Αρχικά το αντιμετωπίσαμε με δυσπιστία. Ήταν άραγε δυνατόν; Το «δελτίο Τύπου» που μόλις είχαμε παραλάβει στον υπολογιστή μας ήταν όντως κείμενο μουσικής κριτικής, που, αν δεν ετύγχανε ανυπόγραφο, θα μας έθετε προ της διαδικασίας εγγραφής του συντάκτη του ως μέλους της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών! Έμελλε, λοιπόν, να το ζήσουμε και αυτό σε εποχή αμφισβήτησης των ορίων της δεοντολογίας, όπως αυτά υπαγορεύονται από τον σεβασμό ρόλου και αποστολής μεταξύ τέχνης και κριτικής. Έστω όμως κι αν τα όρια αυτά αναφέρονται ενδεχομένως σε αξιακές παραδοχές παρελθούσης εποχής, η δημοσίευση στον Τύπο, την επαύριον της παρουσίασής της, κριτικής αποτίμησης μιας παράστασης από το ίδιο το θέατρο που την παρήγαγε (!) οφείλει να αντιμετωπισθεί ως εκφυλιστικό φαινόμενο στην κοινωνία της κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, αναλαμβάνουμε το κόστος δημόσιας έκφρασης της θλίψης μας για μια πρακτική που εισάγει το γραφείο Τύπου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, κυρίως δε για την έλλειψη διακρίσεως που αυτή υποδηλώνει, παρακάμπτοντας ένα πανάρχαιο νομικό και κοινωνικό αξίωμα, ότι δηλαδή ουδείς είναι δυνατόν να είναι κριτής των ιδίων αυτού πράξεων.
Η αναφορά που προηγήθηκε αποτελεί αναπόφευκτη αναδοχή της πρόκλησης του από 29.10.13, δίκην δελτίου Τύπου, «κριτικού» διθυράμβου που κοινοποιήθηκε αναφορικά με την αναβίωση της «Σταχτοπούτας» του Τζοακίνο Ροσσίνι ως εναρκτήριας παραγωγής της καλλιτεχνικής περιόδου 2013/14, κειμένου το οποίο, επιπροσθέτως, τελούσε σε κραυγαλέα αντίθεση με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μεγάλου μέρους της πρεμιέρας, στην οποία αναφερόταν (η παράσταση «ανέβηκε», στο μουσικό πεδίο, σταδιακά, και σε ορισμένο μόνον βαθμό, μετά το πρώτο διάλειμμα). Η πρακτική αυτή (ήδη έχουμε γίνει παραλήπτες παρόμοιου κειμένου για τον «Ριγκολέτο»!) παράγει, ασχέτως προθέσεων, ορατό κίνδυνο -σε άλλους καιρούς αδιανόητης - ποδηγέτησης μιας προϊόντως επικοινωνιακά ευάλωτης κοινής γνώμης. Και μάλιστα, όταν η μουσικολογική αποκατάσταση του συγκεκριμένου συνθέτη έχει αποκαλύψει όχι μόνο την ποιότητα και το εύρος της συμβολής του στο ιταλικό λυρικό θέατρο του Ottocento, αλλά και τον βαθμό υπονόμευσης των έργων του, όταν παρακάμπτεται η λεπτή και ιδιόμορφη αισθητική ισορροπία που τα χαρακτηρίζει. Από τον κανόνα δεν εξαιρείται φυσικά ούτε το «ιλαρό μελόδραμα» της «Cenerentola», χαλαρά βασισμένο στο αρχέτυπο του Charles Perrault.
Εξάλλου, η επιστημονική αποκατάσταση της μουσικής και η αντίστοιχη επικοινωνιακή και εμπορική διάδοσή της οδηγεί και σε αναθεωρητική αξιολόγηση των λιμπρέτων που με τόση ευκολία παρακάμπτονται από σκηνοθέτες της εποχής μας, συνήθως χωρίς τις προσωπικές προϋποθέσεις παρόμοιας υπέρβασης: λιμπρέτα, όπως εν προκειμένω αυτό του Τζ. Φερέτι, στο οποίο, παρεμπιπτόντως, στοιχημάτισε δικαιωθείς από το κοινό ο Ροσίνι, αλλά και άλλα του ιδίου που ενέπνευσαν σημαντικούς συνθέτες της εποχής, όπως, πριν από εκείνον, ο Ναπολιτάνος Zingarelli και, αργότερα, ο μαθητής του τελευταίου Mercadante, ο (Luigi) Ricci, ο Pacini και ο Donizetti. Το κείμενο του Φερέτι, λοιπόν, είναι σπινθηροβόλο και παρέχει πλήθος δραματουργικών ευκαιριών στον Ροσίνι για σκιαγράφηση χαρακτήρων και για σύνολα ευρηματικής υποβλητικότητας και/ή δυναμισμού. Συνεπώς, οποιαδήποτε παράφραση της δράσης και/ή ιδεολογικός εμπλουτισμός της (όπως εν προκειμένω προτείνεται από τη νεαρή σκηνοθέτιδα Ροδούλα Γαϊτάνου) οφείλει να εισηγείται καλλιτεχνικό αποτέλεσμα τουλάχιστον εξίσου πειστικό και εύλογο με αυτό που δημιούργησε η συνεργασία δύο ιδιοφυϊών, περιφρουρώντας ταυτόχρονα την αναγνωρισιμότητα των χαρακτήρων μέσα στο πάνθεον της ροσίνειας πινακοθήκης.
Τίποτε από αυτά δεν παρατηρήσαμε επί σκηνής στην επίσημη πρώτη. Η -ούτως ή άλλως συζητήσιμη- βασική ιδέα της παραγωγής (πρίγκιπας θεατρώνης αποτυχημένου θιάσου κατά το «κραχ» του 1928) παρέμεινε ανεπεξέργαστη, με ορατό έλλειμμα υποκριτικής διδασκαλίας των ερμηνευτών, εκ των οποίων καθένας αξιοποιούσε ό,τι διέθετε, αν διέθετε. Το αποτέλεσμα αποτελεί προειδοποίηση σε νέους και ταλαντούχους ανθρώπους, ότι η σποραδική ακόμη παρουσία τους σε -γεωγραφικά ή καθ' ύλην- περιφερειακούς καλλιτεχνικούς χώρους του εξωτερικού δεν εγγυάται αφ' εαυτής επαρκές εφόδιο για την ανάληψη παραγωγής κύριου θεάτρου, όπως -θέλοντας και μη- οφείλει να αντιμετωπίζεται η Εθνική Λυρική Σκηνή. Και αυτό όχι μόνο διότι αποθαρρύνεται το δέος έναντι της ύλης του, που πρέπει να συνοδεύει έναν νέο ακόμη καλλιτέχνη, αλλά και διότι τον παγιδεύει σε άδικη, ου μην άφευκτη, σύγκριση με άλλους πολύ περισσότερο πεπειραμένους ομοτέχνους του, που δεν θα προσάρμοζαν, όπως εν προκειμένω, το έργο στη σύλληψή τους, αλλά την ιδέα τους στο έργο! Συνεχίζεται...