Ένα οδοιπορικό στο παρελθόν, έχοντας όμως ως κύριο χαρακτηριστικό τη δημιουργία κι όχι τη νοσταλγία θα είναι οι συναυλίες-παραστάσεις που δίνουν όλη τη χρονιά τα Υπόγεια Ρεύματα, ξεκινώντας από το Βυρσοδεψείο (Ορφέως 174, Αθήνα) το Σάββατο στις 9 μ.μ (ώρα προσέλευσης 8.14). Συμπληρώνοντας 20 χρόνια από το παρθενικό τους άλμπουμ «Ο μάγος κοιτάζει την πόλη», αφήνουν στην άκρη τις παλιές τους παρτιτούρες και δημιουργούν από την αρχή αγαπημένα τραγούδια όπως: «Ασημένια σφήκα», «Μ' αρέσει να μην λέω πολλά», "Θέλω να χάσω τον εαυτό μου». Η συναυλία στο Βυρσοδεψείο, ένα παλιό βιομηχανικό εργοστάσιο που έχει μετατραπεί σε αχτίδα πολιτισμού, θ' αποτελέσει την αρχή του επετειακού έτους για την ιστορική μπάντα και μία από τις ελάχιστες που δεν διαλύθηκε, όπως τόσα και τόσα άλλα σχήματα της ελληνικής ροκ σκηνής, από τα Ξύλινα Σπαθιά και τις Τρύπες μέχρι τους Ενδελέχεια και τα Διάφανα Κρίνα.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
Ένα «εργοτάξιο» σε κάθε πόλη
Σε κάθε πόλη, θα γίνεται μια μεγάλη γιορτή. Ένα «εργοτάξιο», στο οποίο θα σκάβουν για λόγια και νότες οι Γρηγόρης Κλιούμης (κιθάρα - τραγούδι), Μάριος Τσάγκαρης (πλήκτρα - τραγούδι), Νίκος Γιούσεφ (ηλεκτρικό μπάσο, μουσικό πριόνι) και Τάσος Πέππας (τύμπανα), παρέα βέβαια με τον κόσμο. «Είναι ένα εξελισσόμενο πρότζεκτ. Θα είναι μια έκπληξη για τους ακροατές μας», δηλώνουν στην «Αυγή» τα Υπόγεια Ρεύματα και λίγες ώρες πριν μια ακόμα μεγάλη πρόκληση σκαλίζουμε το παρελθόν.
Οι πρώτες πρόβες σ' ένα παλιό στάβλο
Από το πρώτο τζαμάρισμα, 20 χρόνια πορείας γεμάτα δίσκους, live και σπουδαίες συνεργασίες, απέχουν όσο μια πρόβα. «Είμαστε πάλι στο δωματιάκι μας», λέει ο Γ. Κλιούμης. Τρεις με τέσσερις φορές τη βδομάδα η μπάντα προβάρει στο φτιαγμένο με μεράκι στούντιο, που βρίσκεται στο διαμέρισμα του Τάσου Πέππα. «Είναι και το πιο ζεστό σημείο του σπιτιού», λένε και γελάνε.
Πριν τους ανακαλύψει ο μάνατζερ Δημήτρης Χατζόπουλος, από μια κασέτα «που κάπως έφτασε στα χέρια του», έπαιζαν σ' ένα παλιό στάβλο στην Καλλιθέα. «Δίπλα σε μια πολυκατοικία. Όποτε μετακινούσαν κάτι, έπεφταν σοβάδες πάνω μας». Όταν μεγάλωσαν λιγάκι, βρήκαν καταφύγιο «σ' ένα δωματιάκι-ερείπιο στου Ψυρρή. Με τα λεφτά απ' τις δουλειές που κάναμε βγάζαμε το νοίκι».
«Οι νέοι ζουν σαν 40άρηδες»
Τα πρώτα 3-4 χρόνια κυλούσαν στο δωματιάκι. «Παίζαμε δικά μας κομμάτια, χωρίς φιλοδοξίες για την… καταξίωση». Την ίδια λογική πρέπει να έχουν για τον Τ. Πέππα και οι νεότεροι. «Καλύτερα να δημιουργούν, παρά να ξεπατικώνουν. Να 'εκπαιδευτεί' ο κόσμος σε νέα ακούσματα». Ενώ προσθέτει: «Οι νέοι ακροατές ζουν σαν 40άρηδες. Αν και υπάρχει εξέλιξη σε τεχνικό επίπεδο για τους νέους μουσικούς, λείπει η τόλμη!».
«Βαφτίσια» από ανάγκη
Παρ' ότι δεν κυνήγησαν τη δόξα, το '94 τα Υπόγεια Ρεύματα τρύπωσαν στα ραδιόφωνα, ο κόσμος αγάπησε τον παρθενικό τους δίσκο και ταυτίστηκε με κομμάτια όπως το «Μ' αρέσει να μην λέω πολλά», το «Σαν φως» κ.ά. Ακολούθησαν άλλα 7 πετυχημένα άλμπουμ.
Το πρώτο τους live έγινε στο Μετρό. Ο κόσμος γέμισε τον μεγάλο χώρο του Γκύζη κι ήρθε σ' επαφή μ' ένα τολμηρό σχήμα, που δεν φοβόταν να πειραματιστεί με τον ήχο του, παίρνοντας απόσταση συχνά από το αποτέλεσμα του στούντιο. Σύντομα έφτιαξαν το δικό τους κοινό. Η δυναμική τους επί σκηνής έδενε ιδανικά με τ' όνομα. «Κανείς δεν θυμάται πώς προέκυψε. Κατά καιρούς έχουν γραφτεί διάφορες ιστορίες, αλλά δεν ξέρουμε ποια είναι η αληθινή!». Τα βαφτίσια της μπάντας έγιναν λόγω… ανάγκης, καθώς «δεν ήταν δυνατόν να βγάλουμε δίσκο χωρίς να έχουμε όνομα».
«Φάγαμε πολλές σφαλιάρες»
Δεν ήταν όμως όλα ρόδινα.«Φάγαμε πολλές σφαλιάρες ως συγκρότημα. Από θανάτους μέχρι μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Το σχήμα που έγραφε ένα δίσκο δεν τον έπαιζε ποτέ στην πραγματικότητα, γιατί πάντα κάτι συνέβαινε», λέει ο Γ. Κλιούμης. Απ' την άλλη, τα Υπόγεια Ρεύματα συνεχίζουν ακόμα την πορεία τους. «Δεν βγήκε ποτέ κάποιος άνθρωπος να παίζει σόλο όπως συνέβη με άλλες μπάντες. Πάντα ήταν μια παρέα που δημιουργούσε για να ξεφεύγει από το σύστημα κι όχι με στόχο το χιτ. Δεν φτιάξαμε ένα ψέμα. Και το σημαντικότερο είναι ότι παραμείναμε ομάδα. Το σύστημα μπορεί να πουλήσει πιο εύκολα πρόσωπα. Εμείς δεν καταφέραμε να βγάλουμε frontman ούτε χιλιάδες ευρώ σε μια νύχτα», εξηγούν οι Νίκος Γιούσεφ και Μάριος Τσάγκαρης.
Ο δεσμός με τους ποιητές
Κάθε δίσκος τους ήταν ένα εύστοχο σχόλιο για την εκάστοτε εποχή. «Πολιτεύεσαι», «Ύμνος 414», «Παραστάσεις», «Θέλω να χάσω τον εαυτό μου», είναι μερικά από τα κομμάτια με ξεκάθαρες κοινωνικές και πολιτικές αιχμές. Ιδιαίτερη όμως είναι κι η σχέση τους με τους ποιητές. Όλοι τους οι δίσκοι έχουν μελοποιήσεις με ποιήματα του Καρυωτάκη, του Παλαμά, του Μπόρχες και του Γρυπάρη, ενώ τα πρώτα τους τραγούδια, που δεν ακούσαμε ποτέ ωστόσο, στηρίχθηκαν στην «Οργή λαού» του Κώστα Βάρναλη.
Όλοι τους οι δίσκοι κουβαλούν όσα ένιωθε και σκεφτόταν κάθε φορά η παρέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «Τσαλακωμένες μέρες» που κυκλοφόρησαν το ‘98. Η μπάντα είχε σημαδευτεί από τον θάνατο του Βασίλη Κούση (ντράμερ) που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο λίγες μέρες πριν κυκλοφορήσει το μεγάλο live του συγκροτήματος στο Θέατρο Βράχων μαζί με τρία νέα τραγούδια (1996). «Οργή, στεναχώρια και μαυρίλα», είναι οι λέξεις που έρχονται πρώτες στο μυαλό του Γ. Κλιούμη από τότε.
«Η νοσταλγία είναι νοσηρό συναίσθημα»
Αν υπήρχε χρονομηχανή, εκείνοι θα την αγνοούσαν. Όταν τους ρωτήσαμε σε ποιο live θα έπαιζαν ξανά ή για ποιο κομμάτι θα ήθελαν να ζήσουν πάλι το πρώτο τζαμάρισμα, απάντησαν: «Δεν θέλουμε να γυρίσουμε πουθενά. Σκεφτόμαστε αυτό που ξεκινά. Η νοσταλγία είναι νοσηρό συναίσθημα». Για το νέο τους πρότζεκτ τονίζουν ότι "πρόκειται για μια εξελισσόμενη διαδικασία που θα κρατήσει όλη τη χρονιά και περιλαμβάνει ζωντανές εμφανίσεις, δισκογραφικές και ιντερνετικές κυκλοφορίες. Το κωδικό του όνομα το κρατάμε κρυφό ακόμα».
BOX
«Μόνο η αριστερή σκέψη θα μπορούσε ν' αλλάξει τα πράγματα»
«Αν μπορέσει να επικρατήσει ποτέ, τότε θ' αντιμετωπιστεί η βαρβαρότητα. Μόνο ένας πολιτισμός που χαρακτηρίζεται από ανθρωπιά μπορεί να φέρει την αλλαγή. Οφείλουμε να ονειρευόμαστε και να προσπαθούμε για ένα κόσμο καλύτερο, ακόμη κι αν γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας ότι 'ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει ποτέ'».