Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος
Το κείμενο αυτό γράφεται την επομένη μόλις συνέντευξης Τύπου (31.10), στην αίθουσα της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη», κατά την οποία παρουσιάστηκε το λεύκωμα επί τη 60ή επανόδω της επετείου ίδρυσης του «Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής» με τον πλατωνικής αφετηρίας τίτλο Μουσικήν ποίει και εργάζου - Εξήντα χρόνια μουσικής παιδείας και πολιτισμού. Δεν πρέπει να παραμένουν πλέον ευάριθμοι όσοι σήμερα αντιλαμβάνονται την κεφαλαιώδη συμβολή του Συλλόγου στη στοχοθεσία, προώθηση, δημιουργία και -μέχρι σήμερα- λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, του κτηριακού και οργανωτικού συγκροτήματος που μετέβαλε την Αθήνα σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα στο πεδίο της λόγιας μουσικής. Κόντρα στην αρχαιόθεν ροπή μικρολογίας του τόπου μας, ένα επίλεκτο «πάνελ», αποτελούμενο από τον πρόεδρο του Συλλόγου Πάνο Δημαρά, τον διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη καθηγητή Άγγελο Δεληβορριά, τον διακεκριμένο δημοσιογράφο Γιάννη Καρτάλη, καθώς και τον «πρύτανη» της εθνομουσικολογίας Λάμπρο Λιάβα, ανέλυσαν απέριττα αυτή τη συνεισφορά, όπως ιδίως προσωποποιήθηκε στον Χρήστο Λαμπράκη κατά την πολυετή προεδρία του, στην οποία είχε διαδεχθεί την εξίσου αείμνηστη Αλεξάνδρα Τριάντη, εξαρχής παρούσα στο σχήμα μαζί με τον αδίκως λησμονημένο σήμερα ευπατρίδη Λάμπρο Ευταξία.
Η εναρκτήρια αυτή αναφορά μας δεν στοχεύει απλώς στη διάδοση της ενημέρωσης για μιαν έκδοση που αναμένεται να αποδυναμώσει τον διαχρονικά ανέξοδο λαϊκισμό έναντι του Μεγάρου, έτι ευχερέστερο, στον ηρωικό αυτό τόπο, πεσούσης της δυσπρόσβλητης εν ζωή «δρυός», αλλά και προκειμένου να υπενθυμίσει ότι επί της θητείας Λαμπράκη απέκτησε και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μόνιμη και αξιοπρεπή στέγη, προϋπόθεση απαραίτητη για κάθε περαιτέρω βελτιωτικό της επίτευγμα.
Τούτων δοθέντων, οφείλουμε να ομολογήσουμε τόσο τη δυσπιστία μας γύρω από το επί χάρτου πρόγραμμα της εναρκτήριας συναυλίας της για την καλλιτεχνική περίοδο 2013/14 όσο και τη διάψευση της δυσπιστίας αυτής από την εν τοις πράγμασι διαδοχή των επιλεγέντων έργων, με άξονα τη φόρμα των παραλλαγών σε ένα θέμα. Με αρχιμουσικό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή, Βασίλη Χριστόπουλο, η Ορχήστρα εγκαινίασε τη συναυλία με τις Παραλλαγές του Johannes Brahms πάνω σε ένα θέμα του Josef Haydn (1873), τουλάχιστον προτού η μουσικολογική έρευνα το πιστώσει με ικανό βαθμό πιθανότητας στον αυστριακής καταγωγής Γάλλο συνθέτη Ignace Joseph Pleyel, γνωστότερο στις μέρες μας από τη φερώνυμη παρισινή αίθουσα συναυλιών. Το έργο αυτό αποτέλεσε και την πρώτη ψηφίδα στον -πλέον εν εξελίξει- κύκλο Μπραμς της ΚΟΑ, που προβλέπεται να περιλάβει, στη διαδρομή της περιόδου, τις 4 συμφωνίες και Ένα γερμανικό Ρέκβιεμ του ιδίου. Η εκτέλεση πρόδιδε μεν σοβαρή προετοιμασία των οργανικών ομάδων του Συγκροτήματος, αλλά δεν ανέπτυξε το αθροιστικό momentum που ιδεωδώς συνδέουμε με αυτήν την ιδιοφυή σύνθεση, ιδίως στην κλιμάκωση της καταληκτικής passacaglia, προδρομικής της μεγαλειώδους -και τόσο ακανθώδους- εκείνης που ολοκληρώνει την 4η συμφωνία.
Ορισμένα προβλήματα συνέργειας ανέκυψαν στο πλαίσιο παρουσίασης των Παραλλαγών του Sergei Rachmaninov πάνω σ' ένα θέμα του Paganini (1943), εκτέλεση που έδωσε την ευκαιρία στον Τίτο Γουβέλη να συνδυάσει τον ρόλο του περιεκτικού και έγκυρου κειμενογράφου με εκείνον του δόκιμου δεξιοτέχνη. Μαθητής του -φημισμένου για την επίδοσή του στον Ραχμάνινωφ- Βρετανού Peter Katin, αλλά και του Dominique Merlet, εκπαιδευτικού καρπού μιας Nadia Boulanger και του Jean Roger-Ducasse, πεφιλημένου μαθητή του Γκαμπριέλ Φωρέ, ο Γουβέλης, αν και δεν διαθέτει ογκώδη ήχο, επιχείρησε μολαταύτα μιαν ανάγνωση γεμάτη από ενδιαφέρουσες προσωπικές πινελιές, που βρήκε τον στόχο της, παρά την πνιγηρή σύμπραξη μιας ορχήστρας σποραδικά ευαίσθητης σε θέματα δυναμικής ισορροπίας του διαλόγου με το πληκτροφόρο, ιδίως στην ατίθαση ομάδα των χαλκίνων.
Όσοι, όμως, υπό το κράτος απογοήτευσης, εγκατέλειψαν την αίθουσα στο διάλειμμα έσφαλαν στην προεξόφληση της συνέχειας. Τόσο ο Χριστόπουλος όσο και η ΚΟΑ κατέγραψαν υψηλό επίπεδο ανάμειξης και εντέλειας στις Παραλλαγές «Αίνιγμα» του Sir Edward Elgar (1899), διανύοντας μια διαδρομή γεμάτη χρώματα, εκλεπτύνσεις και ευαίσθητα αγγίγματα σε ένα έργο που προφανώς ενέπνευσε μαέστρο και μουσικούς. Την επίδοση αυτή επικρότησε ηχηρά και το κοινό, αποσπώντας, ως εγερτήριο encore, το πρώτο (1901) από τα 5 εμβατήρια του σαιξπηρικής ονομασίας κύκλου Pomp and Circumstance, έργ. 39. Έστω και χωρίς τους -οικείους από τα Proms- πρόσθετους στίχους «Land of hope and glory» του Arthur Christopher Benson στο τρίο του, το γνωστό και ως ανεπίσημος εθνικός ύμνος της Βρετανίας έργο εκτελέσθηκε με το μεγαλείο που λαχταρά καθείς, έστω και ανέλπιδα, για τη δική του πατρίδα...