Η φράση «λατρεύω τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί» που εξαπέλυσε ο Ρόμπερτ Ντιβάλ υποδυόμενος τον υπολοχαγό στο αντιπολεμικό αριστούργημα «Αποκάλυψη Τώρα!» (1979) στοιχειώνει για δεκαετίες την κινηματογραφική ιστορία. Με την απλότητα αυτής της φράσης να ακούγεται κάτω από έναν καθαρό ουρανό -που κατακλύζεται από μαχητικά αεροπλάνα προτού τη διαδεχθεί ένα μπαράζ από εικόνες εκρήξεων- όπου η ζούγκλα των Φιλιππίνων μετατρέπεται σε πύρινο ορίζοντα, ο Φράνσις Φ. Κόπολα κατάφερε να αποτυπώσει τη σιωπηλή οικολογική καταστροφή - ένα «ecocide» σαν αυτά που προκαλούν οι βόμβες ή τα χημικά αποφυλλωτικά που χρησιμοποιήθηκαν στον πραγματικό πόλεμο του Βιετνάμ. Αρκετά χρόνια μετά την υπαρξιακή εποποιία του Κόπολα, μια λιγότερο διαδεδομένη αλλά πολύ δυνατή εικόνα συναντάμε στη «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή» (1998) όπου η αδιέξοδη τραγωδία του μετώπου εκφράζεται με στοχαστικούς εσωτερικούς μονολόγους. Σε αυτό το υπερβατικό πολεμικό δράμα η κάμερα του Τέρενς Μάλικ στέκεται πάνω από ένα μικρό τραυματισμένο πουλί που ψυχορραγεί στο πεδίο μάχης. Η εικόνα είναι σχεδόν σιωπηλή, αλλά ο αντίκτυπός της είναι σπαρακτικός: το πιο αθώο πλάσμα της φύσης γίνεται μάρτυρας της ανθρώπινης βίας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το παραγνωρισμένο ρωσικό κομψοτέχνημα με τίτλο «Ένα να δεις» (Come and See) του 1985, όπου ο σκηνοθέτης Έλεμ Κλίμοφ αναπαριστά τη ναζιστική φρικωδία μέσα από το ταξίδι ενός δωδεκάχρονου παιδιού στα καμένα χωράφια της Λευκορωσίας, που μοιάζουν με νεκρό τοπίο, σε ένα φιλμ που αποτελεί κορυφαία στιγμή του σκληρού μετα-σοβιετικού κινηματογράφου της περεστρόικα.
Από το «Avatar», στον Σπίλμπεργκ
Η οικολογική θεματολογία βρίσκει τον δρόμο στη μεγάλη οθόνη ακόμη και μέσα από πιο mainstream κινηματογραφικές παραγωγές, όπως το «Avatar» του Τζέιμς Κάμερον. Αν και πρόκειται για ταινία φαντασίας, η ιστορία της στρατιωτικής εκμετάλλευσης ενός αγνού οικοσυστήματος λειτουργεί ως αλληγορία για τις περιβαλλοντικές συνέπειες της ανθρώπινης επέμβασης και της πολεμικής βίας. Περαιτέρω, η βαθιά φθορά του φυσικού τοπίου από τον πόλεμο διαφαίνεται μεγαλοπρεπώς στην «Αυτοκρατορία του Ήλιου» (1987), όπου ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αναπαριστά με γλαφυρότητα τα χρόνια της ιαπωνικής κατοχής στην Κίνα, όταν οι βομβαρδισμοί κατέκαψαν τις αγροτικές περιοχές. Τέλος, στο δραματικό «Θηρία χωρίς πατρίδα» (Beasts of No Nation) του 2015, με φόντο τον εμφύλιο πόλεμο στη Δυτική Αφρική, τα δάση μετατρέπονται σε πολεμικές ζώνες και η ζούγκλα δεν αποτελεί πια καταφύγιο αλλά πεδίο μάχης.
Ιαπωνικά animation και πυρηνικά
Το ιαπωνικό σινεμά που ασχολήθηκε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε πώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις άφησαν πίσω τους ένα πλήρως μολυσμένο περιβάλλον. Στην animation ταινία «Grave of the Fireflies» (1988) ο σκηνοθέτης Ισάο Τακαχάτα παρουσιάζει την καθημερινότητα δύο παιδιών μετά τους βομβαρδισμούς της Ιαπωνίας το 1945, αναδεικνύοντας ένα φυσικό τοπίο που έχει μετατραπεί σε ερείπια. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και το «Barefoot Gen» (1983), ακόμα ένα βραβευμένο ιαπωνικό animation που αναφέρεται στη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, που δείχνει τις ολέθριες συνέπειες της ραδιενέργειας όταν η βόμβα αφήνει πίσω της τοπία από στάχτη και σιωπή.
Ο φόβος για τις οικολογικές συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου αποτέλεσε επίσης κεντρικό θέμα αρκετών κινηματογραφικών ταινιών, όπως το «The Day After» (1983), στο οποίο παρουσιάζονται οι επιπτώσεις μιας πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης, όπου η ραδιενέργεια καταστρέφει τις καλλιέργειες και οδηγεί σε κοινωνική κατάρρευση. Ενώ, τέλος, ακόμη πιο ζοφερή είναι η βρετανική ταινία «Threads» (1984), η οποία περιγράφει έναν κόσμο μετά από πυρηνικό πόλεμο όπου η γεωργία έχει καταρρεύσει και το κλίμα έχει αλλάξει σχεδόν ανεπιστρεπτί. Το φαινόμενο της «μαύρης βροχής» που εμφανίστηκε πρόσφατα μετά τις επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην περιοχή της Τεχεράνης πιθανότατα να αποτελέσει ακόμα μία «μαύρη» πηγή έμπνευσης για αντιπολεμικά φιλμ του μέλλοντος. Η αντίδραση είναι ανύπαρκτη. Η τέχνη περισσεύει.
