Live τώρα    
ΚΑΠΑ ΒΗΤΑ – ARTEFACTS ENSEMBLE: Ισότιμη προσέγγιση δύο μουσικών κόσμων στην ΣΓΤ...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΚΑΠΑ ΒΗΤΑ – ARTEFACTS ENSEMBLE: Ισότιμη προσέγγιση δύο μουσικών κόσμων στην ΣΓΤ...

Εδώ και πολλά χρόνια υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση στους κύκλους της electronica για το αν και κατά πόσον τα ηλεκτρονικά μουσικά όργανα μπορούν να «αναπαραστήσουν» την ζεστασιά και το «φυσικό» ηχόχρωμα των ακουστικών...Πώς θα φαινόταν όμως αν μια φορά συνέβαινε το αντίθετο, αν δηλαδή ένα σύνολο ακουστικών οργάνων κατάφερνε να συναγωνιστεί την ηχητική ποικιλία και τις ανεξάντλητες ακόμα προς το παρόν δυνατότητες των synthesizers, samplers, προγραμμάτων sequencer κ.λπ. και τουλάχιστον να πάρει ισοπαλία σε αυτό το παιχνίδι; Γιατί – και χωρίς καν να είναι το ζητούμενο ή το αίτημα που είχε τεθεί – αυτό ακριβώς συνέβη στην πρώτη από τις δύο συναυλίες του Κάπα Βήτα με τον τίτλο «Συγκατοίκηση» στη Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση το Σαββατοκύριακο 28 και 29 Σεπτεμβρίου με μέσο το ARTefacts Ensemble, δηλαδή μιαν έστω ολιγάριθμη εξ ολοκλήρου Ας πω προκαταβολικά ότι κατά τη γνώμη μου τελικά ήταν λίγο παραπλανητικό το ότι το όνομα του Κάπα Βήτα προτασσόταν στην αφίσα και το υπόλοιπο διαφημιστικό υλικό των εμφανίσεων...

Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω ούτε στο ελάχιστο τον φίλο Κωνσταντίνο ο αληθινός «ηθικός αυτουργός και δράστης» αυτού που ακούσαμε το Σάββατο ήταν ο Κορνήλιυς Σελαμσής, ο πολύ νεαρός συνθέτης σύγχρονης μουσικής, ενορχηστρωτής – και διευθυντής σε ένα μικρό μέρος της συναυλίας - που χρησιμοποίησε ιδανικά τους δέκα οκτώ εξαιρετικούς σολίστες του ARTefacts Ensemble (πέντε έγχορδα, επτά πνευστά, πιάνο, η μόνη εξαίρεση στον ακουστικό κανόνα μιας ηλεκτρικής κιθάρας, βιμπράφωνο, ξυλόφωνο, κρουστά και ντραμς) για να «ξαναδιαβάσει» με ένα πολύ ανανεωτικό και συναρπαστικό τρόπο την ήδη θαυμάσια μουσική του Κάπα Βήτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως η μουσική αυτή ήταν απλά η «πρώτη ύλη» όπως ίσως θα έλεγε και ο συνεργάτης στο παρελθόν του Κωνσταντίνου Δημήτρης Παπαϊωάννου, για το τι προέκυψε από αυτήν αποκλειστικοί υπεύθυνοι ήταν ο Κ. Σελαμσής και φυσικά το ARTefacts Ensemble.

Ας ξεκινήσω από το μέρος της συναυλίας που περιλάμβανε ερμηνείες και ήταν το μικρότερο, το ένα τρίτο της περίπου. Μοναδική μου ένσταση η Θεοδώρα Μπάκα η οποία διαθέτει μεν μια πολύ καλή, όντως «οπερετικών» διαστάσεων και όχι μόνο καταβολών, φωνή που όμως καρά την γνώμη μου δεν «έδενε» και τόσο με τα κομμάτια του Κωνσταντίνου, εκτός ίσως από ένα που ερμήνευσε σε ντουέτο με τον τελευταίο. Ο ίδιος ο Κάπα Βήτα προφανώς αισθανόταν πολύ πιο άνετα εντός του «ορχηστρικού περιβάλλοντος» και ερμήνευσε τα κομμάτια του το ίδιο απλά και υποδειγματικά όπως και κάθε άλλη φορά. Μάλιστα στην περίσταση αυτή εκτίμησα ακόμα περισσότερο το «Ατέλειωτα Χρυσάνθεμα» που ήδη θεωρούσα το καλύτερο πιθανότατα κομμάτι του πρόσφατου album του «Αντήχηση», η ενορχήστρωση του Κ Σελαμσή με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είναι ένα από τα κορυφαία τραγούδια που έχει γράψει ο Κ. Β. και το οποίο λίγο - πολύ συνοψίζει, τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά, ολόκληρη την μέχρι τώρα πορεία του. Κακά τα ψέματα όμως, τόσο στα κομμάτια με φωνή όσο και στα οργανικά που ήταν και τα περισσότερα τον πρώτο λόγο είχε η μουσική ή μάλλον ο ήχος, άρα οι ARTefacts Ensemble των οποίων δεν μπορούσες παρά να θαυμάσεις την πολλή δουλειά που ολοφάνερα είχαν επενδύσει αλλά φυσικά και την εκτελεστική τους δεινότητα.

Ο Κ. Σελαμσής ακολούθησε ένα σχετικά σταθερό ύφος ενορχήστρωσης και ανάπτυξης, το πιάνο και τα αναρίθμητα κρουστά (πλην του βασικού εκτελεστή τους και εκείνοι του βιμπράφωνου και του ξυλόφωνου επίσης έπαιζαν ουκ ολίγα) έπαιζαν την κύρια μελωδική γραμμή στολίζοντας την με άπειρες γοητευτικές λεπτομέρειες, τα έγχορδα είχαν τον ρόλο των «πλατών» των synthesizers στα κομμάτια του ΚΒ, τα πνευστά λειτουργούσαν όπως οι bassliners, οι γεννήτριες και τα υπόλοιπα «μπλιμπλίκια» τα οποία προσθέτουν στα αυθεντικά τους περισσότερο ή λιγότερο παραμορφωμένους ηλεκτρονικούς «θορύβους» ενώ η ηλεκτρική κιθάρα κρατούσε ένα εσκεμμένα «χαμηλό προφίλ», γκρουβάροντας διακριτικά μα και λίαν αποτελεσματικά. Το σύνολο σίγουρα είχε αρκετές και ευδιάκριτες αναφορές, από τον μινιμαλισμό του Philip Glass και = κατά προέκταση μάλλον - του Michael Nyman μέχρι τον νεοκλασικισμό του Craig Armstrong αλλά υπήρχαν στιγμές που έφτανε μέχρι και τις ανεξερεύνητες ακόμα περιοχές του επιτηδευμένα «κακόφωνου» - μη σύμφωνου δηλαδή με τις αρχές της παραδοσιακής, κλασικής αρμονίας – πειραματισμού του John Zorn. Όπως ήδη υπαινίχθηκα όμως αυτό που πάνω απ' όλα δείχνει να ενδιαφέρει τον Σελαμσή είναι το στοιχείο ή μάλλον η ίδια η ουσία του ήχου...Η συναυλία ήταν περισσότερο από όλα θέμα ρυθμών από τα τόσο μετρονομικά ώστε να καταλήγουν σχεδόν «μηχανικά» παρ' ότι τα έπαιζε άνθρωπος τύμπανα και κυρίως συχνοτήτων, χαμηλών που βοούσαν σχεδόν απειλητικά, μεσαίων που άγγιζαν σαν χάδι την καρδιά και υψηλών που όξυναν, αν δεν ακόνιζαν, τον εγκέφαλο.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ήρεμο, ίσως και χαλαρωτικό αλλά δίχως ποτέ να λειτουργεί ως...«ηρεμιστικό» και ταυτόχρονα ανήσυχο – με τα πνευστά και τα έγχορδα εναλλάξ ή και μαζί να «κουβαλούν» όλη την αστική νεύρωση που χαρακτηρίζει τον Κ. Β. από την εποχή των Στέρεο Νόβα μέχρι σήμερα – μα χωρίς να σε αγχώνει, τόσο μόνο όσο για να σε κρατάει σε εγρήγορση. όπως δηλαδή ήταν ανέκαθεν η μουσική του πραγματικά τόσο σπάνιου και ξεχωριστού δημιουργού της.

Ίσως μερικές από τις ενορχηστρωτικές λύσεις του Σελαμσή να μην ευοδώθηκαν όσο θα ήθελε ή και πίστευε...Στην υψηλότερη όμως για εμένα στιγμή της συναυλίας, όταν στο encore παίχτηκε για δεύτερη φορά το «Νέα Ζωή 705» με τα πιιτσικάτο του πρώτου βιολιού σε ταυτοφωνία με το πιάνο να αναπαράγουν αριστοτεχνικά εκείνο το αθάνατο ριφ που σου καρφώνεται στο μυαλό και στη συνέχεια σύσσωμο το ARTefacts Ensemble να ξεχύνεται σε ένα απολύτως ελεγχόμενο ντελίριο το οποίο ισορροπούσε σοφά ανάμεσα στον κλασικισμό και τον ατόφιο θόρυβο ενώ η ηλεκτρική κιθάρα «έκοβε και έραβε» στρογγυλεύοντας γωνίες για να δημιουργήσει αμέσως μετά άλλες σιγουρεύτηκα ότι είχα παρακολουθήσει ένα τρομερά ενδιαφέρον, ίσως και λίγο ριψοκίνδυνο πείραμα το οποίο, στον συντριπτικό του βαθμό τουλάχιστον, είχε επιπλέον αποδειχθεί απόλυτα επιτυχημένο!! Επιβεβαιώθηκα όμως και για κάτι άλλο που είχα πρωτοσκεφτεί όταν μιλούσα με τον Κωνσταντίνο λίγες ημέρες πριν για τη σύντομη συνέντευξη του που δημοσιεύθηκε στο portal της Αυγής...

Τον είχα ρωτήσει αν αυτή η συνεργασία τον έκανε να αντιμετωπίσει με διαφορετική ματιά τον τρόπο που συνθέτει, προσθέτοντας ίσως σε αυτόν και άλλα στοιχεία ή και ηχοπαραγωγικά μέσα. Μου απάντησε ότι «όχι γιατί έτσι και αλλιώς γνωρίζω πολύ καλά τόσο την κλασική όσο και την σύγχρονη μουσική, τις ακούω και τις μελετώ από τα δέκα τέσσερα μου. Τα είδη αυτά λοιπόν δεν μου είναι καθόλου ξένα και έτσι, αν ήθελα να τα χρησιμοποιήσω, θα το είχα κάνει ήδη...αλλά βλέπεις αυτό που κάνω είναι εντελώς διαφορετικό». Τότε είχα χαμογελάσει από μέσα μου και δεν του είπα αυτό που μου πέρασε αμέσως από το μυαλό αλλά εδώ θα του το πω ή μάλλον θα του το γράψω δημόσια: Μήπως δεν το έκανες γιατί απλά εξαρχής η εσωτερική γαλήνη της κλασικής μουσικής ενυπήρχε δομικά στην φύση του έργου σου όσο σχεδόν και το απέραντο σύμπαν της electronica Κωνσταντίνε;

//www.youtube.com/embed/cN3v4TFUWGM?rel=0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0