Από τη μυθολογική μορφή του Κρόνου που καταβροχθίζει τα παιδιά του μέχρι τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, η ανθρωπότητα δεν σταμάτησε ποτέ την προσπάθεια να κατανοήσει την παράξενη όσο και σαγηνευτική «ελαστικότητα» του χρόνου. Στη πιο σύγχρονη εκδοχή του, αυτό το εξερευνητικό ταξίδι φαίνεται να εστιάζει σήμερα σε μια παράδοξη αλλά και άκρως ενδιαφέρουσα χρονική παραμόρφωση. Μπορεί να μην έχει να κάνει με μυθολογικές αφηγήσεις ή πειράματα σε εργαστήρια κβαντικής φυσικής, αλλά ως φαινόμενο είναι αποτέλεσμα μιας ακόμη πιο παράδοξης πολυεπίπεδης μετατόπισης η οποία συγκλόνισε τελευταία τον κόσμο, της πανδημίας της COVID-19.
Πεντέμιση χρόνια μετά τα πρώτα lockdown, πολλοί άνθρωποι μοιράζονται σήμερα το ίδιο άβολο συναίσθημα. Η πανδημία μοιάζει ταυτόχρονα σαν να συνέβη μόλις χθες, αλλά και σαν μια ζωή πριν. Οι εβδομάδες μοιάζουν με χρόνια, ενώ τα χρόνια πριν από το 2020 φαίνονται απίστευτα μακρινά. Η αίσθηση είναι σήμερα τόσο διαδεδομένη που οι ψυχολόγοι τη θεωρούν πλέον ως έναν από τους καθοριστικούς γνωστικούς μετασεισμούς της εποχής της πανδημίας.
Στην αρχαιότητα, ο Κρόνος, ο Τιτάνας που συνδέεται με τη γεωργία και τους εποχιακούς κύκλους, ταυτίστηκε με τον Χρόνο, τη μυθολογική θεότητα που ενσάρκωνε τον αιώνιο χρόνο και συχνά απεικονιζόταν με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια, ανθρώπου, ταύρου, λιονταριού. Στην Ορφική Παράδοση, ο Χρόνος ήταν ο αρχέγονος γεννήτορας του κόσμου. Αρχαίοι φιλόσοφοι όπως ο Πλούταρχος και ο Κικέρωνας ερμήνευσαν τον μύθο του Κρόνου που καταβροχθίζει τα παιδιά του ως αλληγορία για το χρόνο που καταβροχθίζει τα πάντα.
Αιώνες αργότερα, οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης μετέτρεψαν αυτή τη «σύντηξη» στην οικεία εικόνα του «Πατέρα Χρόνου» που κρατά ένα δρεπάνι συγκομιδής και είναι ταυτόχρονα ο σπορέας και ο θεριστής…
Σήμερα, όλα αυτά αποτυπώνουν δοξασίες άλλων εποχών αλλά, κατά έναν εκπληκτικό τρόπο, η ουσία του προβληματισμού παραμένει αναλλοίωτη στο… πέρασμα του χρόνου. Η αίσθηση της υποκειμενικότητας του χρόνου μπορεί να έχει να κάνει λιγότερο με τη φιλοσοφική αναζήτηση και περισσότερο με την προσωπική εμπειρία. Ίσως αυτό εξηγεί γιατί το σχετικό ερώτημα τίθεται επίμονα και έντονα τελευταία: Έχει, λοιπόν, πραγματικά επιταχυνθεί ο χρόνος από την πανδημία κι έπειτα, ή έχει αλλάξει ριζικά η αντίληψή μας γι' αυτόν;
Η επιστήμη θεωρεί ότι συμβαίνει το δεύτερο.
Συμπίεση και διαστολή
Στην πραγματικότητα, η αντίληψή μας για τον φυσικό κόσμο στο σύνολό του έχει αλλάξει δραματικά από τότε που οι φυσικοί διαπίστωσαν πως ο χρόνος είναι μια σχετική έννοια, δεν είναι ένα σταθερά μετρήσιμο «μέγεθος» Σύμφωνα με τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, ο χρόνος μπορεί να επιβραδυνθεί υπό έντονη βαρύτητα ή σε ταχύτητες που πλησιάζουν εκείνη του φωτός. Κοντά σε μια μαύρη τρύπα, για παράδειγμα, τα ρολόγια χτυπούν πιο αργά σε σχέση με τα ρολόγια στη Γη. Στην κβαντική φυσική, οι ερευνητές μιλούν ακόμη και για «συμπίεση του χρόνου», χρησιμοποιώντας κβαντικές τεχνολογίες για να αυξήσουν την ακρίβεια των ατομικών ρολογιών. Κι όμως, ενώ η φυσική καταδεικνύει πως ο χρόνος είναι ελαστικός υπό ακραίες συνθήκες, η ψυχολογία αποκαλύπτει ότι τα ανθρώπινα όντα τον βιώνουν ως μια βαθιά υποκειμενική εμπειρία.
Η πανδημία της Covid, αυτή η πραγματικά πρωτοφανής κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε παγκόσμια κλίμακα, δημιούργησε ακριβώς το είδος των συνθηκών που διαστρεβλώνουν την ανθρώπινη χρονική αντίληψη. Στη διάρκεια των lockdown, οι συνηθισμένες ρουτίνες εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα 24ωρα. Οι μετακινήσεις απαγορεύτηκαν, οι κοινωνικές συγκεντρώσεις σταμάτησαν, οι χώροι διασκέδασης έκλεισαν, οι χώροι εργασίας μεταφέρθηκαν στα σπίτια. Χωρίς τα δεδομένα ορόσημα που συνήθως καταμερίζουν την ανθρώπινη καθημερινότητα σε χρονικές περιόδους, οι μέρες άρχισαν να «συγχωνεύονται», άρχισαν να γίνονται «δυσδιάκριτες» η μία από την άλλη.
Οι ψυχολόγοι περιγράφουν αυτά τα ορόσημα που άρχισαν να λείπουν από τις ζωές των ανθρώπων ως «χρονικές άγκυρες». Η απουσία τους μπορεί να συμπιέσει τη μνήμη και να θολώσει χρονολογικά τα συμβάντα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο χρόνος είτε ότι έχει σταματήσει, είτε ότι έχει επιταχυνθεί.
Το «πριν» και το «μετά»
Έρευνα με επικεφαλής την Cindy Lustig, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, επισημαίνει ένα φαινόμενο γνωστό ως «τηλεσκόπηση», υπό το οποίο οι αναμνήσεις «επιμηκύνονται» ή «συμπιέζονται» ανάλογα με τη συναισθηματική ένταση και την αλλαγή των συμφραζομένων. Μιλώντας στην HuffPost, η Lustig εξήγησε ότι οι μεγάλες διαταρράξεις στους κύκλους των ανθρώπινων ρουτινών δημιουργούν αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «όρια γεγονότων».
Η αρχή της πανδημίας, είπε, ήταν ένα πρωτοφανές γεγονός και τέτοιες στιγμές διευρύνουν την αντίληψή μας για τον χρόνο κάνοντας μας να διαιρούμε τη ζωή μας σε «πριν» και «μετά». Ταυτόχρονα, οι επαναλαμβανόμενες ρουτίνες στη διάρκεια των lockdown προκάλεσαν την κατάρρευση των αναμνήσεων εντός της συγκεκριμένης περιόδου καθιστώντας τις χρονικές περιόδους των μηνών να φαντάζουν αδιαχώριστες ή «ενιαίες».
Αυτό το παράδοξο εξηγεί γιατί το 2020, το έτος του ξεσπάσματος της πανδημίας, συχνά περιγράφεται από τους συμμετέχοντες σε σχετικές έρευνες ως μια «αφόρητα αργή χρονιά», ενώ, εκ των υστέρων, ολόκληρη η περίοδος της πανδημίας εκλαμβάνεται ως «εξαφανισμένη», ή ότι έχει περιοριστεί σε μια, πραγματικά, θολή ανάμνηση.
Ένα σύνολο ερευνών παγκοσμίως υποστηρίζει αυτή την ερμηνεία. Ειδικά μελέτες που έγιναν στην Ευρώπη και την Ασία κατά τα πρώτα στάδια της πανδημίας, διαπίστωσαν ότι πολλοί συμμετέχοντες βίωσαν μια δραματική επιβράδυνση του υποκειμενικού χρόνου ιδιαίτερα στη διάρκεια των αυστηρών lockdown.
Η πλήξη, η απομόνωση, το άγχος και η μονοτονία των ρουτινών υπό αυστηρό κατ’ οίκον περιορισμό, ενέτειναν την αίσθηση της αργής ροής του χρόνου κάνοντας τον κύκλο του 24ωρου να «φαίνεται» μεγαλύτερος. Αλλά καθώς οι περιορισμοί παρατάθηκαν, συνέβη κάτι εντελώς διαφορετικό: Οι άνθρωποι προσαρμόστηκαν.
Αλλάζοντας τη συχνότητα των χτύπων του ρολογιού
Ερευνητές στη Γερμανία παρατήρησαν ότι πολλά άτομα σταδιακά καθιέρωσαν νέες ρουτίνες εντός του κύκλου των, υπό περιορισμό, ζωών τους. Η άσκηση στο σπίτι, η διαδικτυακή μάθηση, η ψηφιακή κοινωνικοποίηση και τα νέα χόμπι αναδημιούργησαν μια αίσθηση χρονικής δομής. Καθώς οι ρουτίνες επέστρεφαν με τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων, αν και σε διαφορετικές πλέον μορφές, η προσοχή αποσπάστηκε από την παρακολούθηση της ροής του χρόνου.
Εδώ είναι που φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται μια άλλη ψυχολογική υπόθεση: Όσο πιο απασχολημένος και γνωστικά αφοσιωμένος γίνεται ο εγκέφαλος, τόσο πιο γρήγορα φαίνεται ότι περνάει ο χρόνος! Γνωστό ως «μοντέλο εσωτερικού ρολογιού», αυτή η θεωρία προτείνει ότι τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν ένα είδος «νοητικού βηματοδότη». Όταν η προσοχή επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο χρόνο - για παράδειγμα, στη διάρκεια μιας περιόδου ανίας ή απομόνωσης - αντιλαμβανόμαστε περισσότερους χτύπους του ρολογιού και ο χρόνος φαίνεται πιο αργός. Αλλά όταν η προσοχή καταναλώνεται σε εργασίες, κοινωνική αλληλεπίδραση ή συναισθηματική διέγερση, καταγράφονται λιγότεροι χτύποι συνειδητά και ο χρόνος φαίνεται να επιταχύνεται.
Ο κόσμος μετά το lockdown μπορεί επομένως να φαίνεται πιο γρήγορος όχι επειδή η ζωή άλλαξε αντικειμενικά «ταχύτητα», αλλά επειδή οι ρυθμοί της καθημερινότητας επέστρεψαν στη «συχνότητά» τους με μεγαλύτερη ένταση και οπωσδήποτε απότομα. Οι χώροι εργασίας λειτούργησαν εκ νέου, η ψηφιακή επικοινωνία εντάθηκε, τα ημερολόγια γέμισαν πάλι με κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όμως πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν στην κατάσταση που έπρεπε να εξισσοροπήσουν την υβριδική ζωή τους καθώς τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου είχαν γίνει ρευστά.
Η πανδημία επιτάχυνε επίσης την εξάρτηση της κοινωνίας από τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η τηλεργασία, οι διαδικτυακές σχέσεις και η συνεχής συνδεσιμότητα συμπιέσαν τις παραδοσιακές διακρίσεις μεταξύ επαγγελματικού και προσωπικού χρόνου. Το αποτέλεσμα ήταν μια επίμονη αίσθηση χρονικής υπερφόρτωσης.
Οι ψυχολόγοι επισημαίνουν επίσης τον ρόλο της «καινοτομίας». Η ανθρώπινη μνήμη σχηματίζεται πιο πυκνά γύρω από νέες εμπειρίες. Τα ταξίδια, η μάθηση, οι απροσδόκητες συναντήσεις και τα συναισθηματικά πλούσια γεγονότα δημιουργούν λεπτομερείς «δείκτες» μνήμης, κάνοντας τις σχετικές περιόδους να φαίνονται μεγαλύτερες εκ των υστέρων. Οι επαναλαμβανόμενες ρουτίνες κάνουν ακριβώς το αντίθετο.
Στη διάρκεια των lockdown, το στοιχείο της «καινοτομίας» εξαφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την διαδικασία πρόσληψης του χρόνου. Επί μήνες, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο βίωσαν σχεδόν πανομοιότυπες ημέρες κλεισμένοι μέσα στους ίδιους φυσικούς χώρους. Κοιτάζοντας πίσω, ο εγκέφαλος αποθήκευσε λιγότερες διακριτές αναμνήσεις από εκείνες τις περιόδους, συμπιέζοντας μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αυτό που μοιάζει με μια ενιαία συνεχή στιγμή, ένα φαινόμενο που ορισμένοι ερευνητές συγκρίνουν με ελλειπτικό ελατήριο που συγκλίνει προς τα μέσα.
Επιστρέφοντας στην αρχή
Ταυτόχρονα, η συναισθηματική δυσφορία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Πολλές σχετικές μελέτες έχουν συνδέσει σταθερά το άγχος και τη κατάθλιψη με τη παραμορφωμένη αντίληψη του χρόνου. Και οι δύο καταστάσεις σημείωσαν έξαρση παγκοσμίως στη διάρκεια της πανδημίας διαστρεβλώνοντας περαιτέρω την εσωτερική αίσθηση του χρονολογίου των γεγονότων και των αναμνήσεών τους.
Περιέργως, η επίμονη αίσθηση του χρονικού αποπροσανατολισμού μπορεί να ενισχυθεί και από επαναλαμβανόμενα μοτίβα κοινωνικών αλληλεπιδράσεων αλλά και πολιτικών καταστάσεων ή συνθηκών. Η Lustig θεωρεί ότι οι επαναλαμβανόμενοι πολιτικοί ή εκλογικοί κύκλοι και οι τετριμμένες συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα μπορούν να δημιουργήσουν ένα φαινόμενο «Μέρας της Μαρμότας», μια αίσθηση ότι η κοινωνία ξαναζεί προηγούμενες στιγμές αντί να προχωρά μπροστά. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα αυτών των «αλλοιώσεων» της χρονικής αντίληψης είναι ένα συλλογικό ψυχολογικό τοπίο υπό το οποίο ο χρόνος δεν εμφανίζεται πλέον ως σταθερός ή γραμμικός.
Οι ερευνητές, πάντως, θεωρούν ότι δεν πρέπει να βλέπουμε τη χρονική «συμπίεση» που προκάλεσε η πανδημία, αποκλειστικά ως ζημιά. Κι αυτό διότι ταυτόχρονα αποκάλυψε και την εξαιρετική ανθρώπινη προσαρμοστικότητα. Οι άνθρωποι έμαθαν να ανακατασκευάζουν τις ρουτίνες τους, να διατηρούν ψηφιακά τις σχέσεις τους και να επαναπροσδιορίζουν την κανονικότητά τους κάτω από πρωτοφανείς συνθήκες περιορισμού. Η ταχεία μετάβαση από την απομόνωση στην υπερδιέγερση καταδεικνύει τελικά πόσο ευέλικτη μπορεί να είναι ανθρώπινη γνωστική λειτουργία.
Το ευρύτερο συμπέρασμα, λένε οι επιστήμονες, είναι ότι ο χρόνος, τουλάχιστον όπως τον βιώνουν οι άνθρωποι, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την προσοχή, το συναίσθημα και τη μνήμη. Τα ρολόγια μετρούν τη χρονική διάρκεια αντικειμενικά αλλά το ανθρώπινο μυαλό μετράει τον αντίκτυπο των γεγονότων και των εμπειριών.
Και ίσως αυτό μας γυρίζει πάλι πίσω, στην ελληνική μυθολογία. Ο Χρόνος δεν αντιπροσώπευε τη ροή του χρόνου, τη ροή της άμμου στην κλεψύδρα. Ήταν μια υπερφυσική δύναμη που διαμόρφωνε την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, μια δύναμη ικανεί να επιμηκύνει, να συμπιέζει και τελικά να «καταναλώνει» κάθε ανθρώπινη εμπειρία.
Η πανδημία μπορεί να μην επιτάχυνε κυριολεκτικά τον χρόνο. Αλλά άλλαξε βαθιά τον ρυθμό μέσω του οποίου οι άνθρωποι βιώνουν τη ζωή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αποκάλυψε αναπάντεχα μια αλήθεια που η σύγχρονη ψυχολογία έρχεται να επιβεβαιώσει: Ο χρόνος δεν είναι μόνο κάτι που βιώνουμε, είναι κάτι που δημιουργούμε συνεχώς μέσα στο μυαλό μας.
Πηγές: Πανεπιστήμιο Μίσιγκαν, HuffPost, Medium.com