Η Restless Wind είναι μια μικρή ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που ιδρύθηκε από τον τραγουδοποιό Simon Bloom (ή Συμεών Νικολαϊδη, γιο του αείμνηστου πρωτοπόρου σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη) και από τις ελάχιστες που επιμένουν να αντιστέκονται στέκοντας όρθιες μέσα στο τοπίο ερήμωσης της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας. Ανάμεσα στις λίγες αλλά πολύ προσεχτικά επιλεγμένες κυκλοφορίες της βρίσκει κανείς μικρά διαμάντια όπως το προ διετίας «Retronome» του Sundayman, κατά κόσμον Κυριάκου Μουστάκα. Ο σαραντάχρονος μουσικός με την κλασική παιδεία κάνει μια electronica που κατά κύριο λόγο βασίζεται στο έργο των πιονιέρων του ιδιώματος της δεκαετίας του '70 και την οποία διακινεί - με αρκετές ψηφιακές κυκλοφορίες – διαμέσου του προσωπικού του label (www.inhousemusicrecords.com). Περισσότερο όμως από κάθε προηγούμενη φορά αποτύπωσε και ανέδειξε καλύτερα την αγάπη του για τους «πατριάρχες» της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής στο δεύτερο album του ως Sundayman, το «Retronome», μια μελαγχολική αλλά όχι και καταθλιπτική, γλυκόπικρη περιπλάνηση στα γεμάτα ενσυνείδηση πεδία της ambient η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύεται και από ανάλογα εσωτερικούς, περισσότερο ή λιγότερο νοσταλγικούς, στίχους με το σύνολο να εκλύει μια «υπόγεια» ίσως μα και γνήσια ομορφιά. Οπως αποδεικνύεται όμως ο Sundayman έχει και μια ολοκληρωμένη και απολύτως συγκροτημένη άποψη για το ποια ακριβώς επίδραση μπορεί και πρέπει να έχει μουσική όπως η δική του - και ιδίως ο ήχος της - τόσον επάνω στον ίδιο όσο και στους ακροατές της!
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Το ψευδώνυμο Sundayman έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εσάς; Yπάρχει συγκεκριμένος λόγος που το επιλέξατε;
Με «βάφτισε» έτσι ένας φίλος μου πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια. Κυριάκος δηλαδή ο άνθρωπος της Κυριακής ή αλλιώς Κυριακάνθρωπος, άρα...Sundayman!
Πώς από τις κλασικές μουσικές σπουδές και το πιάνο βρεθήκατε να ασχολείστε αποκλειστικά με τα ηλεκτρονικά;
Αγαπούσα και, ακόμα και σήμερα, αγαπώ πολύ το πιάνο όμως ένιωθα ότι με περιόριζε ηχητικά. Με τα ηλεκτρονικά όργανα έχω την δυνατότητα να κάνω σχεδόν απεριόριστους ηχητικούς πειραματισμούς χωρίς δεσμεύσεις και μέσα σε λίγη ώρα να έχω ταξιδέψει σε ένα τεράστιο φάσμα συχνοτήτων.
Πόσες και ποιες περισσότερες δυνατότητες προσθέτουν οι ηλεκτρονικές ηχοπαραγωγικές πηγές στην «παλέτα» των ακουστικών αλλά και των ηλεκτρικών οργάνων;
Πολύ απλά είναι σαν να έχεις στην διάθεση σου μια μεγάλη ορχήστρα με ανεξάντλητες ηχητικές δυνατότητες. Για εμένα τα synthesizers δεν διαφέρουν ως προς την συμπεριφορά τους από τα ακουστικά ή τα ηλεκτρικά όργανα. Είναι και αυτά γεννήτριες ήχου που απλά διευρύνουν την εκφραστική σου παλέτα και πολλές φορές διαφοροποιούν τον ήχο σου προσθέτοντας του κατά κάποιο τρόπο λίγη παραπάνω...μαγεία!
Πιστεύετε ότι τα ηλεκτρονικά διευκολύνουν ή ακόμα και απελευθερώνουν την φαντασία του δημιουργού, τουλάχιστον την δική σας;
Απόλυτα! Συχνά σε οδηγούν στην έμπνευση, σε ερεθίζουν δημιουργικά και κυρίως δίνουν μια διαφορετική διάσταση στον ήχο της μουσικής σου. Αν κανείς ακούσει προσεκτικά την μουσική π. χ. του Brian Eno θα καταλάβει τι εννοώ...
Αντίστοιχα τι θεωρείτε ότι προσθέτουν η γνώση της μουσικής θεωρίας αλλά και το επαρκές εκτελεστικό σας επίπεδο σε ένα όργανο όπως το πιάνο στην μουσική σας; Τελικά έχουν παίξει κάποιο ρόλο στην μουσική σας πορεία, σας διαφοροποιούν δραστικά από τους περισσότερους άλλους της electronica ή όχι;
Το ότι μπορώ να παίζω πιάνο ή να διαβάζω μια παρτιτούρα δεν σημαίνει ότι μπορώ και να δημιουργώ μουσική. Όμως νομίζω ότι αν έχεις το ταλέντο να γράφεις και να παράγεις μουσική διαθέτοντας ταυτόχρονα μια σχετική μουσική παιδεία και μια ουσιαστική θεωρητική γνώση της ο συνδυασμός αυτός μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην εξέλιξη του έργο σου. Διευρύνεις τους μουσικούς σου ορίζοντες και σίγουρα αποκτάς εμπειρίες μελετώντας το έργο κάποιον άλλων συνθετών. Όμως η διαφοροποίηση της μουσικής σου από εκείνη άλλων πιστεύω ότι προέρχεται κυρίως από το συνεχές ψάξιμο, την πολλή δουλειά και τον πειραματισμό. Το ταλέντο μόνο του δεν φτάνει!
Νομίζω ότι ούτε από πλευράς φόρμας αλλά ούτε και επί της ουσίας ενδιαφέρεστε τόσο μα και δεν εντάσσετε την μουσική σας στο πλαίσιο της χορευτικής, όσο διευρυμένα και αν εκλάβουμε τον όρο. Είναι μόνο θέμα των πρωταρχικών, βασικών σας επιρροών ή και κάτι άλλο;
Δεν μπορώ να «καλουπώσω» την μουσική μου σε τέτοιο ή οποιουδήποτε άλλο πλαίσιο...Αν μια μέρα έχω όρεξη να γράψω κάτι το οποίο στην πορεία θα εξελιχθεί σε χορευτικό κομμάτι απλά θα το κάνω, αν πάλι θέλω να γράψω μια μπαλάντα επίσης θα το κάνω. Με ενδιαφέρει να παράγω μουσική εξίσου όμως με ενδιαφέρει να νιώθω ελεύθερος όταν το κάνω. Φυσικά και έχω επιρροές και ηχητικά βιώματα όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα πρέπει να εξελίξω την μουσική μου σε κάτι πιο προσωπικό. Ελπίζω πως όσο θα ωριμάζω σαν άνθρωπος τόσο θα βελτιώνομαι και ως συνθέτης...
Έχετε δική σας εταιρεία, τι σας έκανε λοιπόν να κυκλοφορήσετε έναν σε κάποιαν άλλη; Και γιατί συγκεκριμένα το «Retronome» και γιατί επιλέξατε την Restless Wind;
Το δικό μου label μου δίνει την δυνατότητα να μπορώ με έναν πιο «επίσημο» τρόπο να κυκλοφορώ με άμεσο τρόπο και γρήγορα τις μουσικές μου ανησυχίες και κυρίως να τις μοιράζομαι με τον κόσμο, τις περισσότερες φορές μάλιστα εντελώς δωρεάν, είναι και αυτό τμήμα της δημιουργικής ελευθερίας που προανέφερα. Η Restless Wind είναι ένα πολύ ιδιαίτερο label που ενδιαφέρεται πολύ για όσο το δυνατόν πιο ποιοτική μουσική. Μου προσέφερε κάποιες μεγαλύτερες δυνατότητες προβολής του album και λειτούργησε πιο επαγγελματικά σε θέματα επικοινωνίας στα οποία ο ίδιος, λόγω περιορισμένου ελεύθερου χρόνου, δεν θα μπορούσα έτσι και αλλιώς να ανταποκριθώ.
Απλά νοσταλγείτε και αναπολείτε σε αυτό το album ή ανα-δομείτε το παρελθόν με τρόπο τέτοιο ώστε να ανταποκρίνεται στο παρόν; Εν ολίγοις, θεωρείτε ότι είναι μια δουλειά μόνο «ρετρό» ή αληθινά διαχρονική η οποία δέχεται ερεθίσματα και μπορεί να απευθυνθεί και στο σήμερα;
Η αλήθεια είναι ότι νοσταλγώ πολύ αυτόν τον ήχο! Με το «Retronome» προσπάθησα να μοιραστώ με κάποιους ανθρώπους τα μουσικά μου βιώματα, τους ήχους δηλαδή με τους οποίους μεγάλωσα, δηλαδή τις επιρροές από τις δεκαετίες του ‘70 και του '80. Ακόμα και οι συνθήκες ηχογράφησης ήταν – σχεδόν...- αναλογικές, κυρίως με vintage analog synthesizers, καθόλου midi προγραμματισμό και με σχεδόν «πρωτόγονες» τεχνικές...Είχα βαρεθεί να γράφω μουσική με ένα mouse μπροστά σε έναν υπολογιστή, ήθελα να νιώσω πάλι αληθινός μουσικός, εκτελεστής δηλαδή, να έρθω σε επαφή με τα πλήκτρα περνώντας αμέτρητες ώρες μαζί τους στο στούντιο. Ήταν μια πολύ προσωπική ανάγκη μου αυτή η διαδικασία...
Τα ηχοτοπία του «Retronome» απεικονίζουν κυρίως προσωπικές σας ψυχολογικές και συναισθηματικές διαθέσεις ή καταστάσεις που συνέβησαν σε άλλους ή και σε εσάς τον ίδιο;
Όσον αφορά στην μουσική και τον ήχο όντως απεικονίζουν τις προσωπικές μου συναισθηματικές διαθέσεις. Ο στίχος όμως έχει να κάνει με τα βιώματα του πολύ καλού μου φίλου και συνεργάτη Γιώργου Μανωλούδη ο οποίος επίσης είναι και ο βασικός από τους τέσσερις συνολικά ερμηνευτές. Η μουσική μου έδωσε στον Γιώργο την δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα μέσα από τον στίχο του και φυσικά αυτό λειτούργησε και αντίστροφα.
Έχετε καλύτερη σχέση με την ambient απ' ότι με οποιαδήποτε ρυθμική φόρμα ή είναι απλά η ιδέα μου; Σε ποιο στοιχείο της ψυχοσύνθεσης σας πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Δεν είναι καθόλου ιδέα σου! Μέσα από τις ambient ατμόσφαιρες μπορώ να γαληνεύω, είμαι ένας ιδιαίτερα αγχώδης άνθρωπος και έχω συνεχώς την ανάγκη να βρίσκω τρόπους για να αποβάλω την ένταση. Με τον Δημήτρη Αρώνη (άλλως πως Moa Bones) έχουμε φτιάξει το ντουέτο Yellow Slots, είναι η εκατό τοις εκατό ambient πλευρά μας. Έχουμε κοινά ακούσματα και ερεθίσματα και αυτό βοηθάει στο να έχουμε και την ανάλογη χημεία στην μουσική μας, οι Yellow Slots λειτουργούν επάνω μου εντελώς ψυχοθεραπευτικά!
Τι είναι αυτό που σας κάνει να αποφασίσετε αν θα προσθέσετε φωνητικά, άρα και στίχους, στα όχι πάρα πολλά κομμάτια σας στα οποία συμβαίνει αυτό;
Πάντα αγαπούσα την instrumental μουσική, ειδικά την ηλεκτρονική μουσική των ‘70s (Vangelis, Jean Michel Jarre, Klaus Schulze, Tangerine Dream). Όμως μερικές φορές νιώθω την ανάγκη να επικοινωνήσω την μουσική μου και με κάποιους άλλους τρόπους, όπως για παράδειγμα σε συνύπαρξη με έναν όμορφο στίχο. Επίσης η ανθρώπινη φωνή είναι για εμένα ένα ακόμα υπέροχο ακουστικό όργανο που με προκαλεί να βρω τις ισορροπίες ανάμεσα στα προσωπικά ηλεκτρονικά μου ηχοτοπία και την αντίστοιχη ανθρώπινη χροιά.
Το συνολικό κλίμα του δίσκου έχει σε τίποτα να κάνει με την ατμόσφαιρα της κρίσης εν τω μέσω της οποίας το υλικό του γράφτηκε και ηχογραφήθηκε;
Όχι, δεν υπάρχει καμία τέτοια σχέση. Έχει όμως να κάνει με το γεγονός ότι πολύ όμορφα πράγματα ηχογραφήθηκαν στο παρελθόν από τεραστίου μεγέθους συνθέτες - και δεν μιλάω μόνο για τον ηλεκτρονικό ήχο – τα οποία έχουν κατά κάποιο τρόπο ξεχαστεί ή δεν έχουν πια θέση στα σύγχρονα μεν αλλά όχι απαραίτητα και καλύτερα μουσικά δρώμενα. Είναι ωραίο πράγμα η εξέλιξη αλλά μόνον όταν υπάρχει σεβασμός στην ιστορική διαδρομή. Νομίζω πως εδώ και πολλά χρόνια έχουμε έρθει αντιμέτωποι με έντονα κρούσματα πολιτισμικής κρίσης σε όλα τα επίπεδα, άρα και στην τέχνη της μουσικής. Τώρα που είμαι ξανά στο στούντιο δουλεύοντας το νέο μου album συνειδητοποιώ ότι είμαι αρκετά επηρεασμένος από την κοινωνικοοικονομική κρίση και ακόμα περισσότερο από την κρίση των αξιών και του πολιτισμού μας. Νιώθω μια πολύ έντονη μελαγχολία και αυτό το ακούω έντονα στις νέες ηχογραφήσεις μου.
Πέραν από εξωγενείς παράγοντες και επιδράσεις, ποιο θα λέγατε ότι είναι το κυρίαρχο συναίσθημα ή διάθεση του «Retronome»;
Νοσταλγία για το παλαιό, ίσως και για το πιο ρομαντικό, το πιο αυθεντικό, πραγματικά δεν ξέρω τι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση...Σίγουρα μέσα από το «Retronome» εκτόνωσα πολλά μουσικά μου απωθημένα καθώς πολλές φορές έχω πει ότι έχω γεννηθεί σε λάθος εποχή!
Και αντίστοιχα, υπάρχει ίσως κάποια «κεντρική ιδέα» που προσπαθείτε να εκφράσετε μέσα από αυτό; Θα μπορούσατε να την συνοψίσετε σε τρεις – τέσσερις λέξεις;
Vintage αναλογικός ήχος, ηλεκτρονικές ατμόσφαιρες και βέβαια συναίσθημα.
Σας ενδιαφέρει καθόλου το να παίζετε ζωντανά την μουσική σας ή σας αρκεί η δημιουργία στο στούντιο; Αν ναι, πόσο εύκολο είναι να το κάνετε στην Αθήνα και με τις συνθήκες που υπάρχουν σε αυτήν για τέτοια μουσική;
Σε αυτή τη φάση της ζωής μου με ενδιαφέρει μόνον ότι γίνεται μέσα στο στούντιο, για να παίξω live θα πρέπει να δημιουργηθούν οι αντίστοιχες συνθήκες οι οποίες θα μου επιτρέψουν να εκτεθώ με αυτό τον τρόπο στον κόσμο. Δεν τις έχω ακόμα επιδιώξει γιατί είναι κάτι που προς το παρόν δεν με έχει απασχολήσει πολύ. Σε πρώτη φάση θα πρέπει να βρω τους σωστούς συνεργάτες και μετά βλέπουμε...
Τι περισσότερο από την Ελλάδα σας προσφέρει το να κυκλοφορείτε την μουσική σας και στο εξωτερικό, εκτός φυσικά από μια πολύ μεγαλύτερη αγορά;
Ό,τι ισχύει για όλους τους δημιουργούς ισχύει και για εμένα, είναι η ανάγκη να επικοινωνήσεις την τέχνη σου σε όσους περισσότερους ανθρώπους είναι δυνατόν. Αν μπορείς και να βιοπορίζεσαι από αυτό ακόμα καλύτερα φυσικά όμως μεγαλύτερη αγορά δεν σημαίνει απαραιτήτως και περισσότερα έσοδα. Είναι τεράστιος ο όγκος μουσικής που υπάρχει μέσα και έξω από τα σύνορα μας, άρα υπάρχει πάρα πολλή πληροφορία. Αν κάτι όμως καταφέρει να ξεχωρίσει από την μάζα, αλλά όχι σαν πυροτέχνημα μα επειδή διαθέτει μια διαχρονικότητα, είναι μεγάλη δικαίωση και διάκριση για τον δημιουργό. Τουλάχιστον εμένα αυτό είναι το κίνητρο μου για να συνεχίζω να προσπαθώ...
Και τα επόμενα σχέδια σας, άμεσα και ίσως και πιο μακροπρόθεσμα;
Αυτή την στιγμή, όπως ήδη είπα, δουλεύω μόνο το νέο μου album, έχει μεν πολύ δουλειά ακόμα αλλά δεν βιάζομαι καθόλου, όταν φτάσει η ώρα του θα ολοκληρωθεί αρκεί μόνο να έχει κάτι να πει! Επίσης είναι έτοιμο και το δεύτερο Album των Yellow Slots που ελπίζουμε να κυκλοφορήσουμε μέσα στο 2104.
Θα το περιμένουμε ανυπόμονα καθώς η μουσική που φτιάχνει ο Sundayman, είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με άλλους, είναι σταθερά πολύ ενδιαφέρουσα και κατάλληλη για κάθε ώρα και ημέρα της εβδομάδας και όχι μόνο για την...Κυριακή!