Στην πρεμιέρα της «Σταχτοπούτας» (25/10/13), η παρακολούθηση της οποίας από κριτικούς, παρεμπιπτόντως, σπανίως δικαιώνει το τελικό επίπεδο μιας παραγωγής της ΕΛΣ, η αμήχανη σιγή του κοινού, μετά το πρώτο ντουέτο των εραστών, υπήρξε χαρακτηριστική. Τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται μετά το α' διάλειμμα με έναυσμα τη μυώδη απόδοση της άριας του Αλιντόρο από τον βαθύφωνο Πέτρο Μαγουλά: η τονική πληρότητα, αλλά και το σφρίγος της εκφοράς του καλλιτέχνη κατόρθωσαν να αφυπνίσουν το όλον με αθροιστική πορεία μέχρι το τέλος της βραδιάς (ο Τάσος Αποστόλου της δεύτερης διανομής, αντίθετα, τραγούδησε μονότονα, θύμα ενδεχομένως αβέβαιης τοποθέτησης της ωραίας φωνής του). Σε κάθε περίπτωση, ο όμιλος συντελεστών της πρεμιέρας παρέμεινε μέχρι τέλους ετερόκλητος, τουλάχιστον το βράδυ εκείνο, στοιχείο που ευτυχώς απουσίαζε μιαν εβδομάδα αργότερα, οπότε η μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου -επιτέλους ξέφρενη και αφρώδης- όχι μόνον ομογενοποίησε το δεύτερο «καστ», αλλά και συνέτεινε καθοριστικά στην κάλυψη επί μέρους αδυναμιών του.
Η παραγωγή συναρίθμησε 3 ερμηνεύτριες του επώνυμου μέρους στο πλαίσιο 2 φωνητικών διανομών. Τη φτωχή, καταφρονεμένη, αλλά καλόκαρδη Αγγελίνα μοιράστηκαν εκλεκτές μονωδοί, οι Μαίρη - Έλεν Νέζη, Ειρήνη Καράγιαννη και Άρτεμις Μπόγρη (που δεν παρακολουθήσαμε), όλες όμως μεσόφωνοι, συνεπώς ελλιπώς εφοδιασμένες για μέρος κοντράλτο κολορατούρα. Η γραφή του ρόλου, αθροιστικά στη γενική σκηνική αμηχανία, άφησε κάπως στη σκιά τη διεθνώς διαπρέπουσα στο μπαρόκ Νέζη, καλλιτέχνιδα εγνωσμένης μουσικότητας και υποκριτικής ευφυίας, χωρίς όμως την απαραίτητη για την ανάθεση ακμαία χαμηλή περιοχή. Στο πεδίο αυτό, η περισσότερο συμπαγής φωνητική ιδιοσυστασία, αλλά και η παλαιόθεν μεγαλύτερη εξοικείωσή της με τη γραφή του Ροσσίνι, ευνόησαν την Ειρήνη Καράγιαννη (26/10/13) να σκιαγραφήσει μια πιο πιστευτή rossinienne, παραπέμποντας σε ένα είδος «pocket Berganza» και επιχειρώντας μάλιστα ορισμένες στοιχειώδεις διανθίσεις.
Η μονοπώληση του Πρίγκιπα στα οπτικοακουστικά μέσα από τον υπερβατικής δεξιοτεχνίας και δροσιάς Χουάν Ντιέγκο Φλόρες δεν συγχωρείται να οδηγήσει στην υποτίμηση της επίδοσης των δύο τενόρων της αθηναϊκής διανομής, αφού αμφότεροι μάλιστα έχουν διέλθει από την αποκαλυπτήρια εμπειρία του Πέζαρο. Σε καμπή ωριμότητας που συνήθως συνδέουμε με εγκατάλειψη ρόλων παρόμοιας τεσσιτούρας, ο Αντώνης Κορωναίος οικονόμησε υπερβαλλόντως την εκφορά του εν αναμονή της μεγάλης του άριας στη β' πράξη, και όχι αδίκως, αφού κατέγραψε επίδοση μουσικά έντιμη και φωνητικά αξιοπρεπή. Στη διαδοχή του, ο νεαρός Βασίλης Καβάγιας, εμπύρετος όπως ανεπισήμως πληροφορηθήκαμε, εντύπωσε μολαταύτα το στίγμα του με το κατάξανθο ηχόχρωμα και τη λαμπερή νεανικότητα της εκφοράς του, αλλά και με τη γάργαρη και ιδιωματική προβολή του αδόμενου κειμένου στην αίθουσα. Για την ενσάρκωση του υπηρέτη Νταντίνι, που εναλλάσσει ένδυμα και κοινωνική υπόσταση με το αφεντικό του, προκειμένου να δοκιμάσει την ειλικρίνεια των συναισθημάτων των κορασίδων, θα επιθυμούσαμε ιδεωδώς ένα αμάλγαμα της ογκώδους φωνητικής ρώμης του επιβλητικού Ισπανού βαρυτόνου Ντέηβιντ Μενέντεθ με την υδραργυρική σκηνική ευστροφία του Χάρη Ανδριανού. Ο χαρακτήρας αυτός, καθώς και εκείνος του άξεστου βαρώνου Ντον Μανίφικο συγκροτούν την ανδρική κωμική πτυχή της όπερας. Με υποκριτικά αβοήθητο, λοιπόν, τον ερμηνευτή της πρεμιέρας, τον Αργεντινό μπάσο Κάρλος Εσκιβέλ, ο Δημήτρης Κασιούμης είχε το πεδίο στη διάθεσή του και έδρεψε δάφνες με πληθωρική εξαγγελία κειμένου και αντίστοιχα γενναιόδωρη κινησιολογία. Δεν αποτελεί υπερβολή η διαπίστωση ότι, παρά την ελλιπή σκηνική καθοδήγηση, τα εναλλασσόμενα ζεύγη αδελφών της Σταχτοπούτας (Γεωργία Ηλιοπούλου / Ελένη Δάβου και Ελπινίκη Ζερβού / Αγγελική Καθαρίου) αλληλοσυμπληρώθηκαν και διεκδίκησαν επιτυχώς πρωταγωνιστική τάξη σε αυτούς τους -ούτως ή άλλως- σφαιρικά δυσχερείς ρόλους, από τους οποίους όμως, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται ο συνολικός αντίκτυπος της όπερας.
Σε κάθε περίπτωση, ανέκαθεν θεωρούσαμε ότι ο Ροσσίνι ανήκει στους χαρισματικούς εκείνους δημιουργούς που εκπέμπουν το αισθητικό και δραματουργικό τους μήνυμα με τόση αμεσότητα, ώστε να θριαμβεύουν επέκεινα περιορισμών στην αναβίωση των έργων τους. Και δεν διαψευσθήκαμε ούτε αυτή τη φορά!