Από τον Άγγελο Σφακιανάκη, γνωστό παραγωγό και μουσικό, εκ των ιδρυτών της θρυλικής Οπισθοδρομικής Κομπανίας, λάβαμε μια ακόμα πολύτιμη μαρτυρία για την Πόλυ Πάνου, που έφυγε από τη ζωή την περασμένη εβδομάδα. Η μνήμη, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ανασύρει μια νοσταλγική στιγμή, αλλά αποτυπώνει ακόμα μια εικόνα της σπουδαίας ερμηνεύτριας που ώς το τέλος του βίου της παρέμεινε σπουδαίος και ακέραιος άνθρωπος.
Του Άγγελου Σφακιανάκη
Πρέπει να ήταν 1983-84, ένα χιονισμένο βράδυ που γίναμε φίλοι με την Πόλυ Πάνου.
Η Οπισθοδρομική Κομπανία εμφανιζόταν στο Άλσος, στο Πεδίο του Άρεως. Ένα βράδυ με πλησίασε στο σχόλασμα μια ενθουσιασμένη θαμώνας και μου είπε πως πέρασε πολύ καλά κι ότι θα ξαναερχόταν και θα έφερνε και τη φίλη της, την Πόλυ Πάνου. Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια, αλλά δεν την πίστεψα.
Εκείνο το χιονισμένο βράδυ δεν είχαμε τη γνωστή πληρότητα στο Άλσος. Το χιόνι είχε κρατήσει πολύ κόσμο στο σπίτι του.
Είχαμε αργήσει να ξεκινήσουμε. Το χαρούμενο πρόσωπο της κοπέλας πρόβαλε στην πόρτα του καμαρινιού - Έφερα την Πόλυ, μου είπε...
Πριν συνειδητοποιήσω τι είπε, η καρδιά μου άρχισε να κάνει τη δουλειά της πιο γρήγορα και με πολύ θόρυβο. Ήταν η πρώτη από τους λαϊκούς τραγουδιστές που ήρθε να μας ακούσει. Αυτή η γλυκιά ταραχή απλώθηκε σε όλους μας και με αυτήν ανεβήκαμε στο πάλκο. Την είδαμε με την παρέα της, 3-4 γυναίκες, σε ένα από τα πρώτα τραπέζια. Το πρόγραμμα κυλούσε όπως έπρεπε και η Πόλυ συμμετείχε στην αρχή χαλαρά και σιγά-σιγά πιο θερμά.
Ώσπου έφτασε η στιγμή να πούμε τον «Σκληρό χωρισμό». Ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή στο πρόγραμμα της Κομπανίας. Ένα θεατροποιημένο ντουέτο.
Πριν ανέβω στον εξώστη για να τραγουδήσω το μέρος μου, συννενοήθηκα με την Ελευθερία να έχει το νου της, γιατί μπορεί να τραγουδούσε η Πόλυ. Πραγματικά, ήδη από την εισαγωγή η Πόλυ μουρμούριζε. Όταν ξεκίνησε το κουπλέ, η Ελευθερία σταμάτησε να τραγουδάει και η κομπανία χαμήλωσε την ένταση, έτσι ακούστηκε η φωνή της Πόλυς που την ευνόησε η ακουστική της αίθουσας. - «Μου 'πε πως σε είδε για μένα να κλαις.....». Όταν ήρθε το μέρος μου, ήμουν στον εξώστη ακριβώς από πάνω της. - «Μη νομίζεις πως κι εγώ σε ξεχνάω και δεν κλαίω για σένα» της απάντησα και την έρρανα με ροδοπέταλα. Ένα θερμό χειροκρότημα ξέσπασε από το κοινό . Εκείνη είχε σηκώσει τα μάτια και με κοιτούσε χαμογελαστή. Η έκπληξη ήταν καλοδεχούμενη. Είπαμε το ρεφρέν αντικριστά. Όταν τελείωσε το τραγούδι η Πόλυ Πάνου ήταν πλέον Οπισθοδρομική Κομπανία. Ανέβηκε στο πάλκο και είπε το «Μες την πολλή σκοτούρα μου» με εκείνο το ιδιόρυθμο ποστάρισμα της φωνής της κι εκείνο το άχρονα χρονισμένο φραζάρισμα στο τραγούδισμά της. Η σιγουριά της στο πάλκο ήταν για μας ικανοποίηση και ανταμοιβή.
Σχόλασε το μαγαζί κι εμείς μείναμε κολλημένοι στο τραπέζι της. Έφυγε η παρέα της. Έφυγαν όλοι κι έμεινε μόνο ο νυχτοφύλακας να τριγυρίζει στην άδεια αίθουσα.
Εκείνη καθάριζε φρούτα και μας τάιζε στο στόμα. Μας βρήκε το ξημέρωμα στο Άλσος.
Από εκείνο το βράδυ έγινε η μεγάλη μας φίλη για πάντα.