Ένας από τους συνθέτες του 20ού αιώνα που επλήγησαν όσο λίγοι από τη μουσικολογική στράτευση στον σκοπό μιας -εν τέλει- αδιέξοδης πρωτοπορίας υπήρξε ο Σεργκέι Ραχμάνινωφ (1873 - 1943). Η προσκόλλησή του στη «διωκόμενη» τονικότητα, σε συνδυασμό με την αξιομνημόνευτη μελωδική του φλέβα, συνέβαλε καθοριστικά στη θεωρητική υποτίμησή του. Το γεγονός μάλιστα ότι ανήκε στη «λευκή φρουρά» των Ρώσων μεταναστών και ότι επέλεξε να εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, ενώ η μουσική του αξιοποιήθηκε ακόμη και στο πλαίσιο της ποπ, συνετέλεσε στην απροκάλυπτη ή συγκεκαλυμμένη υπεροψία έναντι του έργου του. Οι δεξιοτέχνες, ωστόσο, όπως και το γενικό κοινό, όχι μόνο δεν επηρεάσθηκαν, αλλά και περιφρόνησαν παραδειγματικά τους ευαγγελιστές του χάους, επιβραβεύοντας με φλογερές ερμηνείες και κατάμεστες αίθουσες συναυλιών τον πανύψηλο συνθέτη με την επιβλητική κεφαλή και το βαθύ εκφραστικό βλέμμα. Σήμερα ο Ραχμάνινωφ κατέχει επιτέλους τη θέση που του αρμόζει στον κόσμο της αθάνατης μουσικής και ως ο πραγματικός διάδοχος του Τσαϊκόφσκυ στον 20ό αιώνα. Η δε μονογραφική συναυλία που του αφιέρωσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 29 του παρελθόντος Μαρτίου, υπό την διεύθυνση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Βασίλη Χριστόπουλου, αποτελεί, κατά την άποψή μας, την κορυφαία, ίσως, συνεργασία τους κατά την ήδη λήγουσα καλλιτεχνική περίοδο 2012/13.
Η συναυλία αυτή προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, όχι απλώς διότι κατέγραψε επιδόσεις υψηλού επιπέδου, αλλά και για την προγραμματική τόλμη της, αφού συνδύασε την δημοφιλέστερη από τις 3 συμφωνίες του (οι «Συμφωνικές παραλλαγές» του όμως επέχουν θέση 4ης συμφωνίας) με το ολιγότερο δημοφιλές τελευταίο από τα 4 κοντσέρτα του για πιάνο και ορχήστρα, υπ' αρ. έργου 40 (είχαν προηγηθεί, στα 1934, οι επίσης δημοφιλείς «Παραλλαγές σε ένα θέμα του Παγκανίνι», που συνιστούν κατ' ουσίαν ένα 5οκοντσέρτο του ή τουλάχιστον morceau de concert για το πληκτροφόρο).
Η επιβάρυνση -με τη μομφή της μετριότητας έναντι των προκατόχων του- του κοντσέρτου σε σολ ελάσσονα, που ο μουσουργός συνέθεσε μετά τη μετανάστευσή του στις ΗΠΑ (τελική εκδοχή 1941) και αφιέρωσε στον ομότεχνό του Νικολάι Μέτνερ, βοά για την ανάγκη συνηγορίας του από εξέχοντα σολίστ. Για χρόνια την αποστολή αυτή, στη δισκογραφία, είχε επωμισθεί ο μέγας Ιταλός εκκεντρικός πιανίστας Αρτούρο Μπενεντέττι - Μικελάντζελι. Με τη μετάκληση του Nikolai Demidenko, Ρώσου δεξιοτέχνη φημισμένου όχι μόνον για την υπερβατική bravoura, αλλά και για την προθυμία εξερεύνησης του ρεπερτορίου της άγονης γραμμής, η ΚΟΑ πρόσφερε στους επισκέπτες της αίθουσας «Χρήστος Λαμπράκης» σπάνια ευκαιρία αυτήκοης αντιπαράστασης με το μεταβατικό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο. Απολαύσαμε ερμηνεία με ζωηρό διάλογο πιάνου και ορχήστρας, πυρέσσουσες κλιμακώσεις και νοσταλγικούς απόηχους, κυρίως ανάγνωση υπεράνω αμφιβολιών για την ποιότητα της ίδιας της σύνθεσης. Αν και θα μπορούσαμε να φαντασθούμε ένα largo μεγαλύτερης εσωτερικότητας, ο ογκώδης ήχος του σολίστ και η αδρότητα της δήλωσής του υπήρξαν αποκαλυπτικοί, με τη θερμή επικουρία των εγχόρδων της ΚΟΑ. Με το καταληκτικό allegro vivace πραγματική tour de force δακτυλικής ευχέρειας και συλλογικής στρατηγικής κυριαρχίας πάνω στις τυπικές μεταπτώσεις της προσωπικής αυτής μουσικής, η ερμηνεία προσπόρισε αναβαπτισμένη θεώρηση για μια σημαντική καταχώριση στην πιανιστική φιλολογία του αιώνα που έφυγε.
Η 2ησυμφωνία που ακολούθησε το διάλειμμα πιστοποίησε την αξιοσημείωτου βάθους συνεργασία ορχήστρας και αρχιμουσικού. Το ίδιο το έργο, επιτέλους χωρίς φόβο για τις «θείες μακρηγορίες» της πλήρους εκδοχής του, έτυχε μιας ενοποιητικής πνοής που ενίσχυσε το ενδιαφέρον του. Αγωγική φυσικότητα στη συμφωνική αφήγηση, φωτισμός των πολλών ενορχηστρωτικών ευτυχημάτων, αριστοτεχνικές εσωτερικές μεταβάσεις, ζωηρή στίξη και πολυφωνική αδρότητα για το σκέρτσο, μακράς πνοής ανάπτυξη της «ατελεύτητης μελωδίας» του αργού μέρους και υποψιασμένη οικοδόμηση του καταληκτικού ρομαντικού θριάμβου συνοψίζουν την ευφρόσυνη εντύπωση ενός σημαντικού καλλιτεχνικού γεγονότος. Θα άξιζε να (έχει) βρει οδό προς τη ραδιοφωνική διάδοση μέσω της EBU...