Live τώρα    
Σινεμά / Δραματοποιώντας τον μαύρο χρυσό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σινεμά / Δραματοποιώντας τον μαύρο χρυσό

Στον απόηχο τον εξελίξεων της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή και στον τρόπο που εξελίσσονται οι βάρβαρες κινήσεις στη διεθνή σκακιέρα του ελέγχου της ενέργειας έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον μια αναδρομή σε σημαντικές κινηματογραφικές παραγωγές που έδειξαν με διαφορετικούς τρόπους πώς αλληλεπιδρούν τα κράτη, οι πολυεθνικές εταιρείες και οι τοπικές οικονομίες. Στις παλαιότερες παραγωγές και στις ταινίες εποχής η μάχη επικεντρώνεται στο άτομο και στο κυνήγι της τύχης μέσα από την εκμετάλλευση των πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων, σε έναν κόσμο πρωτογενούς καπιταλισμού. Στις μεταγενέστερες ταινίες το βάρος μεταφέρεται στις πολυεθνικές, στις υπηρεσίες πληροφοριών και στα στρατεύματα μισθοφόρων.

Στην πρώτη κατηγορία συναντάμε ταινίες που συνδέουν την ατομική απληστία με τον πόλεμο και την καταστροφή των μικρών κοινωνιών. «Χωρίς πετρέλαιο, αυτή η χώρα θα αρχίσει να πεθαίνει. Και θα πεθάνετε κι εσείς». Ο αφορισμός του Τζέιμς Στιούαρτ στο «Thunder Bay» (1953) του Άντονι Μαν, στην προσπάθεια του ήρωα να πείσει μια κοινότητα ψαράδων στη Λουιζιάνα να εγκαταλείψει τον τρόπο ζωής της για χάρη της εξόρυξης, ακούγεται σαν δόγμα. Το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο, αλλά εξίσου ξεκάθαρο είναι και το τίμημα.

Πιο εμβληματικό παράδειγμα το «There Will Be Blood» (2017) του Πολ Τόμας Άντερσον, όπου ο ήρωας είναι απλώς ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας, αλλά ένας προάγγελος ενός κόσμου όπου ο έλεγχος της ενέργειας ισοδυναμεί με την απόλυτη εξουσία. Μεθοδικά και χωρίς ηθικές αναστολές ο κεντρικός ήρωας μετατρέπει την εξόρυξη σε πράξη κυριαρχίας πάνω στους ανθρώπους και πάνω στην ίδια τη φύση. Ο σκηνοθέτης δημιουργεί με βιβλικού ύφους ένταση μια σκοτεινή αλληγορία για τη γέννηση του αμερικανικού καπιταλισμού.

Άξιο αναφοράς είναι και το θρυλικό «McCabe & Mrs. Miller» (1971). Το αντι-γουέστερν του Ρόμπερτ Άλτμαν επιχειρεί μια υποδόρια, μελαγχολική και βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά σε έναν κόσμο που χτίζεται πάνω στην εκμετάλλευση, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της Άγριας Δύσης, καταδεικνύοντας τον τρόπο που η εξόρυξη πόρων αλλοτριώνει μια ολόκληρη κοινότητα.

Αρκετά παλαιότερα, το 1956, στο κλασικό δράμα «Giant» ξεδιπλώνεται ένα οικογενειακό έπος με φόντο την πετρελαϊκή έκρηξη στην καρδιά του Τέξας. Η ταινία εξερευνά τη διαφθορά που δέρνει ο πλούτος, τις κοινωνικές μεταβολές και το ανθρώπινο κόστος της ξαφνικής ευημερίας, ενώ η περίφημη σκηνή με τον Τζέιμς Ντιν λουσμένο στο πετρέλαιο είναι σχεδόν μυθολογική.

Η πετρελαϊκή βιομηχανία απαιτούσε πάντα αθόρυβο εργατικό δυναμικό. Ανθρώπους, δηλαδή, ανθεκτικούς στις δύσκολες συνθήκες, πρόθυμους να κάνουν τη βρόμικη δουλειά για ελάχιστες αμοιβές. Ο Τζακ Νίκολσον στο «Five Easy Pieces» (1970) είναι ένας από αυτούς. Στην εποχή που οι ενεργειακές συγκρούσεις αλλάζουν τον παγκόσμιο χάρτη, η ανωνυμία των εργατών στις άνυδρες πεδιάδες της εργατικής ζωής στην Καλιφόρνια αποκτά πολιτική διάσταση. Αυτό το σπουδαίο road movie είναι μια μπαλάντα για τη ματαίωση που καταγράφει με ειλικρίνεια το τέλος της ψευδαίσθησης ότι μπορείς να ξεφύγεις από το παρελθόν σου, ακόμη κι αν αλλάξεις ζωή, τάξη ή όνομα.

Πολλές ταινίες αξιοποιούν ξανά και ξανά την εμβληματική στιγμή της αναβλύζουσας γεώτρησης, όταν το τρυπάνι διαπερνά το πέτρωμα και το μαύρο υγρό εκτοξεύεται προς τον ουρανό. Ο Μάρτιν Σκορσέζε την αναπαριστά με ελεγειακό τρόπο στο «Killers of the Flower Moon» (2013), εντάσσοντάς την σε μια αφήγηση όπου το πετρέλαιο φέρνει μαζί του όλα τα γνώριμα επακόλουθα: εκμετάλλευση, προδοσία, πολιτική διαφθορά, πολιτισμική καταστροφή και, φυσικά, την ύβρη.


Από το Στενό του Ορμούζ μέχρι τα χρηματιστήρια ενέργειας

Στο αποκορύφωμα του ανατριχιαστικά επίκαιρου «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα» (1975), ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έρχεται αντιμέτωπος με την κυνική επιβεβαίωση ότι πίσω από το παζλ κρύβεται ο έλεγχος του πετρελαίου. Η ιστορία ενός απλού αναλυτή της CIA που βρίσκεται στο στόχαστρο μιας συνωμοσίας που εμπεριέχει ένα σχέδιο για εισβολή στη Μέση Ανατολή ορίζει απόλυτα την «παρανοϊκή» διάθεση των πολιτικών θρίλερ της δεκαετίας του ’70.

Στο πιο περιπετειώδες «Deepwater Horizon» (2016) έχουμε τη δραματοποίηση μιας καταστροφής όταν εξερράγη πλατφόρμα γεώτρησης, με αποτέλεσμα τη χειρότερη πετρελαιοκηλίδα στην ιστορία. Οι προειδοποιήσεις αγνοούνται, οι διαδικασίες παρακάμπτονται και η καταστροφή γίνεται αναπόφευκτη. Τέλος, υπάρχει και το «Local Hero» (1983) όπου ένας Αμερικανός φτάνει σε ένα σκωτσέζικο χωριό για να αγοράσει τη γη και να τη μετατρέψει σε πετροχημικό κέντρο, αλλάζοντας τις οικονομίες και τις ζωές.

Παρά τον κομβικό του ρόλο, ο έλεγχος του πετρελαίου απ’ το Ιράν και η ακραία αντικοινωνική πολιτική των Φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης σπάνια εμφανίζονται στο σινεμά με τρόπο που να αναδεικνύεται αυτή η διάσταση. Αντίθετα, το σύγχρονο σινεμά δεν εστιάζει στη διαχείριση της ενέργειας αλλά στο τι κόστος έχει για τον λαό αυτή η εξουσία.

Αν θέλουμε όμως να έχουμε μια πλήρη κινηματογραφική εικόνα των ανισοτήτων, οφείλουμε να μην αγνοήσουμε το δεύτερο «Mad Max» (1981) το οποίο πλέον μοιάζει λιγότερο με διατοπική φαντασία και περισσότερο με προειδοποίηση. Ο Τζορτζ Μίλερ οραματίστηκε έναν κόσμο στην έρημο της αυστραλιανής ενδοχώρας, όπου το μαύρο καύσιμο έχει γίνει η μοναδική αξία και ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει από την απληστία ενός αέναου πολέμου όπου όλοι στρέφονται εναντίων όλων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0