Με το νέο μου μυθιστόρημα «Το μαύρο γάλα της ήττας» συνεχίζω τη λογοτεχνική μου κατάβαση στα βάθη της Ιστορίας και της ανθρώπινης ψυχής, όπως την ξεκίνησα με το πρώτο μέρος της τριλογίας «Δέκα πόντους μαύρο χιόνι». Στην καρδιά του πρώτου μυθιστορήματος δεσπόζει η τραγική μορφή της Δασιάς, μιας παπαδιαμαντικής ηρωίδας που κουβαλά πάνω της τα σημάδια ενός αιώνα - και τις πληγές μιας χώρας που ακόμη παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό.
Χήρα αντάρτη, ριγμένη στη βίαιη μεταπολεμική πραγματικότητα, η Δασιά παρασύρεται από την ιστορική παραφορά και τις προσωπικές της ενοχές. Για να επιβιώσει γίνεται πόρνη. Παραδίδεται στη σκληρότητα του παρόντος, που μοιάζει αμείλικτο απέναντι στους ηττημένους. Η πιο σκοτεινή πράξη της -η δολοφονία της κόρης της, της Καρίας, ώστε να μην ζήσει την ίδια ζωή- στοιχειώνει κάθε σελίδα της αφήγησης. Κι όμως, στο τέλος αυτή η αποτρόπαια φιγούρα, εγκαταλελειμμένη σ’ ένα επαρχιακό γηροκομείο όπου εξομολογείται στη νεαρή εγγονή της και στον Θεό τα κρίματα και τα ανομήματα του βίου της, αναγκάζει τον αναγνώστη να την πάρει στην ευρύχωρη αγκάλη της συγγνώμης του, όπως οφείλει να κάνει η κοινωνία τους παραστρατισμένους της.
«Το μαύρο γάλα της ήττας» διαθέτει λογοτεχνική αυτονομία. Παράλληλα, όμως, αναπτύσσει τη μυθολογία της τριλογίας με το δεύτερο μεγάλο πρόσωπο - τον Γία, σύζυγο της Δασιάς. Τον εμφανίζω τρισυπόστατο: ως Σέτο, τον αγωνιστή που κατέληξε στη Μακρόνησο, γύρισε κι έγινε πλανόδιος πωλητής, βιβλιοπώλης, για να γίνει, τελικά, μεγαλοεκδότης. Ως Λιόσκα που πήγε στην Τασκένδη κι έγινε αξιωματικός της Κα Γκε Μπε με αποστολές τις δολοφονίες αντιφρονούντων, μεταξύ των οποίων και του Κώστα Καραγιώργη στις φυλακές της Ρουμανίας. Και ως Γίας, εγκατεστημένος στο ίδιο γηροκομείο που πέρασε η Δασιά τις ύστερες μέρες της ζωής της. Να διεκδικεί τα ύστερα ψήγματα έρωτα από τη Ρωσίδα φυσικοθεραπεύτρια, την Ντούσκα. Έχοντας ζήσει μια ανέραστη ζωή, ευνουχισμένος σωματικά και νοητικά. Ακούγοντάς τον να μονολογεί με πίκρα μες στη νύχτα τη ρήση από τον Καντίντ του Βολτέρου: «O che sciagura d’ essere senza coglioni» (Τι δυστυχία να σου λείπει το θάρρος).
Στο μυθιστόρημα αντηχεί η σημερινή μας συγκρουσιακή ταυτότητα: η εχθροπάθεια για την άλλη άποψη, το μίσος να αφανιστεί, ο Άλλος. Υπενθυμίζοντάς μας τη γνωστή ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά από εμάς».
Το έργο έχει σαφές ποιητικό υπόστρωμα, εμπνευσμένο από τους Άρη Αλεξάνδρου και Κώστα Παπαγεωργίου, ενώ μορφολογικά συνομιλεί με την παράδοση του λατινοαμερικανικού μαγικού ρεαλισμού.
Και όπως είπε στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου στη Λιβαδειά η ψυχολόγος Ελίνα Τρωγάδα, «Η ήττα εδώ δεν είναι το τέλος, αλλά ο τόπος όπου κοιτάζουμε μέσα μας για να δούμε τι χάσαμε και τι αξίζει να κουβαλάμε. Όσο υπάρχει μνήμη, τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Κι όσο υπάρχει άνθρωπος, η ζωή ξαναρχίζει...».
* Ο Πάνος Νιαβής είναι συγγραφέας

Ως πότε θα μας ταράζουν οι ενοχές...*
...Από κάπου αχνοφάνηκε η οπτασία εκείνης της Δασιάς, που την παντρεύτηκα και υπήρξε για έξι μήνες γυναίκα μου. Κι ένα λυπημένο βλέμμα αποχαιρετισμού να με κυνηγάει ακόμη και τώρα, απόψε, σαν ιώβεια ενοχή, από τη μέρα που βγήκα στο βουνό αντάρτης, το μακρινό πια χίλια εννιακόσια σαράντα επτά. Ανέβαινε σε σχήμα πρωτεϊκό, άσαρκη χωρίς χείλια και μάτια, να της φωτίζει τον δρόμο η οργή και η ανάγκη. Μια επιζώσα ενοχική οπτασία από σκόνη, παραλείψεις, υπολογισμούς. Μια σκληροτράχηλη οντότητα, διψασμένη, πεινασμένη, ατιμασμένη, πονεμένη, με νύχτα για νύχτα να στάζει οργή σαν βροχή. Μια κοινή ειδωλολάτρισσα της καθημερινότητας, που η επανάσταση και η εξέγερσή μας της έκαψε την άμπελο μιας συνηθισμένης ζωής. Με κρέας Χριστούγεννα και Πάσχα, και παστό χοιρομέρι στην κάδη, να βγει ο χειμώνας με αρσενικά ζωντανά σκουλήκια και το θέρος με ζωντανά θηλυκά σκουλήκια, να τρώνε τα πουλιά και να συννεφιάζουν οι ιαχές των ανείπωτων.
Μιας ταραγμένης εποχής που δεν βρήκε την ηρεμία να καρπίσει και να γευτεί το γεματάρι των κόπων μιας βολεμένης όπως-όπως ζωής. Η σκιά ενός λύκου πιο αόρατη από την ίδια έκοψε τα αόμματα αρνιά και το αίμα τους πότισε μια άνυδρη ή χέρσα εποχή. Ένα σκυλί λαβωμένο από αντίθετες πλεύσεις την προσπέρασε πιο γρήγορο από τις κατάρες της. Η καρδιά μου αντρειώθηκε, επιστρέφοντας ανεπαίσθητα στην πραγματικότητα. Ως πότε θα μας ταράζουν οι ενοχές και οι αγωνίες μας νικώντας στα σημεία τις υπεκφυγές μας; Σκέφτηκα και πήρα τα μέτρα μου και με την προστατευτική ευκολία του ονείρου, αφανίστηκα τρέχοντας μακριά από πανάρχαιες ενοχές, σε άλλες ενασχολήσεις του νου, προφασιζόμενος πως δεν υπάρχω...
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Το μαύρο γάλα της ήττας», εκδόσεις Αρμός