Για να ακουστεί μια φωνή, χρειάζεται να μπορεί να μιλήσει. Χρειάζεται να θέλουμε να την ακούσουμε. Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμα. Να μπορεί και εκείνη να αναγνωρίσει ότι μπορεί να υπάρξει ως φωνή. Μια τέτοια φωνή δίνει η Trabucco Zerán στην ηρωίδα της, την Εστέλα. Τη συναντάμε να βρίσκεται κάπου που μοιάζει να απολογείται, να αρνείται την εμπλοκή της στον θάνατο ενός μικρού κοριτσιού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Εστέλα θα μας πει την ιστορία της.
Γεννήθηκε σε ένα χωριό νότια της Χιλής, η μάνα της δούλευε ως υπηρέτρια. Απάντησε σε μια αγγελία στην οποία ζητούσαν μια ευπαρουσίαστη κοπέλα και βρέθηκε να δουλεύει ως υπηρέτρια εσώκλειστη στο σπίτι μιας οικογένειας στο Σαντιάγο. Ο σκοπός ήταν να μαζέψει χρήματα για να φτιάξει το σπίτι στο χωριό και να γυρίσει να φροντίσει την άρρωστη μάνα της. Επτά χρόνια μετά η Εστέλα είναι ακόμα εκεί, το ζευγάρι έχει αποκτήσει μια κόρη, τη Χούλια. Η Εστέλα μαζί με τις δουλειές του σπιτιού φροντίζει και εκείνη. Η Χούλια είναι το κορίτσι που πεθαίνει.
Οι Γιένσεν, το ζευγάρι εργοδότες της, δεν είναι υπερβολικά πλούσιοι, αλλά είναι από εκείνους που μπορούν και θέλουν να έχουν υπηρέτρια. Μια υπηρέτρια που ζει στο σπίτι τους σε ένα μικροσκοπικό κακοφωτισμένο δώμα δίπλα στην κουζίνα, που φοράει στολή, που δεν πλένει τα όποια ρούχα της μαζί με τα δικά τους, που μαγειρεύει στις γιορτές για εκείνους και τους φίλους τους, που ακούει εντολές, που έχει ψεύτικες επιλογές και αποκτά άβολες γνώσεις. Η Εστέλα συχνά πυκνά απευθύνεται σε εμάς ή στους ανακριτές της. Δεν περιμένει απάντηση. Ούτε αθώωση. Είναι ήδη καταδικασμένη. Μετά από αυτόν τον μονόλογο όλοι θα ξέρουμε τι έχει γίνει και αυτό και πάλι δεν θα φτάνει. Δεν θα επέλθει καμία τάξη, όσο κι αν εκείνη κρατιέται από την επανάληψη και τη σχολαστική τακτοποίηση των πραγμάτων. Όσο κι αν βάζει σε συγκεκριμένες θέσεις τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα τρόφιμα στα ντουλάπια, τα πιάτα στον νεροχύτη, τα ρούχα στο πλυσταριό. Όλες αυτές οι εργασίες στη σειρά, οι επαναλαμβανόμενες ημέρες την αποπροσωποποιούν, τη διαλύουν. Η Εστέλα χάνεται μέσα στην επανάληψη, στους περιορισμούς, στην αόρατη βία που της ασκείται, στις διακρίσεις ανάμεσα με εκείνη και στην οικογένεια, στα όρια, στους τοίχους και στις πόρτες του σπιτιού. Καίγεται ενώ σιδερώνει. Ξεβάφει ενώ πλένει. Γδέρνεται ενώ ξεσκονίζει. Αποσυνδέεται. Η γραφή της Zerán εξερευνά ακριβώς αυτή την αποσύνδεση. Τους τρόπους με τους οποίους απανθρωποποιητικές κοινωνικές και υλικές συνθήκες οδηγούν σε αποξένωση από τον εαυτό. Η αποσύνδεση της Εστέλα γίνεται σιωπή. Σταματάει να μιλάει. Μένει μόνο το σώμα που υπηρετεί παραδομένο στην εξουσία. Εξαφανίζεται.
Η εξαφάνιση είναι μια συλλογική πληγή στη Χιλή. Η Trabucco Zerán, γεννημένη το 1983, ανήκει σε μια γενιά συγγραφέων που ήταν παιδιά την εποχή του Πινοσέτ αλλά ενηλικιώθηκαν κυρίως μετά τη δημοκρατική μετάβαση. Μεγάλωσαν με την υπόσχεση της πολιτικής ελευθερίας και της δημοκρατίας, αλλά με βαρύ το τραύμα και την κληρονομιά της δικτατορίας. Μεγάλωσαν σε οικογένειες που μετρούσαν αγνοούμενους σε μια χώρα όπου εγκλήματα αποσιωπήθηκαν σαν να μην έγιναν ποτέ και με το σύνταγμα του στρατιωτικού καθεστώτος να συνεχίζει να ισχύει. Με τον ίδιο τρόπο που το βιβλίο κουβαλάει το παρελθόν της χώρας της, κουβαλάει και το παρόν του. Στο παρασκήνιο της αφήγησης συμβαίνουν οι μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που ξεκίνησαν στη Χιλή το 2019 εναντίον των πολιτικών της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης του Πινιέρα, που ήταν και οι μεγαλύτερες και πιο βίαιες μετά το τέλος της δικτατορίας. Διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν βίαια από την αστυνομία της Χιλής και δεν πέτυχαν αυτό που έφτασαν να διεκδικούν, που δεν ήταν άλλο από την αναθεώρηση του συντάγματος.
Οι φωνές των διαδηλωτών συγχρονίζονται με τη φωνή της Εστέλα, που παίρνει τον λόγο και διεκδικεί. Για αυτό έχουν σημασίες οι λέξεις που χρησιμοποιεί· πέρα από την αφηγηματική τους λειτουργία. Δίνει σημασία σε αυτές και στην τάξη τους. «Οι λέξεις απαιτούν μια συγκεκριμένη διευθέτηση» λέει. Η σχέση που η Trabucco Zerán έχει δημιουργήσει ανάμεσα στην ηρωίδα της και στις λέξεις είναι διατροφική. Μέσα από αυτές η Εστέλα μοιάζει να προσπαθεί να προστατευτεί, να ελευθερωθεί, να αντισταθεί, να φροντιστεί, να αθωωθεί, να πει το καλό και το κακό της. Οι λέξεις της γίνονται όπλα, πέτρες, κόκαλα, σπλάχνα και σάρκα. Την εμφανίζουν με ένα χειμαρρώδη, έντονο αλλά ελεγχόμενο ρυθμό. Είναι πολύ συγκινητική αυτή η σύνδεση της Εστέλα με τις λέξεις, όπως επίσης και η αγωνία της για το νόημά τους και το θαρραλέο τρέμουλό της ώστε να την ακούσουμε με τα πιο σωστά λόγια.
Όμως το κυριότερο για τη συγγραφέα δεν είναι να ακούσουμε εμείς την Εστέλα. Η Trabucco Zerán μας αφήνει ανήμπορους. Τίποτα δεν θα κάνουμε για την ηρωίδα της και δεν θέλει να μας αρκεί ότι την ακούσαμε. Δεν θέλει να μας χαρίσει αυτόν τον καθησυχασμό. Το πιο σημαντικό είναι η στιγμή που η Εστέλα ακούει για πρώτη φορά εκείνη τον εαυτό της, που λέει την ιστορία της, που ενσωματώσει την παρουσία της, που επιβεβαιώνει την ύπαρξη, την καταγωγή, την τάξη της, που μας συστήνεται. «Το όνομά μου είναι Εστέλα» λέει.
* Η Φωτεινή Σίμου είναι δημοσιογράφος-συγγραφέας

INFO
Alia Trabucco Zerán,
«Το όνομά μου είναι Εστέλα»
Εκδόσεις Gutenberg
Μετάφραση: Εύη Σέμπου
Σελίδες: 275
Τιμή: 15,30 ευρώ