Live τώρα    
"Ρέκβιεμ" του Μίκη και όχι μόνο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Ρέκβιεμ" του Μίκη και όχι μόνο

Αν και συνάπτονται χρονικά, η Μεγάλη Εβδομάδα της πορείας προς το μαρτύριο και τον θάνατο του Θεανθρώπου διακρίνεται απολύτως από την πασχαλινή έκρηξη της χαράς. Σημείο τομής η Ανάστασή του εκ των νεκρών που, τουλάχιστον ως εαρινή διαδικασία αναγέννησης της φύσης, συνοδεύει την κοινή εμπειρία, ακόμη και εκείνη των αρνητών ή απλώς αγνωστικιστών. Στο πλαίσιο αυτό, η τιτλοφορία ως «πασχαλινής» μιας συναυλίας της Μεγάλης Τρίτης με επίκεντρο ένα Ρέκβιεμ αποτελεί τω όντι παράδοξο. Αυτό το παράδοξο μετήλθε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών για τη δική της εορταστική εκδήλωση, μια επιλογή με -προφανώς ανεπίγνωτα- στοιχεία προφητείας, αφού στη συγκεκριμένη συναυλία έμελλε να απολαύσουμε για τελευταία φορά την επίδοση της χορωδίας της ΕΡΤ, παρεμπιπτόντως του πλέον δόκιμου, κατά την άποψή μας, από τα μουσικά σύνολα της ήδη εσβεσμένης δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής εταιρείας.

Το σύνολο του χρόνου της βραδιάς στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (30/04) κατέλαβε το Ρέκβιεμ του Μίκη Θεοδωράκη, έργο του έτους 1984, για το οποίο ο συνθέτης παρέκαμψε την ελληνική απόδοση Ακολουθία εις κεκοιμημένους, ακριβώς, όπως ο ίδιος αναφέρει σε κείμενο του 1987 που συνόδευε την έκδοση της παρτιτούρας και αναδημοσιεύθηκε στο κομψό τομίδιο της ΚΟΑ για τον μήνα Απρίλιο (2013), προκειμένου να τονίσει την αναλογία του έργου του με τη συγκεκριμένη κατηγορία θρησκευτικών έργων της ευρωπαϊκής μουσικής. Γι' αυτή του τη λειτουργία ο Θεοδωράκης αξιοποίησε την κυρίως νεκρώσιμη ακολουθία με επίσης νεκρώσιμα ιδιόμελα του Ιωάννου του Δαμασκηνού, για το ποιητικό, πνευματικό και φιλοσοφικό ύψος των οποίων διατυπώνει το ανεπιφύλακτο εγκώμιό του, ενώ, ως συνθετικά πρότυπα, για το εγχείρημά του, αναγνωρίζει τις παρεμβάσεις στο βυζαντινό μέλος του Πολυκράτη και του Σακελλαρίδη, οι οποίες αναγνωρίζει ότι τον στοίχειωναν ήδη από το απώτερο 1942.

Για όποιον δεν θέλγεται άνευ ετέρου από τη λεβέντικη και μεγαλόστομη εξωστρέφεια πολλής και αναντιρρήτως πολυφίλητης μουσικής του Θεοδωράκη, το «Ρέκβιεμ» αποτέλεσε αποκάλυψη μιας άλλης, φρονούμε λιγότερο οικείας, πλευράς του, που επιβεβαιώνει μεν πορεία συνθετικής και προσωπικής ωριμότητας, αλλά κυρίως διακηρύσσει την αταλάντευτη προσήλωσή του στην ευρωπαϊκή ελληνικότητα της πνευματικής του ταυτότητας, όπως διατρανώνεται σε πρόσφατο γραπτό του, σύμφωνα με το οποίο θεωρεί τον εαυτό του έναν κρητικό μελωδό που έζησε στο Παρίσι. Η διαφορά δεν έγκειται στον όγκο των δυνάμεων που επιστρατεύει (4 σολίστ, μεικτή και παιδική χορωδία, καθώς και μεγάλη ορχήστρα), αλλά στην ίδια την υφή του μέλους, όσο και στην εναρμόνισή του. Και όντως πρόκειται για έναν Θεοδωράκη απρόσμενα διακριτικό, γνησίως βυζαντινότροπο, που συχνά ενσωματώνει τα λειτουργικά μέρη στην ψαλλόμενη μορφή τους, διακριτικά και ήπια παραλλαγμένη, όπως αντί άλλων, στο Ευλογητός ει Κύριε. Η ροή της μουσικής, στη διαδρομή των στάσεων, ανακαλεί πυκνά την οικονομία και τη σεραφική γαλήνη γαλλικών Ρέκβιεμ, όπως εκείνων του Γκαμπριέλ Φωρέ ή του Μωρίς Ντυρυφλέ. Αυτή η αγγελική διαφάνεια στη χορωδιακή γραφή λειτουργεί συχνά με υπερκόσμια υποβλητικότητα, όπως π.χ. στην εκφορά του «Και νυν αγνή Παρθένε» που εισήχθη μαγικά από τη χορωδία a cappella ή στο «Μετά των αγίων» από τη μεσόφωνο κεκοσμημένη, πάνω στο χορωδιακό ισοκράτημα, με το φωτοστέφανο των παιδικών φωνών και της απαράλλαχτης ηχοχρωματικής και συμβολικής τους ταυτότητας.

Ελπίζουμε ειλικρινά το ηχογράφημα της συγκεκριμένης άρτιας παρουσίασης να δει το φως της εμπορικής δημοσιότητας, σε αντικατάσταση της μοναδικής παλαιότερης κυκλοφορίας του έργου, όχι μόνο λόγω της φωνητικής διανομής των διακεκριμένων μονωδών (υψίφωνος Μαρίνα Βουλογιάννη, μεσόφωνος Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, οξύφωνος Βαγγέλης Χατζησίμος και βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης), αλλά και ως επιτύμβιο ενθύμημα στην υψηλή απόδοση της χορωδίας της ΕΡΤ (διδασκαλία: Νεκταρία Παλέτσου), της Παιδικής και Νεανικής χορωδίας Rosarte (αν δεν απατώμεθα, επιτέλους περισσότερο ενισχυμένης στο τμήμα αγοριών, διδασκαλία: Ρόζη Μαστροσάββα) και, φυσικά, της ίδιας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, που συνόδευσε με ζήλο υπό την αξιόπιστη και μετρημένη γενική διεύθυνση του Μύρωνος Μιχαηλίδη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0