Live τώρα    
Φώτης Θαλασσινός / Η Αόρατη Καλλιθέα και η πόλη μέσα στην πόλη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Φώτης Θαλασσινός / Η Αόρατη Καλλιθέα και η πόλη μέσα στην πόλη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Μέσα στην αστική ανωνυμία της Καλλιθέας, εκεί όπου το τσιμέντο σκεπάζει τις ιστορίες των ανθρώπων, ο Φώτης Θαλασσινός προσπαθεί να αποστάξει ομορφιά. Με τη φωτογραφική του μηχανή περιπλανιέται στους δρόμους, στις ταράτσες και στα βλέμματα της πόλης, αναζητώντας την «Αόρατη Καλλιθέα» —μια πόλη παράλληλη, φτιαγμένη από θραύσματα φωτός, χειρόγραφες λέξεις και μικρές αποκαλύψεις.

Οι φωτογραφίες του, συνοδευμένες από τις προσωπικές του λεζάντες, λειτουργούν σαν μικρές εξομολογήσεις, σαν σημειώσεις ενός ανθρώπου που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ομορφιά και τη σκληρότητα της καθημερινότητας. Κάθε εικόνα μοιάζει να φυλάει μέσα της ένα κομμάτι ζωής, μια σιωπηλή αφήγηση που μιλά για όσα δεν φαίνονται.

Με αφορμή το πρότζεκτ του Αόρατη Καλλιθέα, ο Φώτης Θαλασσινός μάς μιλά για την τέχνη, την πόλη και τη μαγεία του να βλέπεις αλλιώς ό,τι όλοι θεωρούν δεδομένο.

Τι είναι για σένα η «Αόρατη Καλλιθέα»; Είναι τόπος, ιδέα ή κατάσταση ψυχής;

Η Αόρατη Καλλιθέα είμαστε οι κάτοικοί της. Δεν θα υπήρχε χωρίς εμάς. Μερικές φορές ανεπίγνωστοι την φτιάχνουμε και την πλουτίζουμε διαρκώς. Είναι και τόπος και ιδέα και κατάσταση ψυχής και πολλά άλλα. Θα μπορούσα να δώσω έναν ολόκληρο σύμπαν από λογοτεχνικές –φτιαγμένες με λέξεις– εικόνες για να σου δώσω την αίσθηση της υποστασιακής της αρχής. Η Καλλιθέα είναι ο πιο πυκνοκατοικημένος δήμος στην Ελλάδα και δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτή την περίκλειστη από τσιμέντο και σίδερα μεγάλη γειτονιά της Αθήνας ανθίζει μια άλλη πλευρά που τελικά μας σώζει και μας ευεργετεί όλους. Οι άνθρωποι κουραζόμαστε περισσότερο απ’ την κοσμοχαλασιά στους δρόμους της, απ’ τις πεζοπορίες μες σε αντίξοες κλιματικές συνθήκες. Είναι και λόγω της οχλοβοής και τύρβης ένα προάστιο που κλείνει τους ορίζοντες, την ανοιχτωσιά, το μάτι εγκλωβίζεται λες και δεν έχει διέξοδο να ξεκουραστεί. Κι εκεί που ο κάτοικός της κουράζεται μες στην αστική βρωμιά και μπόχα εκεί με την άκρη του ματιού του κάτι έχει την επίδραση του οπτικού περισπασμού απ’ το  μονότονο τοπίο της. Εκεί που ξαποσταίνει το βλέμμα του κατοίκου της πόλης, εκεί θα σταθώ κι εγώ και θα φωτογραφίσω.

Ποιο σημείο της πόλης θεωρείς ότι κρύβει το μεγαλύτερο μυστικό;

Τα μεγαλύτερα μυστικά της πόλης είναι τα σφραγισμένα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Ο κάτοικος της Καλλιθέας γοητεύεται όταν συναντά κλειδαμπαρωμένα παράθυρα. Έχουν κοκκαλώσει σαν αποτροπαϊκά σύμβολα και που ενώ σου υποβάλλουν να φύγεις απ’ την περιέργεια της παρατήρησής τους, συνάμα νιώθεις πως πίσω τους κρύβονται οι πιο άρρητης γοητείας στοιχειωμένοι κόσμοι. Ό,τι δεν σου δίνεται για να το αξιοποιήσεις φωτογραφικά και πολύ πριν και σαν επισκέπτης του ή σαν απλός ρομαντικός περιπατητής, είναι αυτό που ενσταλάζει μέσα σου μια σαν πεποίθηση πως αυτή η απόλαυση που δεν σου δίνεται είναι συγκλονιστική. Φωτογραφίζω συχνά τέτοια παλουκωμένα με σανίδες παράθυρα. Αφού δεν μπορώ να έχω την ομορφιά αυτού που κρύβουν, τα φωτογραφίζω σαν εικόνες υπόσχεσης.

Τώρα, αν εννοείτε, μυστικές εικόνες που να μου έχουν αποκαλυφθεί, είναι κάπου στην Συγγρού που είναι ενωμένες δυο μεγάλες μονοκατοικίες ερειπιώνες. Τα  δυο κτήρια είναι διάτρητα και κάθε φορά που τα επισκέπτομαι ερευνώ τα δωμάτια τους. Πάντα βρίσκω κάτι που να μην έχω προσέξει σε προηγούμενες επισκέψεις μου. Και εννοείται ότι φωτογραφίζω κατά ριπάς.  

Φωτογραφίζεις την στιγμή ή την μνήμη της στιγμής;

Την στιγμή του κλικ έχει ήδη ανακληθεί η μνήμη. Η μνήμη προηγείται του κλικ. Με την έννοια ότι τα δευτερόλεπτα του κοιτάγματος που είμαι αδρανής ως προς την λήψη της εικόνας, σ’ αυτά τα δευτερόλεπτα αναθυμάμαι τα πάντα. Αν σταθώ σε μια  θέα κι αυτή δεν μου εμπνέει κάτι απομακρύνομαι απ’ την απαθανάτισή της.  Η μνήμη διαμορφώνει την διαλογή των εικόνων που απαθανατίζω. Μνήμη απ’ το Φανταστικό μου Μουσείο κατά τον τρόπο που το ορίζει ο Αντρέ Μαλρώ. Υπάρχει μέσα μου ένα μουσείο με άπειρα εικαστικά εκθέματα, λογοτεχνικά κείμενα, κινηματογραφικές σκηνές, αυτό το μουσείο είναι ενεργοποιημένο σε όλες τις ώρες της εγρήγορσης που χρειάζεται η διαδικασία της φωτογράφισης. Επίσης, εκείνα τα δευτερόλεπτα της ανάκλησης, μπορεί να αναρριπίζω έντονες συγκινήσεις και βιώματα απ’ όλη την ζωή μου, ώστε το φωτογραφισμένο αντικείμενο είναι σαν σύμβολο για πράγματα που έζησα. Για πράγματα που πέρασαν και μπορεί και να πέθαναν. Ανασταίνονται λίγο και αποσύρονται απ’ το προσκήνιο. Μέχρι την επόμενη φορά. Σε κάποιο μελλοντικό κλικ. Επομένως μνήμη και μόνο μνήμη. 

Έχεις ποτέ «χάσει»  μια φωτογραφία επειδή την έζησες πολύ έντονα για να την βγάλεις;

Γενικά κοιτάζω να είμαι όσο πιο γρήγορος γίνεται. Έχω πει πως είμαι ένας βομβιστής ομορφιάς. Είμαι κι εγώ ένας αόρατος άνθρωπος και μάλιστα δεν έχω φωτογραφηθεί ποτέ με την κάμερά μου. Κοιτάζω να είμαι πολύ διακριτικός στις μετακινήσεις μου μέσα στην πόλη. Πιο πολύ γίνομαι αντιληπτός σαν ίσκιος παρά σαν φωτογράφος και σώμα. Οι άνθρωποι που μάλλον πιο οξυδερκείς παρατηρητές απ’ τους υπόλοιπους συμπολίτες μου με  τσακώνουν στον οπτικό τους ορίζοντα μου χαμογελάνε. Πάντα όμως πρέπει να είμαι γρήγορος. Θα βρεθεί κάποιος καλοθελητής και θα μου την πει. Δεν μ’ αρέσει να μένω στον τόπο της φωτογράφισης πάνω από μισό λεπτό. Μου έχει τύχει όμως να στέκομαι  –με θετικό πρόσημο– εμβρόντητος μπροστά σε αρκετά «τοπόσημά» μου,  οπότε η περαιτέρω διαμονή στις εν λόγω θέσεις μπορεί να εγείρει υποψίες. Αυτά τα τοπόσημα δεν προλαβαίνω παρά μόνο να τα χαρώ εγώ. Δεν υπάρχει χρονική άνεση για φωτογράφισή τους. Την έχω ροκανίσει εγώ καθώς η συγκίνηση απ’  αυτό που βλέπω με έχει εγκλωβίσει στην βίωση της.

Ποια είναι η σχέση σου με την σιωπή όταν φωτογραφίζεις;

Η σιωπή των ανθρώπων είναι πάντα φαινομενική. Σωπαίνουμε και μέσα στο μυαλό μας γεννιούνται δαίμονες και άγγελοι.  Είμαι πάντα σιωπηλός και διακριτικός στις πεζοπορίες που κάνω για τις φωτογραφίσεις μου. Δεν  μιλάω με τους ανθρώπους. Ακονίζω ακόμη την παρατηρητικότητα μου και δεν θέλω να χάσω ούτε πιθαμή απ’ τα βάθη και τα ύψη της Καλλιθέας που διασχίζω. Αν εννοείτε για την σιωπή την ώρα που κεντράρω το θέμα μου, αυτή είναι και πάλι φαινομενική. Η σιωπή πριν το κλικ είναι γεμάτη εικόνες που συνωθούνται προς την σκέψη μου και συσχετίζονται άμεσα με το θέμα μου. Εκείνη η σιωπή που έχει μεγάλη σημασία για την ποιότητα του κλικ είναι η σωματική. Στέκομαι, σταματάω να αναπνέω και σαν θηρευτής επιτίθεμαι με την φωτογραφική μου μηχανή σ’ αυτό βρίσκεται μπροστά της.

Γιατί επιλέγεις να γράφεις χειρόγραφες λεζάντες;

Αν μπορούσα θα χάραζα τις λεζάντες μου πάνω σε μάρμαρο. Η φωτογραφία… ο θεατής δεν μπορεί να αντιληφθεί τον κόπο και την ψυχή της τέχνης της φωτογράφισης μέσα απ’ την προβολή μιας εικόνας της. Επέλεξα το ένα και μοναδικό αντίτυπο που πουλάω από κάθε φωτογραφία να συνοδεύεται απ’ την χειρόγραφη λεζάντα του. Η γραφή όπως και το καρδιογράφημα είναι για κάθε άνθρωπο διαφορετικά. Το πάντρεμα της εικόνας με τον χειρόγραφο λόγο είναι να φτιαχτεί μια δισυπόστατη ενότητα στην οποία  το ένα μέρος δίνει ενέργεια ψυχής στο άλλο. Με την γραφή να είναι το αυθεντικό αποτύπωμα από έναν ζωντανό δημιουργό, σαν να επισφραγίζεται η μοναδικότητα του κάθε απαθανατισμένου θέματος.

Η λεζάντα για σένα ερμηνεύει τη φωτογραφία ή τη μεταμορφώνει;

Όσο προσωπική και να είναι μια λεζάντα, πάντα στο τέλος της τα νοήματα που εμφανίζονται έχουν κάποιο κοινό έδαφος με όλες τις νοηματοδοτήσεις που θα μπορούσε να δώσει ένας θεατής σε μια εικόνα μου.  Μπορεί κάθε άνθρωπος να είναι ξεχωριστός και συνάμα να μοιράζεται λόγω κοινής καταγωγής ένα κοινό πλαίσιο διερμηνείας του κόσμου. Κοιτάξτε, την επιδιώκω την ιδιοσυγκρασιακή λεζάντα. Γεννήθηκα μέσα στο βιβλιοπωλείο του πατέρα μου, υπήρξα ομοφυλόφιλος σε μια εποχή που αυτό είχε για μένα έναν εξωτισμό,  αρρώστησα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας. Αυτές όλες οι εμπειρίες έδωσαν έναν συγκλονιστικό τρόπο στην θέαση του κόσμου. Απ’ την άλλη στις λεζάντες μου υπάρχει μεγάλο μερίδιο ποιητικής ασάφειας. Και είναι αυτή η ασάφεια που απελευθερώνει τον άλλο και του δίνει χώρο να συμπληρώσει τον λόγο μου και με δικές του λέξεις.

Αν έπρεπε να φωτογραφίσεις τον εαυτό σου μέσα στην Αόρατη Καλλιθέα, πού θα στεκόσουν;

Μπροστά στον καθρέφτη. Για τους περισσότερους κατοίκους της Καλλιθέας είμαι οριακά στο φάσμα του ορατού φωτός και γίνομαι αντιληπτός σαν σκιά. Λίγοι με βλέπουν γιατί η σιωπή και οι ανάερες κινήσεις του σώματος μου είναι η καλύτερη μέθοδος να κάνω την δουλειά μου χωρίς να γίνομαι αντιληπτός. Ακόμη κι εγώ, καθώς θηρευτής αναζητώ το αντικείμενο που κείται σε θέση για να το φωτογραφίσω, ξεχνάω πως υπάρχω. Την ύπαρξη μου την θυμίζουν οι καθρέφτες της πόλης. Κι εκεί είναι που αναβιβάζομαι σε απολύτως ορατός και μέσω του κατοπτρικού ειδώλου μου.

Και τέλος: Όταν θα έχεις ολοκληρώσει την Αόρατη Καλλιθέα, τί νομίζεις ότι θα έχει μείνει ορατό;

Ότι οι σύγχρονες πόλεις διασώζουν σε τοποθεσίες μυχούς ομορφιές, μαγείες, σκοτάδια και παράξενα πράγματα. Αν αποδεχόμουν ότι μια συνιστώσα των δίπτυχων μου από εικόνες και λόγο έχει τεκμηριωτική διάσταση, αυτή θα έγκειτο στο γεγονός του εντοπισμού σκιρτημάτων για να αναγαλλιάζει κανείς στην θέα τους ή να συσκοτίζεται εκστατικά. Η Αόρατη Καλλιθέα είναι οδηγίες προς ναυτιλομένους να βρίσκουν ξέφωτα και όμορφα μελαγχολικά τοπία μικροσκοπικής κλίμακας. Αυτό που θα μείνει και θα είναι κεκτημένο όλων είναι πως με μόνη άσκηση προαπαιτούμενο την όξυνση της παρατηρητικότητάς τους μπορούν να φτιάξουν κι εκείνοι την δική τους πόλη μέσα στην πόλη.  

Αλλά θα έχει μείνει και κάτι για  όλους  τους κατοίκους των μητροπόλεων. Η Αόρατη Καλλιθέα είναι εθνική γιατί ακριβώς είναι μια προσπάθεια να αγγίξει τον άνθρωπο πέρα απ’ τα πολλά φτιασίδια του και τις θρησκείες του και τον αποψιλώνει (η Αόρατη Καλλιθέα) για να τον ακούσει κατάβαθα στον πυρήνα της ύπαρξης του, εκεί που υπάρχει η μυστική σύνδεση με τους ανθρώπους όλου του πλανήτη. Η Αόρατη Καλλιθέα είναι εθνική και ελληνική γιατί έχει την ελπίδα να μεταγγιστεί παντού, πέρα απ’ τα ελληνικά της όρια. Να γίνει φως μέσα σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου. Ο ελληνισμός υπήρξε πάντα οικουμενικός. Απευθύνεται σε όλους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:

1η Φωτογραφία.

Προπατορικό Αμάρτημα/Αόρατη Καλλιθέα.

Στον λόφο της Σικελίας δίπλα στο γήπεδο της Καλλιθέας είναι ένας κήπος. Κάπως έτσι θα ήταν και ο Παράδεισος. Θυμάμαι όταν φωτογράφισα αυτό το θέμα, μια γυναίκα καθόταν κάπου σ’ ένα κοντινό παγκάκι και μιλούσε στο κινητό της. Ας πούμε πως ήταν η Εύα. Τί κρίμα, μονολόγησα αρχικά,  να μην είμαι ο Αδάμ. Εγώ είμαι gay, συνέχισα,  και ο Αδάμ ήταν το κλασικό αρσενικό (της πρωταρχικής κοπής). Και άλλος άντρας δεν υπήρχε στον καταπράσινο χώρο. Ένιωσα πως υπήρχε  ένα κενό στο αφήγημα και την ατμόσφαιρα που ήθελα. Αλλά  αυτό που είδα και  κουρταλούσε πάνω στον στύλο του φωτιστικού με μανία και ηχηρούς κραδασμούς έδινε ένταση στο σκηνικό. Ο Σατανάς ήταν εκεί στο δέντρο και τυλιγμένος  με ερπετοειδείς καμπύλες πάνω στον στύλο βολιδοσκοπούσε για την κατάλληλη στιγμή να δώσει πάλι τον απαγορευμένο του καρπό. Κι ενώ αυτή την φορά μπορούσε να αποφευχθεί  το δεύτερο προπατορικό αμάρτημα, ο ήχος απ’ την παρουσία μου και η φορά του φωτογραφικού φακού μου δελέασαν την προσοχή της Εύας μου. Και τότε κοίταξε το φίδι και προσέγγισε. Κι όλα ξανάγιναν όπως και τότε. Και αποδείχτηκα πως, ναι,  ήμουν πράγματι ο Αδάμ. Σε μια αντιστροφή των ρόλων. 

2η Φωτογραφία.

Οι νεκροί/Αόρατη Καλλιθέα.

Παλιοί άνθρωποι, πεθαμένες ζωές, κι όμως όνειρα και πολιτικά οράματα άφθαρτα και επιμένοντα. Η Καλλιθέα με τα ονόματα των πεθαμένων της πάνω στα κηδειόχαρτα της με τις ηλικίες των τεθνεώτων, κι αν ήταν νέος από τί να έφυγε, κοντοστέκεσαι, αναρωτιέσαι βουβός και εν μέρει σοκαρισμένος μπροστά σε μια ηλικία πενήντα ενός έτους. Και σπίτια παλιά σε καλούν και τα απαρνιέσαι από έναν υποσυνείδητο σεβασμό, νιώθεις περίεργος και ενδεής μαζί. Να δεις αλλά πάντα στο τέλος να μην παρακάμψεις την αταραξία της λήθης εκείνου του εγκαταλελειμμένου στην Συγγρού. Όλοι οι νεκροί της πόλης ζουν μαζί μ’ εμάς τους ζωντανούς. Και μόνο καταγράφουμε ώστε να μην είναι περιττός κανένας και η μνήμη γίνεται κυτταρική και δίδεται μέσω του αίματος και στις επόμενες γενιές. Κανείς δεν χάνεται. Ποτέ δεν χάθηκε κάποιος άνθρωπος. Όσο κι αν έζησε πάνω σε έναν στύλο ο Συμεών τον 5ο αιώνα μ.Χ. έχει ήδη καταγραφεί η πάμφτωχη ζωή του. Και είναι που όταν βγαίνω έξω σας ακούω όλους. Και ας τσακίζομαι λιγάκι, κι ας μην σας αντέχω μυριάδες που είσαστε, δεν λησμονώ ποτέ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0