"Πολιτική" η οθόνη των μικρομηκάδων φέτος στο Φεστιβάλ της Δράμας (16-21 Σεπτεμβρίου), με "εικόνες" για την οικονομική κρίση, τον ρατσισμό και τη βία που παράγει, αλλά και "γυναικεία" ματιά, έστω κι αν αμφισβητείται η ύπαρξη της τελευταίας ακόμα και από τις φεμινίστριες.
Η τραγική συγκυρία έφερε την προβολή της ταινίας «Red Hulk» της Ασημίνας Προέδρου (ιστορία ενός νέου που εντάσσεται σε ομάδα ακροδεξιών, οι οποίοι σε μια έφοδό τους σκοτώνουν έναν «εχθρό») να συμπέσει με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από μέλη της Χρυσής Αυγής στο Κερατσίνι. Αλλά είδαμε και την κρίση της κοινωνίας μέσα από την αποξένωση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού στο «Dead End» της Τώνιας Μισιαλή, την "επιστροφή" στις πληγές του ελληνικού Εμφυλίου, στην Ήπειρο του 1951, στην ταινία «Νικολέτα» της Σόνιας Κέντερμαν, ή τη σύνθλιψη των συναισθημάτων σε άσπρο - μαύρο, υπό το βάρος της "συναλλαγής" και της οικονομικής στενότητας, στο «Άνευ» της Ιουλιέτας Καλαντζή.
Δεν θα επαναλάβουμε εδώ την κριτική για τα γνωστά, «δομικά», προβλήματα της ταινίας μικρού μήκους, πέρα από τα όρια του Φεστιβάλ Δράμας. Είναι τα προβλήματα που συναντά κανείς γενικά στον χώρο του κινηματογράφου, αλλά μεγεθυμένα: Έλλειψη συγκροτημένης και σε βάθος κινηματογραφικής παιδείας, ανυπαρξία μονάδων παραγωγής αλλά και μηχανισμών διακίνησης - προώθησης...
Ασημίνα Προέδρου, σκηνοθέτις της ταινίας «Red Hulk» («Χρυσός Διόνυσος» - Πρώτο βραβείο καλύτερης ταινίας)
Η αφορμή για την ταινία ήταν μια άσκηση για τη σχολή, τον Ιανουάριο του 2012, όταν κληθήκαμε να κάνουμε μια ολιγόλεπτη ταινία για ένα φόνο. Τότε άρχισα να δουλεύω την ιδέα μιας ρατσιστικής επίθεσης, η οποία όμως άρχισε να αναπτύσσεται και να παίρνει την τελική της μορφή αρκετά αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2012, καταλήγοντας μέχρι το τέλος του έτους στο τελικό σενάριο, που αποτέλεσε και το σενάριο της πτυχιακής μου ταινίας στο AMC.
Η επιλογή μου να αφηγηθώ τη συγκεκριμένη ιστορία είχε σαφώς να κάνει με την ανησυχία μου σε σχέση με το ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον φασισμό. Παράλληλα όμως το θέμα της ταινίας (η επιδίωξη του ατόμου για αποδοχή και ένταξη, που συχνά οδηγεί σε ολέθριους συμβιβασμούς και στρεβλώσεις) αποτελεί και αυτό ένα βαθύτερο ιδεολογικό - αξιακό - φιλοσοφικό - υπαρξιακό ζήτημα που με απασχολεί.
Από την εικόνα που έχω για τον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο, βλέπω ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα που ξεκινούν από την έλλειψη αισθητικής αγωγής και καλλιτεχνικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και από την απουσία Ανώτατης Σχολής Κινηματογράφου, ενώ την ίδια στιγμή η κρατική χρηματοδότηση και η στήριξη των ταινιών είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Παράλληλα όμως φαίνεται να εμφανίζονται διάφορες μορφές συλλογικής δημιουργίας από τα κάτω, αλλά οι δυσκολίες είναι πολλές και δεν είναι άσχετες με τα πλήγματα που έχουν δεχτεί οι συλλογικές (συνδικαλιστικές και πολιτικές) δομές τα τελευταία χρόνια.
Τώνια Μισιαλή, σκηνοθέτις της ταινίας «Dead End» («Αργυρός Διόνυσος» - Δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας)
Σε ένα πάρτι ένας φίλος μού είχε πει μια ιστορία, ένα συμβάν με «πρωταγωνιστή» τον παππού του. Όταν έφτασα αργά το βράδυ στο σπίτι, συνειδητοποίησα ότι οι εικόνες που δημιούργησα για την ιστορία αυτή δεν σταματούσαν να γυροφέρνουν στο μυαλό μου, πράγμα που με έκανε αμέσως να γράψω κάποιες πρόχειρες σημειώσεις -έτσι για να μην ξεχάσω! Για τους επόμενους μήνες η ιστορία έπαιρνε μορφή (με αλλαγές, διαφοροποιήσεις και ταυτίσεις με τα δικά μου προσωπικά βιώματα) μέσα στο μυαλό μου, ώσπου έκατσα μια μέρα και έγραψα το σενάριο ολόκληρο μέσα σε λίγες μόνο ώρες.
Η ιστορία του φίλου μου ήταν η αφορμή να γράψω τις δικές μου σκέψεις και συναισθήματα, τις δικές μου ευαισθησίες για το θέμα της τρίτης ηλικίας και ειδικά για την εγκατάλειψη των ατόμων αυτών. Το σενάριο, αφού ολοκληρώθηκε, εγκρίθηκε για χρηματοδότηση της παραγωγής του από τη ΣΕΚΙΝ (Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου) του υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Αυτό ήταν πολύ θετικό, αφού με αυτά τα χρήματα η παραγωγή θα υποστηριζόταν από επαγγελματίες του χώρου. Μπορώ να πω ότι η ταινία δεν αντιμετώπισε προβλήματα αφού και ως παραγωγός και ως σκηνοθέτης της ταινίας είχα αφιερώσει αρκετό χρόνο στην προπαραγωγή έτσι ώστε όλα να κυλήσουν ομαλά.
Σόνια Λίζα Κέντερμαν, σκηνοθέτις της ταινίας «Νικολέτα» (Βραβείο καλύτερης σπουδαστικής ταινίας και βραβείο της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδος)
Η ταινία γεννήθηκε από μία άσκηση σεναρίου κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου στο London Film School. Έπρεπε να διαλέξουμε ένα βίωμα ενός κοντινού μας προσώπου που καθόρισε και άλλαξε τη ζωή του για πάντα. Η ιστορία της υιοθεσίας ενός αγαπημένου μου προσώπου είχε στοιχειώσει το μυαλό μου για χρόνια. Τα αληθινά γεγονότα εμπλουτίστηκαν με πολλή μυθοπλασία και σιγά σιγά οδήγησαν στο τελικό σενάριο της "Νικολέτας" που γράψαμε με την Τρέισι Σάντερλαντ.
Τοποθέτησα την ταινία τα μετεμφυλιακά χρόνια όπου οι ενδοοικογενειακές υιοθεσίες, πέρα από το οικονομικό και συναισθηματικό βάρος, είχαν και ένα τεράστιο πολιτικό βάρος. Ήταν ένας βίαιος εξαναγκασμός.
Οι «στοχεύσεις» που είχα γυρίζοντας την ταινία ήταν, κατ' αρχάς να είμαι συνεπής με την εποχή. Στα πολιτικά και στα λαογραφικά. Και έπειτα η ταινία να συγκινήσει. Αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό. Γιατί το σινεμά δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι για να μοιράζεται. Και νομίζω ότι μια ταινία με τοπικό θέμα μπορεί να επικοινωνήσει με τους θεατές και να αποκτήσει διεθνές κοινό μέσω των συναισθημάτων.
Η εικόνα που έχω για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο μέσα στις συνθήκες της κρίσης είναι μάλλον διχασμένη. Οι πόροι από το εσωτερικό τελμάτωσαν αλλά παράλληλα η αναγνώριση από το εξωτερικό ολοένα και αυξάνεται. Η εποχή μας γεννάει πολλές ιστορίες, πολλά σενάρια, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος για πόσο ακόμα οι ιστορίες θα γίνονται ταινίες. Δύσκολα γίνεται σινεμά χωρίς κρατική επιχορήγηση. Και αφού σταμάτησε αυτό, θα μπορούσε το κράτος να κινητοποιήσει την ιδιωτική χρηματοδότηση σε ταινίες. Με τρομάζει μια πολιτική που αποφασίζει ότι ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και η υγεία δεν την αφορά.
Ιουλιέτα Καλαντζή, σκηνοθέτις της ταινίας «Άνευ» (βραβείο καλύτερης φωτογραφίας για τον Πέτρο Νούσια, από την Ένωση Ελλήνων Κινηματογραφιστών - ισότιμα με τους Χριστίνα Μουμούρη για το «Red Hulk» και Νίκο Θωμά για την ταινία «Ωραίο το μουστάκι σου Giorgio»)
Η συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ Δράμας, με την ταινία "Άνευ", εκπληρώνει μια δική μου επιθυμία που γεννήθηκε όταν ακόμη σπούδαζα στη Δραματική Σxoλή. Επίσης εκπληρώνει μια βαθύτερη δική μου ανάγκη για έκφραση, συμπίπτοντας με μια δύσκολη εποχή για όλους μας. Με αφορμή διάφορα γεγονότα και βλέποντας το χαμόγελο στα χείλη να φθίνει λίγο - λίγο, μέρα με τη μέρα από τα πρόσωπα όλων μας, αλλά από την άλλη πλευρά να εξακολουθεί να υπάρχει στα παιδιά, τα οποία ακόμη αδυνατούν να μπουν στον "κόσμο των μεγάλων", θέλησα να υπενθυμίσω σε όλους μας πως η ζωή είναι πολύ περισσότερα... Θέλησα να μας υπενθυμίσω πόσο πιο σημαντικά είναι το χαμόγελο, η χαμένη αθωότητα, η αγάπη...
Θέλησα να μας υπενθυμίσω την ουσία της ζωής , την ποιότητα των σχέσεων και να τα αντιπαραθέσω στις «συναλλαγματικές» σχέσεις που κάθε τόσο αλλάζουν πρόσωπο, είτε αυτό λέγεται δραχμή είτε δολάριο ή ευρώ...