Πρόχειρος απολογισμός του Έτους Βέρντι οδηγεί αφεύκτως στο συμπέρασμα ότι η κρίση δεν αποτέλεσε όρο ενεργοποίησης της φαντασίας σε σχέση με τις παραστάσεις έργων του κομβικού αυτού συνθέτη του 19ου αιώνα. Και αν ευχαρίστως υποδεχθήκαμε την αναβίωση της υποτιμημένης όπεράς του Ο Σικελικός Εσπερινός την περασμένη άνοιξη, έργο του οποίου η για τρίτη φορά προσφορά του εντός δεκαετίας δεν πρόλαβε να μας κορέσει, οφείλουμε να διαπιστώσουμε την εδραιωμένη δυσανεξία επιστροφής μας στο Ναμπούκο ή τον Ριγκολέτο, που μας σερβίρονται σε ατέρμονες επαναλήψεις, συχνά δε χωρίς το καλλιτεχνικό ύψος διανομών για τις οποίες βοούν. Με την ενδεχομένως εύλογη, αλλά -ας το παραδεχθούμε- αδιέξοδη, επίκληση του επιχειρήματος της -ωσαύτως ενδεχομένως ορθώς- εικαζόμενης αποχής του κοινού από την προσέλευση και 80 περίπου χρόνια μετά τη λεγόμενη «βερντιανή αναγέννηση» στη Γερμανία, που οδήγησε στη συνολική επανεκτίμηση του Βέρντι, το ελληνικό κοινό στερείται όχι μόνο πρώιμων κοσμημάτων της παραγωγής του, όπως τα εμπνευσμένα από τον Σίλλερ Οι ληστές και Λουίζα Μίλλερ, αλλά και καθιερωμένων, όπως η Δύναμις του πεπρωμένου, ο Οθέλλος ή ο Φάλσταφ, που εκκρεμεί από την εποχή της τελευταίας (και αξιομνημόνευτης!) παραγωγής του Σπύρου Ευαγγελάτου.
Την παραγωγή εκείνη οδηγούσε ο Λουκάς Καρυτινός, υπεύθυνος και της πρόσφατης αναβίωσης του Ριγκολέτο από τις δυνάμεις της ΕΛΣ στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Αποδείχθηκε ευτύχημα η εκ μέρους μας αποφυγή της πρεμιέρας, όχι μόνο λόγω του ενδημικού φαινομένου μιας εισέτι μορφοποιούμενης παράστασης αλλά και λόγω του σοβαρού τεχνικού προβλήματος, το οποίο επηρέασε την ομαλή εκτύλιξη του γεγονότος και αφορούσε τον μηχανισμό την αυλαίας. Στην παράσταση της 8ης Δεκεμβρίου που παρακολουθήσαμε, η σκηνή ήταν αρχήθεν ακάλυπτη, γεγονός που, ωστόσο, δεν μας ενόχλησε και το οποίο θα θεωρούσαμε μέρος της σκηνοθετικής απόψεως, αν δεν είχαμε ενημερωθεί για τα καθέκαστα. H ήδη επαρκώς οικεία παραγωγή του Νίκου Σ. Πετρόπουλου, με ιστορικά ενημερωμένη και τελειοθηρικά οπτικοποιημένη μετατόπιση του χρόνου της πλοκής στην Ιταλία του Μουσολίνι, κυριολεκτικά ανέπνευσε στο ευρύχωρο πλαίσιο του Μεγάρου, επικουρούμενη από τη μετρίως στυλιζαρισμένη χορογραφία του Πέτρου Γάλλια και τους υποβλητικούς φωτισμούς του Giuseppe de Iorio. Μόνη ασυνέπεια σημειώσαμε στη διαχείριση του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου για τις ανάγκες της β' σκηνής της α' πράξης, όπου όλα τα δρώμενα, συμπεριλαμβανομένων των εντός της οικίας του γελωτοποιού συναντήσεων, ελάμβαναν χώραν στο ύπαιθρο. Μικρό τίμημα, μολαταύτα, για το αισθητικό επίπεδο του αποτελέσματος και την κυρίαρχη εντύπωση σεβασμού των προθέσεων του συνθέτη, αμφότερα εν γένει σε προϊούσα αποδρομή.
Όχημα της παράστασης υπήρξε η πλήρης δραματικού σφυγμού μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, βαρυσήμαντη από τα πρώτα μέτρα του πρελούδιου, με αυλική κομψότητα στο μενουέτο και την perigourdine της α' σκηνής, σκοτεινή για το ψυχικό ημίφως του επώνυμου αντιήρωα, με λυρική άνθηση για τις ερωτικές περιπτύξεις της Τζίλντας, αλλά και συμπάσχουσα στην κορύφωση του δράματός της. Μια ανάγνωση με διακριτική επισήμανση ενορχηστρωτικών ευτυχιών του έργου, αλλά και με τα απαραίτητα αποθέματα έντασης όπου η περίσταση το καλούσε. Με έναν Δούκα, όμως, προερχόμενο από την πλέον πατρίκια παράδοση του ιταλικού μπελκάντο ενός Φερνάντο Ντε Λουτσία, όπως ο διεθνούς φήμης συμπατριώτης μας Mario Zeffiri, και έναν Ριγκολέτο στους αντίποδες, όπως ο Μεξικάνος Carlos Almaguer, με ισχυρό φωνητικό όγκο, αλλά μονότονα προσηλωμένο σε βεριστική παρενόχληση της μελωδικής γραμμής, το μουσικό στίγμα παρέμεινε ενοχλητικά μετέωρο. Η παρακολούθηση της παράστασης, μολαταύτα, αποζημίωσε την όποια ενόχλησή μας με την αποκαλυπτική ενσάρκωση της Τζίλντας από τη δραστήρια -στη Γερμανία κυρίως- υψίφωνο Χριστίνα Πουλίτση: η ατρόμητη, ακριβής και μουσικότατη κολορατούρα της ανακάλυπτε χώρο για ανεπίληπτη άρθρωση και εκστατικές βιωματικές επιχρίσεις και των πλέον δεξιοτεχνικών σελίδων. Αξιοπρεπής Σπαραφουτσίλε από τον παλαίμαχο Δημήτρη Καβράκο, αλλά άφρων η ανάθεση της Μανταλένα στη νεαρή ακόμη Ελένη Βουδουράκη, που σκόπιμο είναι να παραμείνει σε ρεπερτόριο περισσότερο προστατευτικό για το αξιόλογο φωνητικό της κεφάλαιο. Σταθερές αξίες η καλοτραγουδισμένη Τζοβάνα της Μαρίας Βλαχοπούλου, ο έγκυρος Μοντερόνε του Δημήτρη Κασιούμη, ο φανφαρόνος Μαρούλο του Άκη Λαλούση, ο δηκτικός Μπόρσα του Χρήστου Κεχρή, το ζεύγος Τσεπράνο των Γιώργου Ματθαιακάκη και Βάγιας Κωφού, και -εξαιρέτως- η χορωδία της ΕΛΣ στην υψηλών στόχων διδασκαλία του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου...