Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
«Ανωνύμου του Έλληνος», λοιπόν, αυτή η πρώτη από τις ελάχιστες μεγάλες μετακλήσεις που επιτεύχθηκαν για την ισχνή καλλιτεχνική περίοδο 2013/14. Και, φυσικά, δεν αναφερόμαστε στο περίφημο σύγγραμμα του Ελληνικού διαφωτισμού («Ελληνική Νομαρχία» 1806, όπου η «νομαρχία» ουδεμία σχέση παρουσιάζει με αυτοδιοικητική βαθμίδα!), αλλά στην ανώνυμη και γενναιόδωρη χορηγία ομοεθνούς μας από το Λονδίνο που κατέστησε δυνατή τη συναυλία της 31ης Οκτωβρίου σε μια κατάμεστη και διψασμένη για καλή μουσική αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου μουσικής Αθηνών. Οι λέξεις μας ας μην θεωρηθούν συμβατικές και στερεότυπες, όπως εκείνες που διθυραμβικά επαναλαμβανόμενες στην τηλοψία έχουν αποκτήσει χιουμοριστική αξία: η μετάκληση της Ορχήστρας του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης υπό τον μέντορά της Ivan Fischer και με τη σύμπραξη της διάσημης, αλλά κάπως περιθωριοποιημένης, Πορτογαλίδας πιανίστριας Maria João Pires (ίσως και λόγω της εγκαταστάσεώς της, από το 2006, στη μικρή πόλη Lauro de Freitas, κοντά στο Salvador της Βραζιλίας) υπήρξε στίξη ανάτασης στην απανδόχευτη ευθεία της ελληνικής μουσικής ερήμου. Μια μικρή αλλά δροσερή όαση ευτυχούς σύνθεσης διαμετρικών καλλιτεχνικών ιδιοσυγκρασιών.
Θυμόμαστε τον Ίβαν Φίσερ ως παλαιό γνώριμο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, με ένα ζωηρό «Έτσι κάνουν όλες», λίγο μετά την ίδρυσή του (πρέπει να ήταν στα 1992), το οποίο μάλιστα είχε προβληθεί και από την κρατική τηλεόραση ως χορηγία της Εμπορικής Τράπεζας. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος μάς είχε εντυπωσιάσει σε συναυλία, επικεφαλής πλέον της Ορχήστρας του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης, με μια συναρπαστική ανάγνωση της ψυχολογικής όπερας του Μπέλα Μπάρτοκ «Ο Πύργος του Κυανοπώγωνα». Με αυτή την παραστατική προϊστορία στον χώρο, λοιπόν, η μείξη της εκρηκτικής ερμηνευτικής προσωπικότητας του Ούγγρου με τη συνεσταλμένη οικονομία της σολίστ αποτέλεσε στοίχημα που, ευτυχώς, κερδήθηκε θριαμβευτικά.
Το πρόγραμμα εγκαινίασε η δίπτυχη και περίπου δωδεκάλεπτη σύνθεση «Threnos in memoriam Béla Bartók» του πολιτογραφημένου Ελβετού, αλλά επίσης Μαγυάρου την καταγωγή, Sándor Veress (1907 - 1992), έργο εν πολλοίς τονικής γραφής που θα μπορούσε άνετα να απολαμβάνει τη συναυλιακή δημοφιλία τού επίσης υποβλητικού εκείνου του Εσθονού Arvo Pärt για τον εορταζόμενο εφέτος Μπέντζαμιν Μπρίττεν. Η διεύθυνση του Φίσερ διακρίθηκε από τα πρώτα κιόλας μέτρα για τη φυσικότητα της βίωσης της μουσικής, αλλά και για την στιλπνή απόδοση των οργανικών ομάδων της Ορχήστρας.
Τίποτε ωστόσο δεν προμήνυε έναν διάλογο παρόμοιας εσωτερικότητας και ουσίας του πόντιουμ με την ευαίσθητη Μαρία Ζουάου Πίρες στο απαιτητικό 4ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν που ακολούθησε. Προσωπικότητα με την εσωτερική δύναμη των χαμηλών τόνων, εξοικειωμένη με την ανατολική φιλοσοφία της στωικότητας εξ απαλών ονύχων και χωρίς ιδεασμούς πάνω από το μέτρο της ανθρώπινης φύσης, η Πίρες προσφέρει πολυεπίπεδο παράδειγμα. Από την πρώτη στιγμή που η μικρόσωμη αλλά σβέλτη καλλιτέχνις κάθισε στο πιάνο για τη μοναχική εισαγωγική της δήλωση, η μουσική αφήγηση άγγιξε απρόσμενο βιωματικό βάθος χωρίς να παραβιάζεται ο εύλογος σφυγμός της μουσικής, χωρίς να ευτελίζεται εκφραστικά η δυναμική, που παρέμεινε κλασικά οικονομημένη απ' άκρου σ' άκρη της σύνθεσης και με μιαν εκστατική ενατένιση της μουσικής ουσίας ουδαμού περισσότερο ευκρινή από τον μεγάλο αυτοσχεδιασμό της πρώτης κίνησης που κατέγραψε δυσθεώρητο αθροιστικό αντίκτυπο. Η συγκινητική ευγλωττία του β' μέρους, με διακριτούς ρόλους ανάμεσα στην κοφτή επιθετικότητα της ορχήστρας και στον τρωτό πιανισμό της Πίρες, αλλά και η αφοπλιστική εκτόνωση με τη ζωηρή και ανάλαφρη ρυθμικότητα του καταληκτικού rondo - vivace οδήγησαν το έργο σε μιαν ευφρόσυνη και λυτρωτική αποθέωση, που με ευγνωμοσύνη αναγνώρισε το κοινό. Με ανυπόκριτη ταπεινότητα η 69χρονη μουσικός χάρισε δύο χαρακτηριστικά encore, μάλλον τη Romance αρ.1, έργο 94 του Robert Schumann, σε σύμπραξη ευγνώμονος αβροφροσύνης με τον κλαρινετίστα της Ορχήστρας, και, εν τέλει μόνη, τον 3ο από τους Αυτοσχεδιασμούς (Impromptus), αρ. κατ. Deutsch 935, του Σούμπερτ.
Μόνη και καθισμένη σε κοινή θέα στα σκαλοπάτια της πλαϊνής κλίμακας της σκηνής παρακολούθησε την φαντασμαγορική εκτέλεση της 8ης συμφωνίας του Αντονίν Ντβόρζακ, με τον Φίσερ να απελευθερώνει επιτέλους την ενέργεια μιας ερμηνείας κινηματογραφικού μεγέθους και οραματικής πνοής. Μαθήματα ήθους και μουσικής...