Live τώρα    
Η τέχνη των γκράφιτι σβήνεται στην Αθήνα;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η τέχνη των γκράφιτι σβήνεται στην Αθήνα;

Ήταν το έτος 1982 όταν το γκράφιτι έγινε αποδεκτό στους θεσμοθετημένους χώρους της τέχνης, στην «dokumenta 9», στο Κάσελ της Γερμανίας, και οι μέχρι τότε ανώνυμοι δημιουργοί του έγιναν ξαφνικά γνωστοί καλλιτέχνες, όπως ο Lee Quinones, που άφησε να ακουστεί «Η φωνή του γκέτο», όπως έχει αποκαλέσει χαρακτηριστικά ένα από τα έργα του.

Γεννήθηκε ταυτόχρονα με τη φιάλη του σπρέι τη δεκαετία του '60. Από νεαρούς με χαμηλό μαθησιακό επίπεδο, άνεργους στην πλειονότητά τους, που αποτυπώνανε τη βούλησή τους για την καταπιεσμένη ελευθερία της έκφρασης στα προάστια που τους είχαν στριμώξει με αυτή τη συγκεκριμένη, αυθόρμητη μορφή της τέχνης. Μίλαγαν με τα επίπεδα γραμμικά ανθρωπάκια, τα γεωμετρικά σχήματα αλλά και τα σχηματοποιημένα σύμβολα-γράμματα μια γλώσσα αρχαϊκή που έδενε την αφρικανική ή νοτιοαμερικάνικη, ινδιάνικη, λαϊκή τέχνη των προγόνων τους με τις προσωπικές τους πολιτικές θέσεις.

Αναδείχτηκε με έργα καλλιτεχνών όπως ο Keith Haring ή ο «τοιχογράφος από το Άαχεν» της Γερμανίας, που κατάφεραν να ενσωματώσουν στην τέχνη του δρόμου στοιχεία από τα κόμικς, το καρτούν, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική.

Θυμάμαι, ακόμα, όταν πρωτοήλθα για σπουδές στον Νότο της Γερμανίας, την αύρα που περιέβαλε στους καλλιτεχνικούς χώρους το όνομα του Ελβετού γκραφίστα Harald Naegeli, που είχε συλληφθεί, στη χώρα του, με την κατηγορία «μόλυνση του περιβάλλοντος».

Από τότε έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες.

Το γκράφιτι έχει καθιερωθεί ως μια μορφή τέχνης που διαφέρει και διαχωρίζεται τόσο από τα στερεότυπα συνθήματα των διαφόρων θυρών του ποδοσφαίρου που αντικρίζουμε καθημερινά όσο και από τις στερεότυπα επαναλαμβανόμενες φράσεις τύπου «Yes».

Ας θυμηθούμε εκείνα που βλέπουμε ανεβαίνοντας την Πειραιώς, στα όρια της Τεχνόπολης.

Ας θυμηθούμε συνθήματα παλιά, όπως εκείνο «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» ή το εύκολο να παρερμηνευθεί σήμερα, πετυχημένο στις μέρες του, «Έξω οι Βλάχοι απ' την Αθήνα».

Ακούω, αίφνης, στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων τον δήμαρχο κ. Γεώργιο Καμίνη να ανακοινώνει πανηγυρικά και σωρηδόν τον καθαρισμό από τα γκράφιτι των επιφανειών των τοίχων στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, αρχής γενομένης από την οδό Αθηνάς, που θα επεκταθεί και στη Σταδίου, την Πανεπιστημίου και την Ερμού.

Να δηλώνει, βεβαίως, ότι τα καλλιτεχνικά γκράφιτι θα παραμείνουν και ότι οι «μουτζούρες» που θα σβηστούν θα αντικατασταθούν με δημιουργήματα.

Να μιλά έτσι αόριστα και συγκεχυμένα, όπως αόριστα και συγκεχυμένα καταλύεται ο δημόσιος χώρος αυτής της πόλης, τα εναπομείναντα πάρκα, οι πλατείες, οι δρόμοι της.

Αναρωτιέμαι ποιος θα μπορούσε να αναλάβει το έργο αυτό όχι με εργολαβίες ιδίων, αλλά με επιτροπές ειδικών που θα έκριναν με κριτήρια αυστηρά καλλιτεχνικά τα γκράφιτι ως έργα που αφορούν τους πολίτες αυτής της πόλης. Που καταλαβαίνουν, όπως έχει πει από καιρό ο Quinones, ότι «Δεν είναι πια γκράφιτι. Δεν πιστεύω ότι ήταν ποτέ. Είναι πολύ περισσότερο μια μορφή κατάρας που έδωσε σ' αυτά ο κόσμος».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0