιουργικότητας, χωρίς προκαταλήψεις, γιατί η δική μας σκέψη είναι σήμερα ανεπαρκής απέναντι στις εντυπωσιακές αλλαγές της κοινωνίας που θα θέλαμε να παρακολουθήσουμε: «να ενώσουμε αυτό που η κρίση και ο νεοφιλελευθερισμός χώρισαν» αποτελεί ένα καλό σκοπό, αλλά πως αυτό θα γίνει μπροστά σε μια άγρια διάλυση όλων των υποκειμένων και όλων των ομαδοποιήσεων, από τον κατακερματισμό του «διαμαντιού της εργασίας», όπως ειπώθηκε με κάποια ευχαρίστηση, που ωθεί μέχρι το σημείο να αντιπαραθέτει τα διάφορα τμήματα σε ένα νέο «πόλεμο όλων εναντίον όλων», απέναντι από την αποϋλοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών και των συστημάτων των σχέσεων, την πρωτοκαθεδρία της διάστασης του χρηματοοικονομικού στον παραγωγικό τομέα, την αποστέρηση των παραδοσιακών χώρων της σύγκρουσης, θα πρέπει να το ψάξουμε ακόμη. Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να υπερασπιστούμε με αδιαλλαξία τη δημοκρατία, όχι μόνο σαν αρχή, αλλά και σαν θεσμική δομή, όπως είναι λαξευμένη στο Σύνταγμά μας, αποτελεί ένα ευγενές και αναγκαίο έργο, αλλά δεν μπορούμε να κρύψουμε το βαθμό και το μέτρο με το οποίο η αρχή αυτή της αντιπροσώπευσης τραυματίστηκε από τις πραγματικές διαδικασίες, που κατά κάποιο τρόπο ήταν καταστροφικές και δυστυχώς μη αντιστρέψιμες: από τη παγκοσμιοποίηση των διαδικασιών όχι μόνο οικονομικών και επικοινωνιακών, αλλά και της διοίκησης ή όπως λέγεται της governance, και την ολοκλήρωση ενός κυρίαρχου συστήματος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, πολύμορφου και ολοκληρωμένου, που θα πρέπει να απαντήσουμε πιο μπροστά, όχι ασφαλώς στη διάλυση αυτής της κρίσης με το στυλ των λαϊκών δημοψηφισμάτων του πάνω κάτω χαρισματικού ηγέτη, αλλά με λίγο περισσότερη συμμετοχή, που αναπτύσσεται στους χώρους της ζωής, σε τοπικό επίπεδο, σε μορφές που έχουν ήδη πειραματιστεί εκεί όπου έχουν ανοιχτεί γραμμές ρήξης, ριζωμένες συγκρούσει στη «τοπική συνείδηση» (ας σκεφτούμε τη Βαλ ντι Σούζα [εναντίον των τρένων μεγάλης ταχύτητας]), αλλά και που περιμένουν μια συστηματοποίηση και μια προβληματισμό. Για να μην αναφερθούμε στη κρίση της μορφής οργάνωσης, ξεκινώντας από τη «μορφή του κόμματος», του οποίου η διαλυτική δυναμική η γενετική μεταλλαγή του Δημοκρατικού Κόμματος αποτελεί το πιο θεματικό παράδειγμα, γιατί εκεί αντιπροσωπεύεται, με όλη του τη δραματικότητα. Θα αποτελούσε για εμάς μια καταστροφή εάν σκεφτόμασταν να οικοδομήσουμε ένα σπίτι (ένα «μικρό σπίτι») για τους εξόριστους από αυτή την κατάρρευση, χωρίς να θέτουμε το πρόβλημα με τι θα αντικαταστήσουμε το οργανωτικό μοντέλο του «κόμματος των μαζών», που κυριάρχησε τον πολιτικό ορίζοντα του προηγούμενου αιώνα για να βυθιστεί στην άβυσσο αυτό τον αιώνα: πια μορφή οργάνωσης του πολιτικού υποκειμένου μπορούμε να φανταστούμε την εποχή της αποσύνθεσης των υποκειμένων, της αδράνειας της πολιτικής στο επίπεδο της εθνικής διάστασης, της αυξανόμενης δυσκολίας να επαναφέρουμε τη διασπορά των αυτοαναφερόμενων και ανίσχυρων «εγώ» στη λειτουργικότητας δραστήριου και συνειδητού «Εμείς».
Για αυτό το λόγο εμείς δεν προτείνουμε ένα «πολιτικό υποκείμενο» ήδη ωραίο και έτοιμο (και σχεδιασμένο), που το «παίρνεις ή το αφήνεις». Προτείνουμε αντίθετα μια διαδικασία – που μπορούμε να την ονομάσουμε «ιδρυτική διαδικασία» - μια πορεία μακράς διάρκειας σε βαθμό να προβάλλει την εμπειρία της «Άλλης Ευρώπης» μετά από την περιπέτεια, που είχε ευτυχή κατάληξη, του εκλογικού ψηφοδελτίου. Μια διαδικασία που πρέπει να αρχίσουμε αμέσως, αυτό ναι, αλλά στην οποία κανείς δεν θα σκεφτεί ότι έχει στα χέρια του ήδη γραμμένο το Σύνταγμα – Καταστατικό για να το επιβάλλει στους άλλους, ούτε καν τις «προπαρασκευαστικές εργασίες» που ήδη κάναμε: μια διαδικασία στην οποία πραγματικά θα προχωράμε θέτοντας ερωτήσεις, ακόμη και διαμέσου δοκιμών και λαθών, και όπου θα είναι εντελώς ξεκάθαρη η σχέση ανάμεσα στα ενδιάμεσα στάδια και τον τελικό προορισμό που απομένει, ασφαλώς, η θέληση να δημιουργήσουμε αυτό που μπορούμε να προσδιορίσουμε για την ώρα ένα «ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΙΤΑΛΩΝ», για να υπογραμμίσουμε τη διπλή φύση του, την ευρωπαϊκή διάσταση της στρατηγικής δράσης και το άνοιγμα σε μια ευρεία δημοκρατική και αριστερή ζώνη στην Ιταλία.
Για αυτό το πρώτο ενδιάμεσο στάδιο, που θα πρέπει να το δηλώσουμε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση, είναι ο στόχος να φθάσουμε στις επόμενες πολιτικές εκλογές, οποιαδήποτε στιγμή και εάν διεξαχθούν, με ένα ψηφοδέλτιο που να είναι σε θέση να ενώσει όλες τις συνιστώσες της αριστεράς που δεν παραδόθηκε στην ευρωπαϊκή λιτότητα και στην αυταρχική ιταλική έκδοσή της που ενσαρκώνει ο ρεντσισμός, αποφασισμένο να του αντιπαρατεθεί με αξιόπιστο τρόπο στο διπλό πεδίο της ηγεμονίας και της ικανότητας της ανανέωσης και καινοτομίας, με τον καλύτερο τρόπο του όρου, δηλαδή υιοθετώντας τη ριζοσπαστική ανάγκη για αλλαγή από τους πολλούς που θυσιάστηκαν από την κρίση και τη λιτότητα. Η πρόσκληση των εκλογών σε εθνικό επίπεδο αποτελεί χωρίς αμφιβολία τη σωστή αντιπαράθεση για να δρομολογήσουμε τη διαδικασία που περιγράψαμε με όλη τη δύναμη και την έκταση που είναι αναγκαίες για τη σημασία της πρόκλησης. Για να το πετύχουμε πλήρως θα πρέπει να συνυπολογίσουμε κάθε άλλη κίνησή μας. Από την άλλη πλευρά για την επιτυχία της πρωτοβουλίας είναι βασική η ανάπτυξη μιας αρθρωμένης και ακριβούς προγραμματικής πρότασης, με μια σειρά ολοκληρωμένων προγραμματικών σημείων (από την εργασία και τα δικαιώματα, το περιβάλλον, την υγεία, τις μεταφορές, την παιδεία και την έρευνα, από την εξωτερική πολιτική έως τα προβλήματα της μετανάστευσης…), για τα οποία έχουμε εξαιρετικές βάσεις από το πρόγραμμα που παρουσιάσαμε στις ευρωεκλογές, αλλά και που θα πρέπει να αναπτυχθεί και να προσδιοριστεί, χωρίς να χάσουμε τη σαφήνεια και την κατανόηση, σε μια συλλογική συζήτηση που θα χρειαστεί κάποιους μήνες εντατικής και συμμετοχικής δουλειάς και για την οποία είναι καλό να προετοιμαστούν όλοι.
Σε αυτήν την οπτική ( της διεύρυνσης της βάσης μας και της εμβάθυνσης του περιεχομένου μας) το αποτέλεσμα του ψηφοδελτίου «Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα» στις 25 Μαΐου, μπορεί να θεωρηθεί, με μετριοπάθεια, ένα καλό σημείο αφετηρίας, δεδομένων των συνθηκών που βρισκόταν η ιταλική αριστερά, και μια ενθάρρυνση για το μέλλον: αποτράπηκε ο κίνδυνος, το «παράδοξο» όπως το είχε αποκαλέσει ο Τσίπρας, να μην έχει εκπροσωπηθεί για δεύτερη διαδοχική φορά στην Ευρώπη η ιταλική αριστερά (στείλαμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τρεις εκπροσώπους υψηλού επιπέδου), αποδείχθηκε ότι ακόμη και το όριο του 4% μπορούσε να ξεπεραστεί, δόθηκε η ευκαιρία σε 1.103.000 ψηφοφόρους να εκφραστούν με μια ξεκάθαρη αριστερή επιλογή, ανοίχθηκε μια οδός για μια πορεία που διαφορετικά, σε περίπτωση αποτυχίας, θα είχε κλείσει οριστικά. Δεν θα πρέπει να υποβαθμίσουμε το ρόλο του Αλέξη Τσίπρα, που μας επέτρεψε να αποσαφηνίσουμε το σχέδιο μας, μοναδικό ανάμεσα σε όλα, να πάρουμε μια ανάσα από την εμπειρία, την πρακτική και την διεθνική πολιτική οργάνωση με ευρωπαϊκή πνοή.
Αυτή (η ακόμη μερική) επιτυχία επιτεύχθηκε με τη συμβολή διαφορετικών δυνάμεων, συλλογικοτήτων και ατόμων: από το δίκτυο των συλλόγων που αγωνίζονται για την αλλαγή και τμήματα των κινημάτων κριτικής, ξεκινώντας από αυτό του νερού και των κοινών αγαθών, μια δημοκρατική ζώνη γνώμης, που αγωνίζεται για την υπεράσπιση του Συντάγματος και των δικαιωμάτων και ανησυχεί για την αυταρχική απόκλιση της κυβέρνησης Ρέντσι, τις διάφορες οργανώσεις με κομματική μορφή, που μέχρι τότε ήταν διασπασμένες και μερικές φορές αντιπαρατίθεντο, και τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, μια ισχυρή ομάδα διανοούμενων και εκπροσώπων το κόσμου της κουλτούρας που «έκαναν τη διαφορά» σε ότι αφορά την εικόνα του ψηφοδελτίου, πέρα από ένα μεγάλο αριθμό ατόμων, πολιτών, ακτιβιστών, συμπαθούντων, που δούλεψαν στις επιτροπές (και έξω από αυτές, αυθόρμητα). Αποτελεί κοινή πεποίθηση, και αποτελεί ένα προφανές γεγονός, ότι καμία από αυτές τις συνιστώσες δεν υπερείχε, γιατί όλες ήταν ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ για να ξεπεραστεί το εκλογικό όριο.
Για το λόγο αυτό η διαδρομή πέρα από την ευρωπαϊκή εκλογική εμπειρία για τη γέννηση μιας ιταλικής αριστεράς πρέπει να προτείνει να διατηρηθεί μέσα στα όρια του δυνατού η συμμετοχή όλων των υποκειμένων, συλλογικοτήτων και ατόμων που συνεισέφεραν σε αυτή την επιτυχία, με ξεκάθαρο στόχο όχι μόνο την παγίωση του, αλλά τη διεύρυνσή του. Δεν κρύβουμε πράγματι ότι οι 1.103.000 ψηφοφόροι αποτελούν μόνο ένα τμήμα, λεπτό, του δυνατού εκλογικού σώματος: αντιπροσωπεύει μια ψήφο ακόμη κυρίως γνώμης, επικεντρωμένης στα πιο καλλιεργημένα και ενημερωμένα στρώματα του πληθυσμού. Χρειάζεται να εργαστούμε πολύ για να ριζώσουμε στις τοπικές κοινωνίες και ανάμεσα στα στρώματα που υποφέρουν περισσότερο από την κρίση, που κατά ένα μέρος βρίσκουν καταφύγιο στην αποχή, κατά ένα μέρος έχουν πεισθεί από το λαϊκισμό του Γκρίλο, κατά ένα άλλο μέρος έχουν αποπλανηθεί από τις ελεημοσύνες του Ρέντσι. Αναπόφευκτα αποτελεί μια μακρόχρονη δουλειά, γιατί κάθε τοπική κοινωνία έχει τη δική της ιστορία και τους ετερογενείς πολιτικούς παράγοντές της και απαιτεί την προσοχή στην ιδιαιτερότητα της τοπικής κοινωνίας, σε σχέση με τις διαφορετικές δυναμικές της (ξεφεύγοντας από το πλαίσιο του «κόμματος του εικοστού αιώνα», που επέβαλλε την αυτόματη παρουσίαση των ψηφοδελτίων του σε κάθε εκλογική αναμέτρηση και σε κάθε περιοχή), απαιτεί ικανότητα να «διαχειριστούμε» τη σχέση ανάμεσα στο γενικό σχέδιο και τα τοπικά αιτήματα σύμφωνα με μη σχηματικές λογικές και κυρίως με τη διορατική προσοχή στη σχέση «μέσα – σκοπός».
Έχουμε επίγνωση ότι δεν θα είναι εύκολο, γιατί οι συνθήκες της προεκλογικές εκστρατείας των ευρωεκλογών ήταν κατά κάποιο τρόπο εξαιρετικές και μας ευνόησαν, τόσο από την αναφορά στον Τσίπρα, όσο και γιατί ήταν κοινή αίσθηση ότι ή θα το κάναμε όπως το κάναμε, με κάποιους εξαναγκασμούς ακόμη και προς τις οργανωμένες μορφές των κομμάτων ή δεν θα είχαμε καταφέρει τίποτα. Αυτές οι συνθήκες δεν υπάρχουν πλέον: τώρα θα πρέπει να οδηγήσουμε μια πορεία που να τη συμμεριζόμαστε, που να οδηγεί σε έναν προσδιορισμό των μορφών εκπροσώπησης που να είναι πλήρως νομιμοποιημένες και να προχωρήσουμε σε μια διπλωματική δουλεία σύγκλισης, που να σέβεται όλες τις ιστορίες και όλες τις ταυτότητες, αλλά και με τη συνείδηση ότι θα πρέπει να ξεπεραστούν διαχωρισμοί που είναι διαρκώς και περισσότερο μερικοί και λιγότερο αναγνωρίσιμοι, συνειδητοποιώντας την ανεπάρκεια, διαρκώς και πιο εμφανή, μιας θεώρησης που στηρίζεται στη παλιά πρακτική των συμφωνιών ανάμεσα σε κομματικούς μηχανισμούς ή τμήματα της πολιτικής τάξης, ακόμη περισσότερο μετά την αναμενόμενη σημαντική ρήξη ηγετικών ομάδων του Δημοκρατικού Κόμματος, που αποδείχθηκε απίστευτα ματαιόδοξη (άλλο θέμα, φυσικά, αφορά το εκλογικό σώμα αυτού του κόμματος και ότι απομένει από το σώμα των ακτιβιστών του).
Για να το κάνουμε αυτό σε κατάλληλες συνθήκες θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο, πρωταρχικά, να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε το πεδίο όσων συμμετέχουν στη διαδικασία, ή όπως ειπώθηκε να «προσδιορίσουμε το σώμα μας», διαμέσου της ατομικής συμμετοχής στα ποιοτικά σημεία αυτού του Ντοκουμέντου. Σε σχέση με αυτό η πρόταση που ζητάμε να συζητηθεί αφορά το άνοιγμα του «Συλλόγου Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα», που αποτελεί μέχρι σήμερα το νόμιμο εκπρόσωπο του ψηφοδελτίου, σε μια μαζική ατομική συμμετοχή, γράφοντας το Καταστατικό (μέσα σε εννέα μήνες από την έναρξη της εκστρατείας) με συμμετοχικό και δημοκρατικό πνεύμα, που να απευθύνεται σε όλους που είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία για τις ευρωεκλογές, που ανήκαν ή όχι σε κόμματα ή κινήματα ή άλλες συλλογικότητες. Στα συλλογικά υποκείμενα, από την άλλη πλευρά (κόμματα, κινήματα, συλλόγους) δεν ζητάμε να διαλυθούν ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία (κάθε υποκείμενο είναι κυρίαρχο των επιλογών του), αλλά ελπίζουμε στη δέσμευσή τους και την υιοθέτηση του τελικού στόχου ( την ανάγκη και τον επείγοντα χαρακτήρα να δημιουργηθεί μια ενωτική μορφή εκπροσώπησης στην εθνική πολιτική σκηνή), όπως έγινε για τις ευρωεκλογές.
Από την άλλη πλευρά γύρω από εμάς υπάρχει ένας κόσμος γυναικών και ανδρών, που καθημερινά αγωνίζεται για να αντισταθεί και να αλλάξει ή τουλάχιστον που «δεν τα δέχεται». Υπάρχει μια «αριστεράς εκτός της αριστεράς», που δεν βρίσκει αποκούμπι σε αυτό που υπάρχει (ή που φαίνεται) και που αξίζει μια πολιτική εκπροσώπηση άξια αυτού του ονόματος. Με αυτούς θα πρέπει να πορευτούμε.
Θα υπάρξουν χωρίς αμφιβολία εντάσεις και δυσκολίες, κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι η δύναμη του αρχικού σχεδίου, όπως το μοντέλο που χάραξε ο ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι πιο ισχυρό
Μετάφραση - απόδοση: Αργύρης Παναγόπουλος