Ένα ξύλινο κανό γεμάτο από σβόλους αλατιού. Αυτό είναι το έργο της Καλλιόπης Λεμού, αφιερωμένο στον Σόρεν Κίργκεγκωρ (1813-1855). Το μοτίβο της βάρκας είναι ιδιαίτερα οικείο στο έργο της. Ένα σύνολο συμβολισμών μπορεί να περιγραφεί μέσα από αυτό. Η βάρκα ως σύμβολο μίας μετάβασης από τον υλικό κόσμο στον πνευματικό. Η εικόνα, επίσης, του μοναχικού ταξιδιώτη είναι συνδεδεμένη με αυτή, όπως οι εικόνες της περιπλάνησης και της περιπέτειας. Τέλος, τα κανό της Λεμού με τα έντονα χειλικά στοιχεία, να θυμίζουν το αιδοίο, τη γέννηση και τη δημιουργία. Το κανό γίνεται στο έργο της ένα πυκνό σύμβολο που σε κάθε περίσταση εκφράζει ιδιαίτερες σημασίες.
Ο καλλιτέχνης επινοεί μεταφορές και μέσα από αυτό το παιχνίδι της επινόησης κατανοεί τον κόσμο και κατασκευάζει ερμηνευτικά εργαλεία. Στο έργο για τον Κίργκεγκωρ, μαζί με το κανό προστίθεται και η αμφίσημη έννοια του αλατιού, που είναι, τελικά, αυτή που το ενεργοποιεί, δίνοντας συγκεκριμένο νόημα σε ένα έργο αφιερωμένο στη μνήμη ενός φιλοσόφου. Οι σημάνσεις του αλατιού είναι πολλές. Στο συγκείμενο του έργου ταιριάζει περισσότερο η σημασία του πικρού, ως αποτέλεσμα ενός μοναχικού ταξιδιού. Χωρίς βέβαια να αποκλείεται η άλλη σημασία, της ηδονής (της νοστιμιάς). Σαν το οδυνηρό ταξίδι προς την αυτογνωσία να κρύβει ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Η Λεμού δημιουργεί ένα αμφίσημο σύμβολο και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον. Είναι και το ένα και το άλλο. Πάνω απ' όλα, το αλάτι διαλύεται, γίνεται σκόνη, λειώνει. Είναι το σύμβολο του τίποτα. Το υλικό, το αισθητηριακό, το άυλο, το κυριολεκτικά τίποτα σημαίνονται μέσα από αυτό.
Το έργο της Λεμού δημιουργεί εύστοχη μεταφορά, που κυριολεκτικά πηγάζει από το έργο του Δανού στοχαστή. Ο Κίργκεγκωρ δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στην τέχνη. Ίσως αποτελεί έναν από τους λίγους φιλοσόφους που δεν άφησε ιδιαίτερα κείμενα πάνω στην αισθητική. Είναι, όμως, από τους μοναδικούς στοχαστές που θεώρησε τον στοχασμό ως την κατεξοχήν αισθητική δραστηριότητα. Για τον Κίργκεγκωρ, ο υποκειμενικός στοχαστής (σε αντίθεση με τον αντικειμενικό που ενδιαφέρεται για τις έγκυρες αλήθειες των επιστημών) μπορεί να υπάρξει μόνο ως καλλιτέχνης. Εάν για τον Αριστοτέλη η τέχνη είναι περισσότερο ποιείν παρά πράττειν, για τον Κίργκεγκωρ συμβαίνει το αντίθετο. Για τον στοχαστή, όπως και για τον καλλιτέχνη το ποιείν δεν διαχωρίζεται από το πράττειν. Το φιλοσοφικό έργο είναι ταυτόχρονα ποιείν (έννοιες) και πράττειν γιατί εντάσσεται στο καθήκον μίας αβέβαιης αναζήτησης. Σε αυτή δίνει πάντα ένα επικό, αλλά και απροσδιόριστο χαρακτήρα. Ο στοχαστής και ο καλλιτέχνης, για τον φιλόσοφο, έχουν στο μυαλό τους, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, μόνο μία σκηνή. Δεν βλέπουν ούτε "ωραίες πεδιάδες, ούτε αναζητούν το τοπικό χρώμα και την ακρίβεια". Η σκηνή που έχουν στο μυαλό τους ονομάζεται ύπαρξη. Αυτήν περιγράφουν. Ωστόσο το ταξίδι που υπόσχονται παραμένει αβέβαιο. Εκεί συνδέεται ο ένας με τον άλλο. Αυτό το αβέβαιο ταξίδι περιγράφει το κανό της Λεμού.
Καλλιόπη Λεμού
Μία βάρκα με δώδεκα επιβάτες.
Βυζαντινό Μουσείο
μέχρι τις 8/9/2013.