Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι εμβληματική φυσιογνωμία μιας Ελλάδας που, με χρωματικούς όρους βίωσης, αρκετοί αναπολούμε ως πιο γαλανή και κρυστάλλινη από τη χώρα της μεταπολιτευτικής αιθαλομίχλης. Είναι ίσως οι αποστάσεις ασφαλείας που κράτησε ο ίδιος και που κατόρθωσε να βρει τον τρόπο να του αναγνωρίσουν οι εξουσίες αυτού του τόπου, που του προσπορίζουν μέχρι σήμερα στην ψυχή μας μια θέση ξεχωριστή, αλώβητη από την τύρφη της μετριότητας και του λαϊκισμού.
Ύστερα, η ίδια η μουσική του αποτάχθηκε με συνέπεια τη μεγαλοστομία των δυνάμεων αλλά και της φόρμας. Ο Χατζιδάκις υπήρξε πρωτίστως μινιατουρίστας, αποδέκτης γαλλικών αισθητικών παρακαταθηκών, χωρίς το άγχος της επιβολής του όγκου και της διάρκειας, που τόσο μεγάλο μέρος Ελλήνων μουσικών κατατρέχει. Ίσως γιατί, προσωπικά, δεν εξέπεμπε άγχος για τις βεβαιότητές του, δεν ζητούσε τίποτε, κυρίως δεν φοβόταν τη στέρηση προνομίων ούτε δίστασε να αναλάβει, κόντρα στο ρεύμα, την πρωτοκαθεδρία στρατηγικών αγώνων μιας αστικής τάξης πριν από την ηθική της κατάρρευση, όπως εκείνη η περιώνυμη πρωτοβουλία του για συναυλία στο Καλλιμάρμαρο κατά της «Αυριανής», που τον ίδιο καιρό (1985;) τον κακοποιούσε βάναυσα από τα πρωτοσέλιδά της. Ήμουν εκεί και, ηττημένος σήμερα από την εξάπλωση της επιδημίας, την ανακαλώ ως χαμένη μάχη τιμής των έντιμων και καλών Ελλήνων της «καλής» αισθητικής και του μέτρου.
Ίσως αυτή η ατρομία της προσωπικής ακεραιότητας, σπάνια τότε και περιζήτητη ως «αραβικός φοίνικας» σήμερα, είναι που τον βοήθησε να διαμορφώσει ένα διαρκές πρότυπο Γ' Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με άνοιγμα στα διεθνή γεγονότα της Μουσικής, άξιους συνεργάτες, σχολαστικό προσωπικό έλεγχο της απόδοσής τους και υποδειγματικό σεβασμό των ακροατών, που, μέσω των ειδικών 16σέλιδων της «Ραδιοτηλεόρασης», είχαν πρόσβαση ακόμη και στον αριθμό ταινίας της εκπομπής που τους ενδιέφερε! Αυτά διήρκεσαν λίγο, όσο χρειαζόταν όμως προκειμένου να μετατρέψουν την υπόλοιπη ζωή μας σε αλγεινή αντικλίμακα αποδόμησης αυτού του επιτεύγματος, πάντα όμως επ' ονόματι της κληροδοσίας του, ως προκλητικού καρυκεύματος νομιμοποίησης μιας -συχνά ωμής κι ανίδεης- διοικητικής και καλλιτεχνικής διαδοχής.
Η συναυλία της «Καμεράτα», της 2ας Νοεμβρίου 2013, στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, επέτρεψε σε αυτόν τον χείμαρρο πικρού αναλογισμού να απελευθερωθεί. Μια εξέλιξη περίπου αυτονόητη με πλαίσιο το μουσικό πάντρεμα του Έλληνα με τον Βιβάλντι. Μια συναυλία που, το διακηρύσσουμε εξ αρχής, φοβούμεθα μήπως κι αυτή αποτελέσει άλλοθι για άλωση της «Καμεράτα» από άλλου επιπέδου ρεπερτόριο κάθε είδους δήθεν «επιγόνων»!
Με δεδομένη την ακαταλληλότητα της Αίθουσας (λόγω μεγέθους), δεν ξενίζει η επιλογή ηλεκτρικής ενίσχυσης του ήχου του ολιγομελούς Συνόλου προκειμένου για συνθέσεις «δωματίου». Με τις επ' αυτού επιφυλάξεις μας αδιαπραγμάτευτες, δεν θα στερήσουμε μολαταύτα από την «Καμεράτα» τον έπαινο ενός βελτιωμένου επιπέδου στη νέα της αποστολή ως σχηματισμού εποχής, με ειδική αναφορά στα έγχορδα και τη ρυθμική δροσιά της μουσικής διεύθυνσης του Γιώργου Πέτρου, πουθενά περισσότερο ορατή από τα κοντσέρτα για 2 (αρ. κατ. RV 522, Σέρτζιου Ναστάσα, Οτίλια Αλίτσεϊ), 4 (RV 580, + Λιού Τζινγκ, Τζουλιέτα Αβετιάν) ή όλα τα έγχορδα (RV 113) του πολυγραφότατου Βενετσιάνου.
Από το πρώτο μέρος θα κρατήσουμε επιλεκτικά στη μνήμη τη μαγική ατμόσφαιρα στο andante του έργου για 2 μαντολίνα (RV 532, Θεόδωρος Κίτσος, Άνα Μπελέν Τεχεδόρ ντε λα Ινγκλέσια), μοναχικά πλάι στα δωρικά pizzicati των εγχόρδων ενώπιον κοινού που κυριολεκτικά κρατούσε την αναπνοή του. Στο β' μέρος ακολούθησε «το Χαμόγελο της Τζοκόντας», στη 10μερή εκδοχή του, η σημαντικότερη και περισσότερο εκτεταμένη ορχηστρική σύνθεση του Χατζιδάκι, με ρητές θεματικές αναφορές στον Βιβάλντι, που ουδόλως απομειώνουν γι' αυτό την αξία της.
Η μουσική αφήγηση κατέγραψε την αναμενόμενη συγκίνηση της ακρόασης του κλασικού δίσκου αναφοράς του έτους 1965, με δύο εκ μέρους μας ενστάσεις: την ενίοτε υπέρμετρα μετρική άρθρωση του ρυθμού από τον μαέστρο (ήδη, α.ά., στο αρχικό «Όταν έρχονται τα σύννεφα»), εύλογη στο μπαρόκ, αλλά αναιρετική της νοσταλγίας στον Χατζιδάκι, και την ουδέτερη απαγγελία της Όλιας Λαζαρίδου. Τι δεν θα δίναμε για την απαράλλαχτη, γεμάτη προσωπικές χρώσεις, άρθρωση του ίδιου του δημιουργού να προκύπτει ως άυλο ιντερμέδιο πάνω από την Ορχήστρα. Ζει!
Επανόρθωση: Εκ παραδρομής, στο κείμενο της παρελθούσας Κυριακής (22.12), για τη «Σταχτοπούτα» του Ροσσίνι, τις ερμηνευτικές δάφνες της Μυρσίνης Μαργαρίτη πιστώθηκε η αρχικά προβλεπόμενη για το μέρος της Κλορίντα στην πρεμιέρα Γεωργία Ηλιοπούλου. Οι απολογίες μας σε αμφότερες!