Αποφάσισε να γίνει συγγραφέας σε ηλικία 11 χρόνων. Πριν από 6 μήνες, ενώ είχε πατήσει τα 82, δήλωνε "πιθανότατα δεν θα συνεχίσω να γράφω". Δεν έγραψε ποτέ μυθιστόρημα. Τα διηγήματά της όμως της χάρισαν το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν 4 τα χαράματα όταν η Καναδή Άλις Μονρό άκουγε από την κόρη της την ευχάριστη είδηση. "Μου φαίνεται αδύνατο. Είναι ένα τόσο καταπληκτικό γεγονός, που, πραγματικά, δεν μπορώ να το περιγράψω" δήλωνε έκπληκτη και αγουροξυπνημένη λίγα λεπτά αργότερα στην καναδική τηλεόραση, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα της ότι το βραβείο θα βοηθήσει τον κόσμο να δει το διήγημα ως αυτόνομη σημαντική τέχνη και όχι κάτι με το οποίο "παίζει κανείς μέχρι να γράψει το μυθιστόρημα".
Δεν είχε προηγηθεί πολλή ώρα που ο μόνιμος μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας, Πέτερ Ένγκλουντ, ανακοίνωνε στη Στοκχόλμη το όνομά της, αποδίδοντας τη βράβευσή της στη "δεξιοτεχνία της στη μικρή φόρμα του σύγχρονου διηγήματος". Μιλώντας αργότερα στους δημοσιογράφους, εξήγησε ότι το διήγημα της Μονρό "μιλά για οικουμενικά αισθήματα καθημερινών ανθρώπων", ενώ η ίδια "είναι μια συγγραφέας η οποία αποτυπώνει θαυμάσια την ανθρώπινη ύπαρξη". Ρωτήθηκε επίσης ο κ. Ένγκλουντ αν πιστεύει ότι θα σταματήσει να γράφει, όπως ανακοίνωσε πριν μερικούς μήνες. "Το Βραβείο Νόμπελ είναι μεγάλη χαρά και τιμή" είπε, "αλλά αν αυτό θα την παρακινήσει να συνεχίσει το γράψιμο, είναι δική της απόφαση".
"Μερικοί κριτικοί τη θεωρούν ένα Καναδέζο Τσέχοφ", αναφέρει η Σουηδική Ακαδημία στον ιστότοπό της στη δήλωση με την οποία ανακοίνωσε τη βράβευσή της. "Οι ιστορίες της εκτυλίσσονται γενικά σε μικρές πόλεις, όπου ο αγώνας των ανθρώπων για μια αξιοπρεπή ύπαρξη καταλήγει συχνά σε προβλήματα σχέσεων και ηθικές συγκρούσεις - ένα θέμα που συνδέεται με διαφορές γενεών ή με αντικρουόμενα σχέδια ζωής", εξηγεί η Ακαδημία, συμπληρώνοντας ότι "Συχνά τα κείμενά της περιγράφουν καθημερινά, αλλά αποφασιστικής σημασίας γεγονότα, που φωτίζουν την περιβάλλουσα ιστορία και επιτρέπουν σαν φλας την εμφάνιση των υπαρξιακών ερωτημάτων". Κι όμως, η ίδια, με εξαιρετική σεμνότητα, δήλωνε σε πρόσφατη συνέντευξή της: "Νομίζω ότι γνώρισα την επιτυχία στον τομέα αυτό, επειδή δεν είχα άλλα ταλέντα. Στην ουσία δεν είμαι διανοούμενη. Ήμουν μια απλή νοικοκυρά, αλλά δεν ήμουν καλή σ' αυτό".
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Καλλιέργησε συστηματικά τη φόρμα του διηγήματος και βασικός καμβάς στο έργο της αποτελούν οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, η ζωή στις μικρές πόλεις και η μνήμη. Δεν έγραψε ποτέ μυθιστόρημα. "Δεν μπορώ να το κάνω ακόμη» απάντησε «και, πιστέψτε με, προσπαθώ διαρκώς. Κάθε φορά που ολοκληρώνω μια συλλογή διηγημάτων, σκέφτομαι ότι τώρα είναι η ώρα να καταπιαστώ με τη μεγάλη αφήγηση" δήλωνε πριν μία δεκαετία στον Guardian. Ωστόσο, έχει τιμηθεί τρεις φορές με το Governor General's Literature Award, την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, αλλά και με το Man Booker International για το σύνολο του έργου της.
Στη χώρα μας κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων της "Μ' αγαπάει δεν μ' αγαπάει" και "Πάρα πολλή ευτυχία" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ενώ το διήγημά της "Η αρκούδα", με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο "Από τον Τσέχοφ στη Μονρό", περιλήφθηκε στον συλλογικό τόμο "Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε" των εκδόσεων Libro.