Η μουσική ζωή της Αθήνας κυριολεκτικά ψυχορραγεί μέσα από σκόρπιες εκδηλώσεις, συχνά απομεινάρια της χτεσινής και ήδη μακρινής μέρας, μιας ευωχίας που φρονούμε ότι έφυγε ανεπιστρεπτί. Ένα από τα πιο όμορφα λουλούδια που είχαν κατορθώσει να ανθίσουν στο άγονο έδαφος της ελληνικής ημιμάθειας ήταν η ομάδα καλλιτεχνών που επανεισήγαγε το μπαρόκ στη χώρα μας και το ευαγγελίσθηκε ποιοτικά με επανειλημμένες δισκογραφικές εκδόσεις, συνήθως υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Το άλμα του νεαρού και ταλαντούχου πιανίστα, όπως μέχρι σήμερα βλέπει τον εαυτό του, στη διεύθυνση της ορχήστρας, με έμφαση στο λυρικό δραματολόγιο της προκλασικής και κλασικής εποχής, υπήρξε αναπάντεχο και ευτυχές. Λησμονημένα pasticci και πρωτότυπα έργα βρήκαν, χάρη στις ηχογραφήσεις του, μιαν ανιχνεύσιμη θέση στην παγκόσμια μουσική τεκμηρίωση, ενώ του οφείλεται η πρόσφατη αναβίωση της κομβικής όπερας του Τζοβάνι Σιμόνε Μάιρ Ginevra di Scozia στο Ίνγκολστατ, τη γενέτειρα του αγαπημένου δασκάλου του Ντονιτζέτι, επ' ευκαιρία της 250ής επετείου της γέννησής του.
Με τον Alessandro (HWV 21, Λονδίνο 1726), την ένατη πλήρους αναπτύγματος όπερα του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ για τη λεγόμενη Βασιλική Ακαδημία της Μουσικής του Λονδίνου, ο Πέτρου ανταποκρίθηκε με επιτυχία (DECCA 2012, 478 4699) στην εμπορική ανάγκη επικαιροποιήσεως της περιορισμένης δισκογραφίας του συγκεκριμένου έργου (η πρωτοπόρος εγγραφή του Νοεμβρίου 1984 με τον Sigiswald Kuijken επικεφαλής του συγκροτήματός του La Petite Bande και με επώνυμο πρωταγωνιστή έναν αθλητικό και ευφάνταστο Rene Jacobs, για την WDR Κολωνίας, συντηρεί, πάντως, ιστορική και μουσική σημασία). Το κατά πόσον όμως μια ευρωπαϊκή ακολουθία παραστάσεων της συγκεκριμένης όπερας θα προωθήσει εντέλει τις πωλήσεις του πολυβραβευμένου σετ παραμένει ζήτημα ανοιχτό, ιδίως μετά από μια κοπιαστική παρακολούθηση της αθηναϊκής φεστιβαλικής παρουσίασης της 28ης Ιουνίου στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη». Κι αυτό επειδή, κατ' αρχάς, η όπερα στερείται ακόμη και στοιχειώδους πλοκής (ουδεμία σχέση με τα υπέροχα λιμπρέτα του Νικόλα Φραντσέσκο Χάιμ!), αφού αποτέλεσε άσκηση ισορροπίας του συνθέτη έναντι του αστέρα καστράτου της εποχής Senesino και των αντιζήλων (του και μεταξύ τους), εξίσου διάσημων υψιφώνων Francesca Cuzzoni και Faustina (Bordoni). Επιπλέον όμως και επειδή η παραγωγή της χορογράφου και σκηνοθέτιδας Lucinda Childs απέτυχε να αντιμετωπίσει ευρηματικά τη δραματουργικώς ασθενή πρώτη ύλη, καταφεύγοντας σε αφελείς υπερβάσεις που, αντί να ενισχύσουν την απρόσκοπτη απόλαυση του ποταμού των εμπνευσμένων μονωδιών του Χέντελ, απλώς δυσχέραναν έτι περαιτέρω την εστίαση της προσοχής σε αυτές.
Ύστερα, η ισχυρή για τα ελληνικά δεδομένα φωνητική διανομή δεν υπήρξε ανεπίληπτη, αφού απουσίαζαν οι δύο διάσημες ερμηνεύτριες των αντιζήλων στον δίσκο. Οι αντικαταστάτριές τους, υψίφωνοι Blandine Staskiewicz (Rossane) και Adriana Kucerova (Lisaura), δεν έπεισαν ότι επί σκηνής μάχονταν η Κάλλας και η Τεμπάλντι της εποχής τους, ενώ και ο επώνυμος ήρωας, κόντρα τενόρος Max Emanuel Cencic, πέτυχε την τεχνική και ερμηνευτική επίδοση που του προσπορίζει τη διασημότητα μόνο μετά το διάλειμμα, τοποθετημένο στο μέσον της β' πράξης. Συντηρούμε την εντύπωση ότι ο Κροάτης εμφανίζει κυμαινόμενη απόδοση στην αίθουσα και πάντως επιβεβαιώνει την κλάση του σε χώρους δωματίου. Εντυπωσιακός στον -γραμμένο για άλτο καστράτο- ρόλο του Ινδού βασιλιά Ταξίλη (όχι Τάξιλου, όπως αναφέρει το προγραμματικό δισέλιδο) Xavier Sabata, ενώ προσημειώνουμε την υπόσχεση του τενόρου Juan Sancho ως Λεονάτου και του βαθυφώνου Pavel Kudinov ως Κλείτου (που το τηλεοπτικό ρεπορτάζ «μεγάλου» καναλιού ενημέρωνε, παρεμπιπτόντως, ότι είναι... Ρωμαίος στρατηγός), ενώ με καλλιέπεια και μουσικότητα υπερασπίσθηκε τον μικρό ρόλο του Κλέωνος ο τρίτος κόντρα τενόρος, Νίκος Σπανός.
Αμήχανους μας άφησε, όμως, και η απόδοση της Καμεράτα, που, όχι πλέον ως Armonia Atenea, έπαιξε χωρίς την εξωτική ηχοχρωματική ταυτότητα σχηματισμού εποχής. Η ανακοίνωση της νέας σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου της, εξάλλου, μας καθιστά απαισιόδοξους για τη δυνατότητα αισθητικής και προγραμματικής σύγκλισής του προς τις προωθημένες και ενημερωμένες αντιλήψεις ενός αρχιμουσικού, όπως ο Πέτρου, που κινείται σε ρυθμούς νέας εποχής.