«Επιστροφή στην πατρίδα» το ντοκιμαντέρ της Χρύσας Τζελέπη και του Ακη Κερσανίδη που μετά την βράβευση του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και των Χανίων συνεχίζει το ταξίδι του στην κινηματογραφική αίθουσα «Δαναός» της Αθήνας από την Πέμπτη 22 Γενάρη, παρουσία όχι μόνο των σκηνοθετών αλλά και του Γερμανού πρωταγωνιστή, του Τίτους Μίλεχ.
Μετά τις προβολές θα ακολουθεί καθημερινά συζήτηση με ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες και σκηνοθέτες, γιατί αυτό το «αντιπολεμικό δοκίμιο» θέτει ζητήματα που αφορούν την μνήμη, την ενσυναίσθηση, το διαγενεακό τραύμα της διαχείρισης των εγκλημάτων του ναζισμού σε μια εποχή που η ακροδεξιά καλπάζει και η σιωπή πολλές φορές είναι συνενοχή.

Το avgi.gr συνάντησε τους δυο σκηνοθέτες που ήρθαν στην Αθήνα και συζήτησε μαζί τους για το ταξίδι του αναστοχασμού ενός Γερμανού στην πατρίδα του που την απαρνήθηκε, την εγκατέλειψε από ενοχή για το ναζιστικό της παρελθόν της. Άραγε το δικό του τραύμα επουλώθηκε, βγήκε νικητής από αυτήν την οδύσσεια, τι συνάντησε επιστρέφοντας στην Γερμανία του σήμερα και πώς οι συμπατριώτες του διαχειρίζονται την συλλογική μνήμη; Πώς ο κινηματογράφος και η τέχνη συμβάλουν στην ακύρωση της ιστορικής λήθης που πλέον είναι διεθνής συνταγή της εξουσίας αλλάζοντας το λεξιλόγιο και την γραμματική της διεθνούς νομιμότητας;
Ερ: Πώς γεννήθηκε η ιδέα της «Επιστροφής στην πατρίδα» και πώς εντοπίσατε τον 80χρονο σήμερα ψυχίατρο Τίτους Μίλεχ, "πρωταγωνιστή" της ταινίας σας;
Η ιδέα για την πραγματοποίηση της ταινίας γεννήθηκε όταν διαβάσαμε το βιβλίο του Τίτους Μίλεχ «Ο τόπος του εγκλήματος – Γερμανία ανοίκεια πατρίδα».
Διαβάζοντας το συγκλονιστήκαμε και οι δύο από την αμεσότητα και από τον εκθετικό τρόπο που ο συγγραφέας καταγράφει τις σκέψεις τα βιώματα και τα συναισθήματα του μένοντας «γυμνός» απέναντι στον αναγνώστη. Είδαμε εκεί έναν ανθρώπινο χαρακτήρα που κουβαλάει το τεράστιο υπαρξιακό βάρος της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας και το πώς αυτή συναντάει την ιστορική συλλογική μνήμη της εγκληματικής γερμανικής πολιτικής στην περίοδο του ναζισμού.
Κάποια στιγμή αντιληφθήκαμε ότι το βιβλίο συνόδευε τη σκέψη και των δυο μας για μεγάλο διάστημα και προκαλούσε συζητήσεις μεταξύ μας και μεταξύ φίλων. Τελικά το περιεχόμενο αλλά και τρόπος που είναι γραμμένο το βιβλίο (ένα ημερολόγιο ταξιδιού και συναισθημάτων) μας οδήγησε να διερευνήσουμε την πιθανότητα να κάνουμε μια ταινία.
Στη συνέχεια επιδιώξαμε να συναντήσουμε τον Τίτους Μίλεχ για να του εκθέσουμε την πρόθεση μας να κάνουμε μια ταινία στην οποία θα παρουσίαζε ο ίδιος την ιστορία του ταξιδιού του στη Γερμανία μπροστά στην κάμερα.
Η συνάντηση έλαβε χώρα σε ένα συμπαθητικό ουζερί στην παραλία της Επανωμής.
Ο Τίτους η γυναίκα του η Μαργαρίτα η Χρύσα και εγώ, καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι στο σχεδόν άδειο μαγαζί ενώ έξω το χιόνι έπεφτε χωρίς σταματημό.
Με το που βρεθήκαμε και ανταλλάξαμε τις πρώτες κουβέντες είμασταν ήδη πεπεισμένοι. Αυτός θα ήταν ο ήρωας της ταινίας μας αν αυτή γινόταν ποτέ. Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα και με αρκετό ενδιαφέρον και κάποια στιγμή του θέσαμε τις σκέψεις μας για την παραγωγή της ταινίας και του ζητήσαμε να είναι ο ίδιος που με την παρουσία του μπροστά από την κάμερα θα μας οδηγήσει στην εξέλιξη της ιστορίας. Το αποδέχτηκε μετά από ολιγόλεπτη σκέψη και έτσι ξεκινήσαμε. Λίγες μέρες μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο σενάριο.
Ε: Τι αποζητά ο Τίτους Μίλεχ με το ταξίδι αυτό της επιστροφής στην γενέτειρα του, στην πατρίδα του την Γερμανία, μετά από χρόνια απάρνησης και ντροπής. Διερευνά μόνο το παρελθόν ή τον αφορά και η σημερινή γερμανική συλλογική συνείδηση;
Επιστρέφοντας το 2000 για ένα μικρής διάρκειας ταξίδι στη Γερμανία, την πατρίδα του ο Τίτους Μίλεχ διαπιστώνει ότι οι μνήμες - φαντάσματα του παρελθόντος - ξυπνούν μέσα του. Αρχίζει λοιπόν να καταγράφει σε ένα τετράδιο εν είδη ημερολογίου τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς περίμενε να δει εκεί μετά από 30 χρόνια απουσίας αλλά σίγουρα αντιλήφθηκε ότι η ήρεμη και τακτοποιημένη καθημερινότητα έκρυβε στο υπόστρωμα της πρόχειρα σκεπασμένα τα τραύματα της φρικιαστικής εποχής του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Και επίσης ότι οι κάποιες νοοτροπίες και κομμάτια κάποιων τρόπων σκέψης μιας «γερμανικότητας» δηλαδή μιας αίσθησης ανωτερότητας, διατηρούνται ακόμη σε μεγάλο βαθμό, ακριβώς διότι η γερμανική κοινωνία δεν τόλμησε να συνομιλήσει με το εγκληματικό της παρελθόν στα ίσια, και να αντιπαρατεθεί σε αυτό με ειλικρίνεια και σθένος.
Αποφασίζει τότε να κάνει ένα δεύτερο ταξίδι στην γενέτειρα του τον επόμενο χρόνο και να επισκεφτεί περισσότερους χώρους μνήμης – στρατόπεδα συγκέντρωσης κτλ, κρατώντας πάλι ημερολογιακές σημειώσεις και καταγραφές των συναισθημάτων του, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς αφέθηκε από τη μεριά του γερμανικού λαού να συμβούν όλα αυτά. Σαφέστατα λοιπόν όλη αυτή η διερεύνηση και καταγραφή που έκανε ο Τίτους Μίλεχ στα δύο ταξίδια του εκτός από μια προσωπική αναζήτηση και πιθανόν ένα είδος λύτρωσης, αφορά και τη σύγχρονη συλλογική συνείδηση που διαμορφώνεται φυσικά και από την κατανόηση του παρελθόντος αλλά νομίζουμε ότι ακόμη περισσότερο αφορά το όχι και τόσο μακρινό μέλλον της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης.
Ερ: Υπάρχουν στο ντοκιμαντέρ οι μαρτυρίες των παλιών συμμαθητών και φίλων του Τίτου που αποδεικνύουν ότι όλοι γνώριζαν τα ναζιστικά εγκλήματα αλλά σιωπούσαν. Ο ναζισμός είχε κοινωνική αποδοχή. Εσείς τους αναζητήσατε;
Σχεδιάζοντας την ταινία σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να βρούμε και κάποιους άλλους ανθρώπους που θα καταθέσουν και αυτοί τη μαρτυρία τους σχετικά με το πώς αυτοί και οι γονείς τους, ή άλλοι συγγενείς, που ζήσαν την εποχή του ναζισμού αντιμετώπισαν ή αντιμετωπίζουν οι ίδιοι αλλά και πώς διαχειρίστηκαν το ζοφερό παρελθόν της χώρας που μεγάλωσαν. Με μερικούς από αυτούς ο Τίτους διατηρούσε κάποια σχέση αλλά κάποιους είχε να τους δει από τότε που ήταν νέος.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν η συνάντηση με τον ψυχίατρο Κλωντ Σοντέρ τον οποίο δεν γνώριζε ο Τίτους παρά μόνο μέσω αλληλογραφίας. Ο Κλωντ Σοντέρ είναι ψυχίατρος που ζει στο Στρασβούργο της Γαλλίας, μερικά χιλιόμετρα από τα γερμανικά σύνορα, που είχε διαβάσει το βιβλίο του Τίτους και ζήτησε να τον γνωρίσει. Ο Κλωντ μας είπε ότι έχει αρκετούς Γερμανούς ασθενείς σε νεαρή ηλικία με οικογενειακά ζητήματα ταυτότητας, που περνούν τα σύνορα για να κάνουν ψυχανάλυση με αυτόν επειδή είναι Γάλλος και όχι Γερμανός. Αισθάνονται ότι σ’ αυτόν μπορούν να ανοιχτούν με αυτόν περισσότερη άνεση. Πράγμα που σημαίνει ότι τα τραύματα από την πλευρά τους, ως απόγονοι των θυτών του ολοκαυτώματος, κάθε άλλο παρά έχουν επιλυθεί - επουλωθεί και περνούν από γενιά σε γενιά.
Ο Τίτους η γυναίκα του η Μαργαρίτα η Χρύσα και εγώ, καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι στο σχεδόν άδειο μαγαζί ενώ έξω το χιόνι έπεφτε χωρίς σταματημό.
Με το που βρεθήκαμε και ανταλλάξαμε τις πρώτες κουβέντες είμασταν ήδη πεπεισμένοι. Αυτός θα ήταν ο ήρωας της ταινίας μας αν αυτή γινόταν ποτέ. Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα και με αρκετό ενδιαφέρον και κάποια στιγμή του θέσαμε τις σκέψεις μας για την παραγωγή της ταινίας και του ζητήσαμε να είναι ο ίδιος που με την παρουσία του μπροστά από την κάμερα θα μας οδηγήσει στην εξέλιξη της ιστορίας. Το αποδέχτηκε μετά από ολιγόλεπτη σκέψη και έτσι ξεκινήσαμε. Λίγες μέρες μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο σενάριο.
Ερ: Επισκεφτήκατε πολλά γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης και δεν αρκεστήκατε σε ένα. Γιατί;
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που επισκεφτήκαμε, πέραν του ότι μερικά από αυτά τα είχε ήδη επισκεφτεί ο Τίτους και άρα ήταν μέσα στην αφήγηση εξαρχής, επιλέχτηκαν με βάση τις ιδιαιτερότητες τους σε σχέση με τον προορισμό που είχε το κάθε ένα. Για παράδειγμα το Κάστρο Γκράφενεκ υπήρξε χώρος όπου συλλέγονταν για να οδηγηθούν στη συνέχεια στο θάνατο πολίτες που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και τα γενετικά κριτήρια λόγω ανίατων ασθενειών, που θεωρούνταν από την ναζιστική ιατρική εκφυλιστικές και για αυτό οι φορείς αυτών των ασθενειών (ψυχικά άρρωστοι, άτομα με σωματικές αναπηρίες, κ.α) υποβαλλόταν σε ευθανασία. Αυτή η δολοφονική τακτική είχε ξεκινήσει αρκετά πρίν τον πόλεμο με το που ανέβηκαν οι ναζί στην εξουσία και αφορούσε αποκλειστικά Γερμανούς πολίτες.

Τέτοια κέντρα ευθανασίας ήταν διάσπαρτα σε όλη τη χώρα. Το Γκράφενεκ ήταν το πτώτο όπου εγκαινιάστηκε αυτή η τακτική. Το Οστχόφεν ξεκίνησε σαν στρατόπεδο για πολιτικούς κρατούμενους κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, αναρχικούς κ.α και στη συνέχεια έφεραν και άλλες κατηγορίες κρατουμένων. Το Ράβενσμπυρκ ήταν στρατόπεδο εργασίας μόνο για γυναίκες κρατούμενες από όλη την Ευρώπη. Ενώ το Φλόσενμπουργκ εκτός των άλλων ήταν εκτός των άλλων κρατούνταν πολλοί ομοφυλόφιλοι που εξοντώνονταν από την απάνθρωπη δουλεία στο λατομείο γρανίτη δίπλα στο οποίο είχε χτιστεί το στρατόπεδο.
Ερ: Μπορεί κάποιος να διαχειριστεί το τραύμα του ναζιστικού εγκληματικού παρελθόντος και μέσα από την ζωγραφική, την τέχνη, λέτε στην ταινία σας. Δυσκολευτήκατε να το εντοπίσετε;
Ο ποιητής Paul Celan απάντησε στη γνωστή ρήση του φιλόσοφου Theodor Adorno που υποστήριζε ότι «Θα ήταν βάρβαρο αν κάποιος έγραφε ποίηση μετά το Άουσβιτς» γράφοντας ποιήματα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένα από αυτά, το εμβληματικό «Φούγκα θανάτου» ακούγεται μέσα την ταινία μας από τη φωνή του ίδιου του ποιητή. Ο Paul Celan έχασε τη μητέρα του στα στρατόπεδα του θανάτου. Στην ταινία υπάρχουν έντονες αναφορές στην καλλιτεχνική δημιουργία και στον τρόπο που η τέχνη αντιμετώπισε τα εγκλήματα των ναζί. Στην Τσάϊα Στόϊκα που υπήρξε εκτοπισμένη στο Ράβενσμπυργκ στο Μπέργκεν Μπέλσεν και στο Άουσβιτς όπου έχασε όλη την οικογένεια της επειδή ήταν Ρομά, με καταγωγή από την Αυστρία, και στον Μπλάλα Χάλμαν που μεγάλωσε στην μεταπολεμική Γερμανία και βίωσε σαν παιδί όλο το μίσος για τους μετανάστες Γερμανούς που είχαν έρθει από άλλες περιοχές λόγω του πολέμου.
Η Τσάϊα Στόϊκα αυτοδίδακτη ζωγράφος, μετουσίωσε τα βιώματα της σε συγκλονιστικά έργα ζωγραφικής που αναπαριστούν με έντονη εκφραστικότητα όλη τη φρίκη και τον ζόφο των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το 1992, έγινε η Αυστριακή εκπρόσωπος για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ρομά και των Σίντι ενώ το συγγραφικό και εικαστικό της έργο συνέβαλε στην επίσημη αναγνώριση της εξόντωσης των Ρομά – Σίντι, από το Γερμανικό κράτος. Ο Μπλάλα Χάλμαν υπήρξε ένας «αιρετικός» και αντισυμβατικός καλλιτέχνης που μέσα από τα έργα του στηλίτευσε το ναζιστικό παρελθόν και την υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας. Όπως αναφέρει ο Τίτους στην ταινία «…υπήρξε ο πιο αυστηρός επικριτής της «αγαπημένης μας πατρίδας» Ο Μπλάλα Χάλμαν λοιδορήθηκε και το έργο του αποσιωπήθηκε από την επίσημη κριτική τέχνης στη Γερμανία για πολλά χρόνια, για να ανακαλυφτεί ξανά τα τελευταία χρόνια.
Η τέχνη και η ποιητική δημιουργία υπήρξε ανέκαθεν ένα όπλο στα χέρια των κυνηγημένων και αποτελεί ένα ισχυρό μέσο για τη διατήρηση της μνήμης και της αφύπνισης των συνειδήσεων.
Ερ: Συνήθως στα ντοκιμαντέρ κρατάμε το μήνυμα. Ομως εδώ ο θεατής βλέπει και μια κινηματογραφική γλώσσα που τον καθηλώνει ,με τα πλάνα, την φωτογραφία, την ερημιά και την παγωνιά του τοπίου, όπως και η ψυχή του Γερμανού ψυχιάτρου, με τις δέουσες σιωπές, όπως οι σιωπές του αναστοχασμού, με την αφήγηση, την μουσική.
Ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι μόνο το θέμα του. Είναι το πως θα χρησιμοποιήσεις τη γλώσσα του κινηματογράφου. Είναι η εικόνα, ο ήχος, η σιωπή, ο λόγος, ο ρυθμός που φτιάχνουν την αφήγηση. Κάθε φορά φτιάχνεις έναν άλλο κόσμο για να επικοινωνήσεις με τους θεατές, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την ιστορία που θέλεις να αφηγηθείς. Όταν υπάρχει αυτή η ισορροπία όλων αυτών των στοιχείων τότε αυτός ο κόσμος που έχεις φτιάξει φτάνει μέσα από όλες τις αισθήσεις στον θεατή και κοινωνό αυτής της εμπειρίας.
Σ΄αυτή την ταινία προσπαθήσαμε να φτάσουμε στο υποσυνείδητο του θεατή. Θέλαμε αυτά τα ψυχρά μπλε χρώματα, οι σιωπές, ο παράξενος ήχος των στρατοπέδων, τα πολύ κλειστά κάδρα στα πρόσωπα, η απεραντοσύνη των τοπίων, η συνεχόμενη κίνηση στην εικόνα αλλά ταυτόχρονα και η ακινησία του χρόνου να αγγίξουν το πιο βαθύ κομμάτι του νου και της ψυχής. Η εμπειρία να είναι τέτοια που να αγγίξει βαθιά και να ανασύρει τις μνήμες και τα ανακλαστικά απέναντι στο σκοτάδι του παρελθόντος. Μια ταινία δεν είναι μόνο πληροφορία και μήνυμα, είναι βίωμα που μένει εγγεγραμμένο στο υποσυνείδητο και μπορεί η ανάκληση του να είναι εφόδιο για το μέλλον.
Ερ: Ακούγοντας τις προφορικές ιστορίες των Γερμανών τι μάθατε που δεν γνωρίζατε για την σημερινή γερμανική συλλογική συνείδηση; Διαχειρίστηκαν το τραύμα τους ή το κρύβουν και το προσπερνούν;
Οι σημερινοί Γερμανοί ζουν ακόμη σε μεγάλο βαθμό με το τραύμα του ναζισμού. Πολλές φορές το καταλαβαίνεις αυτό όταν ξεκινάς μία συζήτηση που αφορά εκείνη την περίοδο. Δυσκολεύονται να ακούσουν τις ιστορίες αυτών που υπέφεραν. Δεν μοιράζονται εύκολα τις προσωπικές - οικογενειακές τους ιστορίες και πολλές φορές μιλάνε για εκείνη την ιστορική περίοδο σα να αφηγούνται κάτι πολύ μακρινό, κάτι που δεν αφορά αυτούς αλλά κάποιους άλλους. Επίσης χρησιμοποιούν συχνά την έκφραση τα «εγκλήματα των Ναζί» και δεν αποδέχονται αυτό που με τον πιο ειλικρινή τρόπο εκφράζεται στην ταινία από τον Τίτους Μίλεχ ότι όλοι γνώριζαν τι συνέβαινε και σιωπούσαν. Άρα το αποδεχόταν και συναινούσαν.
Στη Γερμανία βλέπει κανείς αυτό που δείχνει και ο Αλέν Ρενέ στο «Χιροσίμα, αγάπη μου». Τα μουσεία και οι χώροι μνήμης υπάρχουν για τους επισκέπτες αλλά μοιάζουν λίγο σαν σκηνικά από ταινία εποχής. Οι σύγχρονοι Γερμανοί μοιάζει να τα προσπερνούν. Κρατάνε μία απόσταση γιατί το τραύμα υπάρχει και αν ταυτιστούν θα καταρρεύσουν. Θέλουν να προχωρήσουν, αλλά το τραύμα αυτό χρειάζεται συνεχή επαγρύπνηση και βέβαια δεν θα θεραπευτεί όσο κλείνουν τα μάτια. Ο μόνος τρόπος είναι να προσπαθήσουμε να ακούσουμε την ιστορία του ‘άλλου’ να αναστοχαστούμε και ίσως μπορέσουμε να καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε στη συνέχεια.
«Ας αφήσουμε τον κάθε ένα να διηγηθεί τη δική του ιστορία. Ας αφουγκραστούμε την ιστορία του άλλου. Μα μπορούμε τάχα να κάνουμε μια παύση στην ανήσυχη κίνηση μας για να τον ακούσουμε;»
Ερ: Η τέχνη δεν ανατρέπει καθεστώτα ,αλλά σπέρνει αμφιβολίες και ερωτήματα. Ποιά είναι η αντίδραση των θεατών στις μέχρι τώρα προβολές;
Οι αντιδράσεις του κοινού είναι συγκινητικά ζωντανές. Μετά το τέλος της προβολής δεν θέλει να φύγει κανείς από την αίθουσα. Υπάρχει αυτή η έντονη επιθυμία να συζητήσουν αυτό που μόλις είδαν στην οθόνη. Να ρωτήσουν να μάθουν να πουν. Υπάρχει συγκινητική ανταπόκριση στην επιλογή μας να αγγίξουμε με ειλικρίνεια αυτό το θέμα μέσα από την προσωπική ιστορία του Τίτους.
Πολλοί βλέπουν τον εαυτό τους, ταυτίζονται αντιλαμβάνονται το βάρος της ιστορικής ευθύνης στις πλάτες τους. Μπαίνουν στη θέση του Τίτους, της Ζίγκριτ, του Ματτίας και αναρωτιούνται αν θα μπορέσουν να αντισταθούν απέναντι στον εκφασισμό της καθημερινότητας. Αισθανόμαστε όλοι μαζί μέσα στην αίθουσα ότι χρειάζεται να δράσουμε…να μιλήσουμε…να μοιραστούμε τους φόβους μας και να αντισταθούμε στο να ξαναζήσουμε τη φρίκη ναζισμού.
Αυτό το μοίρασμα μετά από κάθε προβολή μας κάνει μια μικρή κοινότητα με κοινό όραμα για το μέλλον. Κάτι που μας λείπει σήμερα. Είναι πραγματικά συγκινητικά ελπιδοφόρο ότι η ταινία αγγίζει όχι μόνο ψυχές αλλά και συνειδήσεις.
Ερ: Ο Τίτους Μίλεχ αρνείται να μιλήσει γερμανικά , δεν θέλει τα παιδιά του να μιλούν αυτήν την γλώσσα. Τι είναι η γλώσσα γι αυτόν;
Για όλους μας η γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις φθόγγοι και συλλαβές. Η γλώσσα εμπεριέχει τρόπους σκέψης και κώδικες συμπεριφοράς, αρχέγονες μνήμες και πολιτισμικές ψηφίδες που σωματοποιούνται και γίνονται δράση και αντίδραση. Στη γερμανική γλώσσα υπάρχει για τον Τίτους κρυμμένο το τραύμα της μη αποδοχής του παιδιού μέσα μας. Η γερμανική γλώσσα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί εκφράζει για τον Τίτους Μίλεχ μία κρυμμένη πτυχή του ναζισμού, την έλλειψη πίστης στον εαυτό. «Άκουσε και υπάκουσε…» του έλεγαν όλοι οι δάσκαλοί του. Μια στρεβλή διαπαιδαγώγηση που δεν αφήνει τα παιδιά να κατανοήσουν την ύπαρξη τους.
Να αγαπήσουν το παιδί που έχουν μέσα τους. Να υπακούν. Αυτό εξελίσσεται σε τραύμα γιατί δεν μαθαίνουν να αγαπούν τον “εαυτό” και άρα εύκολα γίνονται υπάκουα όντα σε κάθε ανώτερο σε ιεραρχία, και τελικά σε κάθε άρρωστο μυαλό ακυρώνοντας τα συναισθήματά τους και τα δικά τους θέλω. Αυτό πληγώνει βαθιά την ψυχή και αντανακλάται σαν βία απέναντι στον συνάνθρωπο.Για τον Τίτους η γλώσσα μπορεί να είναι φορέας αυτής της βίας. Αυτό το φορτίο αισθάνεται ο Τίτους ότι υπάρχει στη γερμανική γλώσσα και αν και ο ίδιος είναι άριστος γνώστης της και ξέρει το σημαντικό ιστορικό της βάθος, δεν επιθυμεί να τη μιλάει.
Ερ: Σκέφτομαι ότι η προβολή της ταινίας σε σχολεία και η συζήτηση με μαθητές του γερμανού ψυχιάτρου, είναι ένα βιωματικό εργαλείο αντιφασιστικής διαπαιδαγώγησης. Πόσο δύσκολο είναι να μπεί η τέχνη στις σχολικές αίθουσες;
Ζούμε σε μια περίεργη εποχή. Έχουμε αντιληφθεί ότι υπάρχει μια ρευστότητα και μία πορεία προς την κατάρρευση αξιών που ήταν τα εφόδιά μας για να δούμε ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή τη στιγμή το τρομακτικό είναι ότι το μέλλον μας μοιάζει με το σκοτεινό παρελθόν μας. Η τέχνη είναι πάντα το σημείο μηδέν. Εκεί που ο χρόνος τρέχει διαφορετικά και μπορείς να δεις προβολές του χρόνου από το παρελθόν και από το μέλλον με τρόπο που σε συγκινούν, σε αφυπνίζουν, σε ενεργοποιούν.
Αυτό το στοιχείο της τέχνης είναι ο πυρήνας της δημιουργίας αλλά φοβίζει γιατί είναι ανεξέλεγκτη η επίδραση και οι αντιδράσεις που μπορεί να ξυπνήσει. Ακόμη και τα σχολεία είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Υπάρχει φόβος να φέρουμε την τέχνη μέσα στα σχολεία γιατί εκφράζει ελεύθερα ιδέες και προκαλεί συναισθήματα, ερωτήματα, αμφιβολίες που δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν. Εμείς με χαρά θα επισκεπτόμαστε κάθε σχολείο που θα μας προσκαλέσει να δούμε την ταινία και να συζητήσουμε με τις μαθήτριες και τους μαθητές. Η συζήτηση που προκύπτει από τις προβολές μπορεί να γίνει εφόδιο απέναντι στην πολιτική παραίτηση που κυριαρχεί στις μέρες μας. Η επαφή με την τέχνη καλλιεργεί την πολιτική σκέψη.
Ερ: Γιατί επιλέξατε την διοργάνωση συζητήσεων μετά το πέρας των προβολών;
Οι προβολές στη σκοτεινή αίθουσα είναι μία αφορμή για να βρεθούν μαζί άνθρωποι πολύ διαφορετικοί και επάνω στην κοινή εμπειρία, της θέασης μιας ταινίας, να αλληλοεπιδράσουν.
Μια ταινία μπορεί να είναι η αφορμή να σκεφτείς, να ακούσεις, να συζητήσεις, και να προβληματιστείς. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι διαφορετική κάθε φορά, όταν καταλύτες είναι άνθρωποι από διαφορετικά πεδία που θα φέρουν σε αυτήν δική τους οπτική και θέση. Αυτός είναι ο στόχος μας μέσα από τις συζητήσεις που θα γίνονται στο τέλος κάθε προβολής.
Το ταξίδι μέσα στον κόσμο που φτιάχνει η ταινία, να τελειώνει με την επιστροφή στην πραγματικότητα μέσα από την κουβέντα. Για αυτό είναι σημαντικό να βλέπουμε τις ταινίες στην αίθουσα ενός κινηματογράφου μαζί με άλλους ανθρώπους. Είναι μια τελετουργία της ενσώματης συμμετοχής στην εμπειρία της θέασης, που συμβαίνει όταν πάμε σινεμά ,που εγγράφεται στη μνήμη του μυαλού αλλά και του σώματος.
Αυτά που είδες, άκουσες, ένιωσες μέσα στην σκοτεινή αίθουσα, μπροστά από τη μεγάλη οθόνη, ακούγοντας τις ανάσες των διπλανών, είναι κοινό βίωμα. Όταν ανάψουν τα φώτα μέσα από το μοίρασμα των σκέψεων και συναισθημάτων το βίωμα αυτό εγγράφεται στο συλλογικό ασυνείδητο.