Η πρώτη καθαρά φεστιβαλική εκδήλωση στην Αθήνα του 2013, στο πεδίο ασφαλώς της λόγιας μουσικής, ήλθε στις 10 Ιουνίου, με τη (μία) συναυλία της Ορχήστρας MusicAeterna υπό τη διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή. Με σπουδές στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης, όπου υπήρξε ο τελευταίος μαθητής του θρυλικού παιδαγωγού μαέστρων Ίλυα Μούζιν, ο 41ετής Έλληνας από τον Βύρωνα της μητροπολιτικής Αθήνας εκτοξεύθηκε στη φήμη μέσω του υπερσιβηρικού Νοβοσιμπίρσκ, προτού επιχειρήσει την τελική του πτήση προς τη διασημότητα με ορμητήριο το Περμ των Ουραλίων, της Όπερας του οποίου κρατεί την καλλιτεχνική διεύθυνση τα τελευταία χρόνια με αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Ένα από αυτά συνιστά και η MusicAeterna, ορχήστρα αποτελούμενη από νέους μουσικούς, γαλβανισμένους στα αμφιλεγόμενα μεν, αλλά πυρφόρα οράματα του μουσηγέτη τους.
Οικουμενικός μουσικός ολιστικών προσεγγίσεων και ερμηνευτικών ατραπών ακραίου υποκειμενισμού, ο Κουρεντζής έχει συχνά βρεθεί στο στόχαστρο της αμφισβήτησης, με τελευταίο κεφάλαιό της την πρώτη του συναυλία με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης στο πλαίσιο της «Εβδομάδας Μότσαρτ 2013» του Σάλτσμπουργκ. Συγκεκριμένα, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, ο Έλληνας κλήθηκε να συνηγορήσει από το πόντιουμ υπέρ μιας παραγγελίας του Ιδρύματος Μοτσαρτέουμ (μεταγραφή της Φαντασίας σε ντο ελάσσονα, Κ. 475, του Μότσαρτ από τον Johannes Maria Staud), στο πλαίσιο ενός αποκλειστικά μοτσάρτειου προγράμματος, που περιελάμβανε περαιτέρω το κοντσέρτο σε ντο ελάσσονα αρ. κατ. Καίχελ 491, με σολίστ τον ιδιοσυγκρασιακό πιανίστα Pierre-Laurent Aimard, και την επονομαζόμενη συμφωνία «του Λιντς», από πολλούς θεωρούμενη ως «Σταχτοπούτα» των μεγάλων συμφωνιών του συνθέτη της. Με δεδομένα αφενός τη μικρού ενδιαφέροντος νέα δημιουργία και αφετέρου τον χαρακτήρα των λοιπών έργων ως πυλώνων του κλασικού ερμηνευτικού μέτρου, ο ριζοσπάστης αρχιμουσικός αντιμετώπισε την πηχυαία αμφισβήτηση της ιδιοφυΐας του, ιδιοφυΐας που, κατά την άποψή μας, εκδηλώνεται θεαματικά σε έργα του ύστερου ρομαντισμού και του 20ού αιώνα, ούτως ή άλλως δεκτικά προσωπικού εμπλουτισμού στην ερμηνεία τους. Είναι η περίοδος στην οποία ο Κουρεντζής σκόπιμο είναι να περιορισθεί επί του παρόντος, προτού ακουμπήσει τον πυρήνα του κλασικισμού με τους δικούς του αδυσώπητους ου μην και εκδικητικούς κανόνες.
Σε κάθε περίπτωση, το αθηναϊκό πρόγραμμα στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών επέτρεψε στον αιρετικό μαέστρο να λάμψει επί οικείου εδάφους. Τη συναυλία εγκαινίασε το 3ο και πλέον δημοφιλές κοντσέρτο από τα 5 για πιάνο και ορχήστρα του Σεργκέι Προκόφιεφ με σολίστ τον Alexander Melnikov, συντελεστή ενός μνημειώδους περσινού 3ου του Ραχμάνινωφ στον ίδιο χώρο. Σε αγαστή σύμπνοια, οι μουσικοί παρουσίασαν όχι έναν μονοδιάστατο Προκόφιεφ από ατσάλι, αλλά κυριολεκτικά ακροπάτησαν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, εναλλάσσοντας επεισόδια εξτρεμιστικού δυναμισμού και οργιαστικής αιχμηρότητας με λιμνοθάλασσες εξεζητημένης χρωματικής και δυναμικής ποίησης. Η μουσική έμοιαζε να αναβλύζει αβίαστα από την παρτιτούρα, αφού ο μοντερνισμός του Κουρεντζή δεν προσλαμβάνει ερμητικούς όρους, αλλά εκπέμπει σαφήνεια σύλληψης που, με τη σειρά της, μετουσιώνεται σε βαθιά προσωπική ενσυναίσθηση και μαρτυρία.
Με τα 9 κοντραμπάσα στο βάθος της σκηνής, οι μουσικοί εκλήθησαν να ερμηνεύσουν ιστάμενοι το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Μπέλα Μπάρτοκ που ολοκλήρωσε το επίσημο πρόγραμμα μετά το διάλειμμα, όπως ακριβώς είχε συμβεί πέρυσι για μια κατακλυσμιαία 5η του Σοστακόβιτς, στο πλαίσιο των 2 εμφανίσεων που οδήγησαν στη βράβευση του Κουρεντζή με το Μεγάλο Βραβείο Κριτικών Μουσικής της χώρας. Και εν προκειμένω, ο ίδιος και οι μουσικοί του κατέγραψαν μια ιδιαιτέρως προσωπική πρόσληψη της μουσικής, με τεχνική εντέλεια και ρομαντικές υπερχειλίσεις, φιλτραρισμένες το δίχως άλλο στον ρωσικό μυστικισμό της δεύτερης πατρίδας του.
Για τις ουρανομήκεις επευφημίες οι φιλοξενούμενοι φιλοδώρησαν το κοινό με το συμφωνικό ποίημα Δον Ζουάν του Ρίχαρντ Στράους, σε μια λευκόπυρης έντασης ανάγνωση, με τέμπι εξαιρετικής ταχύτητας να υποδηλώνουν την παροξυσμική αντίληψη της σύγχρονης σεξουαλικότητας και να εναλλάσσονται με υποβλητικά επεισόδια νυχτερινού αισθησιασμού. Μια ερμηνεία κυριολεκτικά μοναδική και πάντως ελάχιστα προορισμένη για ευαίσθητες κράσεις...