Στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων-στο Πάρκο Ελευθερίας- στις πρώην φυλακές του ΕΑΤ-ΕΣΑ από την Τρίτη 17 έως και και τις 22 Φλεβάρη θα συναντήσει ο επισκέπτης μια σύνθετη ζωγραφική και γλυπτική εγκατάσταση του εικαστικού Δημήτρη Αστερίου που επιχειρεί να αναπλάσει το βίωμα του Παλαιστινιακού Λαού της Λωρίδας της Γάζας, όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα του Εσσάμ Θεόδωρου Αλαντάση που κατάγεται από την Γάζα, ζει στα Γιάννενα και η οικογένειά του επιμένει να ζει στα χαλάσματα της Παλαιστίνης.
Η έκθεση οργανώνεται από την Πρεσβεία της Παλαιστίνης στην Αθήνα και με την Υποστήριξη του Δήμου Αθηναίων. Η αδελφική φιλία του εικαστικού από την Δράμα Δημήτρη Αστερίου -τον γνωρίσαμε από τα «Ματωμένα πορτρέτα» στον αντιφασιστικό Σεπτέμβρη- με τον ποιητή Εσσάμ Αλαντάση, τον νοσηλευτή Παλαιστίνιο από την Γάζα που ζει πλέον στην Ελλάδα, γέννησε ένα δίγλωσσο -ελληνικό και αγγλικό λεύκωμα- όπου 17 ποιήματα «συνομιλούν» με ισάριθμους ασπρόμαυρους πίνακες ζωγραφικής, επιχειρώντας να κρατήσουν ζωντανή την μνήμη που ξεθωριάζει, όταν οι πόλεμοι, η γενοκτονία, η λήθη και η βία εξαφανίζουν όχι μόνο τα αρώματα, τα δένδρα, τα λουλούδια, τους κήπους, τις αυλές, τα σπίτια,τους δρόμους, τις πόλεις, τους ανθρώπους, τα σύνορα, παραμένοντας μόνο η θάλασσα σταθερή με την συνεχή της κίνηση και τον ανοιχτό ορίζοντα.

Ο πρόσφυγας ποιητής της Γάζας, θρηνεί νεκρούς μάρτυρες συγγενείς του. Εφόσον δεν του επιτρέπουν την επιστροφή στην πατρίδα του, στην γενέτειρα του,στους συγγενείς του, το μόνο που μπορεί να κάνει η αναπόληση και ο μεταβολισμός της σε ποίηση. Την μνήμη και την νοσταλγία -που δεν θέλει να γίνει ρεβανσισμός- δεν μπορούν να του την κλέψουν! 17 ποιήματα για κήπους με λεμονιές τριαντάφυλλα, ελιές, ροδιές,πορτοκαλιές, μολόχες, καυτερές πιπεριές, γιασεμιά, φραγκοσυκιές, ηλιοτρόπια, κήπους που δεν υπάρχουν πια, γιατί αυτό θέλει ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, κήπους που δεν συνοδεύονται από σπίτια γιατί η σιωνιστική μπουλντόζα τα έκανε χαλάσματα για να οικοδομήσει πάνω τους resort, κήπους που έγιναν τάφοι παιδιών που αναζήτησαν λίγο αλεύρι, κήποι που κρύβουν μόνο αναφιλητά και όχι έρωτες.


«Αχ πορτοκαλιά μου, όσο και να σε κλαδεύουν, ο ανθός σου θα παραμείνει εκεί, κι ανάμεσα από τα κλαδιά σου πρόσωπα γνωστά Ζακ,Ομαρ, Σοφία, Βασίλης κι όλα τα νιάτα μαζί. Όλες οι μάνες έχουν το ίδιο δάκρυ και τη ίδια πίκρα για την κατάντια ετούτης της ζωής» γράφει σε ένα ποίημά του ο Εσσάμ τον οποίον αντάμωσα λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης και να τι είπε στο avgi.gr για τους μνημονικούς πια κήπους της Παλαιστίνης .

«Το χωριό μου λέγεται “Μοναστήρι των Φοινίκων”. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού δρόμου υπήρχαν φοίνικες, λεμονιές,πορτοκαλιές . Για φράχτες στα χωράφια, φύτευαν φραγκοσυκιές. Είχαμε πολλά λιοτρίβια . Σε κάθε αυλή και δρόμο υπήρχαν ελιές. Τα σπίτια ήταν μικρά με τσιμεντόλιθα χτισμένα. Οι στέγες ήταν όλες από elenit. Δεν ήταν εύκολη η πρόσβαση στην παραλία. Υπήρχαν πάντα στρατιώτες και μετά τις 8 το βράδυ απαγόρευση κυκλοφορίας. Όμως εμείς σαν μικρά παιδιά κάναμε τη διαφορά και πετάγαμε πέτρες στους στρατιώτες. Αυτοί απαντούσαν με αληθινά πυρά. Το βράδυ φτιάχναμε καντήλια από γυάλινα μπουκάλια με ένα κερί και πηγαίναμε πίσω από τους φοίνικες. Καθόμασταν με τους φίλους και τα ξαδέρφια να λέμε ιστορίες. Είχαμε ένα ποδήλατο συνεταιρικά. Τσακωνόμαστε ποιος θα το οδηγήσει. Επίτηδες το μεσημέρι κάναμε φασαρία για να ξυπνήσουμε τους μεγαλύτερους που ξεκουράζονταν γιατί το ποδήλατο δεν είχε λάστιχα, παρά μόνο τις ακτίνες. Για φρένο είχαμε τις φτέρνες μας. Γεννήθηκα στην κατοχή και το όνειρο μου ήταν να πολεμήσω για να απελευθερωθεί η πατρίδα μου από τον κατακτητή. Όταν γυρνούσα σπίτι ,ο πατέρας μου είχε βάλει μια βρύση έξω από την πόρτα γιατί η μάνα μου με μάλωνε συνεχώς για να πλένω τα πόδια μου πριν μπω στο σπίτι. Παίζαμε ξυπόλητα. Δεν υπήρχαν παπούτσια. Όταν έμπαινα σπίτι πάντα μύριζε κανέλα, θυμάρι και φασκόμηλο. Υπήρχαν πάντα χαμογελαστά πρόσωπα. Τώρα έγιναν μόνο μνήμη Δεν υπάρχει τίποτα μόνο καταστροφή και φωτιά. Φύγανε τα χαμόγελα κ κανένας δεν ασχολείται κανένας δεν μιλάει..».

Ακούγοντας τα συγκλονιστικά λόγια του Εσσάμ σκέφτομαι σε πόσους άλλους τόπους η ίδια καταστροφή και ξεριζωμός κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου.Σκέφτομαι ότι ίδιες ήταν και οι αναμνήσεις των μικρασιατών προσφύγων όταν έφτασαν στην Ελλάδα το 1922.
Η πίκρα, η μνήμη και το ποίημα του παλαιστίνιου Εσσαμ αντάμωσε την «εσωτερική προσφυγιά» του εικαστικού Δημήτρη Αστερίου που μεταβόλισε σε ασπρόμαυρο πίνακα την ζωή, τα πρόσωπα, τους τόπους που δεν υπάρχουν. Η ποίηση και η ζωγραφική γίνονται ηχεία της μνήμης. Το αίτημα είναι πανανθρώπινο. Τα φυτά στους πίνακες αγκαλιάζουν τις ανθρώπινες μορφές χωρίς να τις επισκιάζουν και οι στίχοι ξεπηδούν , ξαναφυτρώνουν σαν σπόρος μέσα από το μαύρο πίνακα, υπενθυμίζοντας την αναγέννηση, την συνέχεια της ζωής, την ελπίδα, ότι η μνήμη κάτι θα γεννήσει.Θεραπευτικός ο ρόλος της τέχνης και διορατικός.

Οι «17 κήποι» περιμετρικά του χώρου της έκθεσης είναι οι κατεστραμμένοι κήποι της Παλαιστίνης που βάφτηκαν στα χαλάσματα του πολέμου. Είναι οργανωμένοι σε μικρές «γειτονιές» και το κάθε έργο αναπαριστά έναν χαμένο παράδεισο, όπου ζούσαν άνθρωποι με όνειρα, έρωτες, γέλια, χαρά, γιορτές και τώρα μόνο θάνατος, τάφοι και νεκροί. Το σχήμα των έργων είναι τετράγωνο, περίκλειστο, όπως και οι κήποι, τα χρώματα ασπρόμαυρο , όπως η ξεθωριασμένη μνήμη, ανάμεσά τους τελάρα βαμμένα με κόκκινο και πράσινο χρώμα , όπως και τα χρώματα της σημαίας της Παλαιστίνης. Στο κεντρικό μέρος της εικαστικής εγκατάστασης, οι κήποι της Γάζας, δεν είναι μνήμη, αλλά παρών καλώντας τον επισκέπτη να τους περιδιαβεί. Είκοσι μεταλλικές στήλες φορτωμένες με λουλούδια, πουλιά και καρπούς της εύφορης γης της Παλαιστίνης σε μια γλυπτική αναπαράσταση κήπου. Λουλούδια χάρτινα, εύθραυστα, μέσα στους κήπους όπως και οι ζωές των ανθρώπων.

Στην άκρη της αναπαράστασης των κήπων, της φύσης, της ζωής, ένα μαύρο σπίτι, εικόνα πένθους, καταστροφής. Η καμινάδα του σπιτιού ανασαίνει χαμένα παιδιά, υποσιτισμένα ,που ο καπνός τους σκορπίζεται στον αέρα. Αυτά τα παιδιά που είναι η ελπίδα ξεφυτρώνουν από παντού στην έκθεση και αγκαλιάζουν ένα λευκό περιστέρι που δεσπόζει ανάμεσα στα φυτά και τα λουλούδια και ορκίζονται πίστη για ζωή και αξιοπρέπεια. Μακάρι η τέχνη να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία των πολιτών.


ΚΑΠΟΤΕ ΗΤΑΝ ΣΠΙΤΙΑ
Ήταν άνθρωποι που δημιούργησαν σπίτια και ασβεστωμένες αυλές.
‘Ήταν δρόμοι γεμάτοι με φοίνικες, λεμονιές και λίγο νερό μετά από βροχές.
Και ευθεία ήταν το πέλαγος να μας χαιρετά.
Ήταν παράθυρα γεμάτα με στάμνες για δροσερό νερό.
Ήταν πάντα ιδρωμένες σαν δύο κορμιά μετά από έρωτα
Κι όμορφες ματιές σαν να χαμογελάνε
και να σου λένε εδώ είναι η Ανατολή.
Ήταν ήλιος, παιδιά, βιβλία και γειτονιές
Φωνές που παίζανε κρυφτό, κουτσό και μπίλιες στο έδαφος με χρώματα πολλά.
Ήταν ελιές, φραγκοσυκιές, χαρουπιές, ο Ιησούς, Προφήτες, όλα αλήθεια και χαρές!
Ήταν δυνατά τα χέρια και κορμιά αγάλματα και όμορφες ψυχές.
Όταν σου χαμογελάνε σου ανοίγουν την καρδιά
και σου τραβάνε τη μαυρίλα.
Κι ερωτεύονται τόσο δυνατά σαν του πέλαγου το κύμα.
Ήταν όνειρα που τριγυρνάνε στους τοίχους, στα σπίτια.
Και μια μέρα, ήρθαν άνθρωποι με μαύρα χέρια, δειλοί κατακτητές,
και γέμισαν τις ψυχές μας με πίκρες και αθυμία.
Τώρα ορφανά τα σπίτια και οι πόρτες σάπισαν από μαύρες βροχές.
Κι οι έρωτες γίναν μνήμες.
Φύγαν οι άνθρωποι και θάφτηκε η ζωή μας...
Όμως από τα αίματα των παιδιών μας θα καρπίσουν οι ελιές.
Εσσάμ Θεόδωρος Αλαντάση