«Δεν υπάρχουν Έλληνες κομμουνιστές. Όταν κανείς γίνει συνειδητός κομμουνιστής, παύει να είναι Έλληνας». Τάδε έφη ο σπουδαίος συγγραφέας του «Η ζωή εν τάφω» Στρατής Μυριβήλης σε ομιλία στην Καλαμάτα το 1948, όταν πια είχε μετακινηθεί από τον προοδευτικό αστισμό στην αγριότητα του εμφυλιοπολεμικού πατριδεμπόριου.
«Το να είσαι αριστερός έχει καταλήξει να μην είσαι Έλληνας». Τάδε έφη ένας (απλώς «ένας» μπροστά στο μέγεθος του Μυριβήλη) Ανδρέας Δρυμιώτης τον Οκτώβριο του 2025. Αφορμή, ο κουρνιαχτός που σηκώθηκε λόγω της κηδείας του Διονύση Σαββόπουλου και της απουσίας της Αριστεράς από αυτή (γεγονός όχι και τόσο αναίτιο όσο ξεκαθαρίζει το τοπίο της κυβερνητικής σκηνοθετικής αγριότητας). Η κηδεία, λόγω της απουσίας της Αριστεράς, αναγορεύτηκε σε λυδία λίθος εθνικής υπερηφάνειας και πατριωτισμού και η απουσία έγινε περίπου προδοσία. Εκδικητική μάλιστα, επειδή ο εκλιπών εδώ και μερικές δεκαετίες είχε μετακινηθεί από τις αριστερές του απόψεις σε (ακραίες πολλές φορές) συντηρητικές. Και ο εθνοπατριωτισμός ξεπήδησε πάλι από τα κιτάπια της ιστορικής γραφικότητας με όλη τη γελοιότητα της φρίκης: με το αποτρόπαιο πρόσωπο του διχασμού από την παράταξη των επαγγελματιών απατεώνων που, εκτός από «νόμιμοι» ιδιοκτήτες της χώρας, είναι και επαγγελματίες της πατριδοφιλίας.
Ολόκληρα 77 χρόνια χωρίζουν τις δύο ρήσεις που παρατίθενται στην αρχή του κειμένου. Το ότι η πρώτη εκπορεύτηκε από τον Στρατή Μυριβήλη μέσα στη λάβρα του εμφύλιου σπαραγμού και η δεύτερη από «έναν» Ανδρέα Δρυμιώτη με αφορμή τον συναισθηματικό εκβιασμό από μια απώλεια η οποία, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν συνιστά εθνική τραγωδία δείχνει ακριβώς την κατάντια και το ψεύδος της πατριδοκαπηλίας. Από τη φρίκη στη γελοιότητα λοιπόν; Όχι ακριβώς. Από τη φρίκη στη γελοιότητα της φρίκης θα ήταν πιο σωστό αν πιστέψουμε τη μεγάλη αλήθεια που διατυπώνει (δεν θα κουραστώ να την αναφέρω ξανά και ξανά) ο Γιώργος Χειμωνάς (αυτός, ναι, είναι ένας και μοναδικός) στον «Εχθρό του ποιητή»: «Το πιο τρομακτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομακτικού».
Αυτή ακριβώς η αναλλοίωτη γελοιότητα της φρίκης, που είναι βασικό στοιχείο στη σκευή τής ελληνικής Δεξιάς, γεγονός που έχει κρατήσει τον ελληνικό καπιταλισμό στο αρχικό στάδιο συσσώρευσης του πλούτου, το άγριο πλιάτσικο, θα τη δούμε ολοκάθαρα σε δύο άλλα ιστορικά σημεία. Αν τις δύο πρώτες δηλώσεις χωρίζουν 77 χρόνια, άλλα τόσα χωρίζουν (78 για την ακρίβεια) την Έκθεση Πόρτερ από την «πιπεράτη» εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Λάουρας Κοβέτσι στην αποκάλυψη και στις διώξεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Έκθεση ή Μνημόνιο Πόρτερ είναι η έκθεση που συνέταξε ο Πολ Πόρτερ, επικεφαλής κλιμακίου εμπειρογνωμόνων που ήρθε στην Ελλάδα τον χειμώνα του 1947 ενόψει της οικουμενικής βοήθειας του δόγματος Τρούμαν. Θα φρίξει κανείς διαβάζοντας για τη χυδαιότητα και την αρπακτικότητα των μεγαλοσχημόνων «πατριωτών». Και πιο πολύ θα φρίξει βλέποντας ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στον συνειδησιακό και ηθικό τους πυρήνα. Αν δεν υπήρχαν ημερομηνίες, θα μπορούσε να είναι το κείμενο της Λάουρας Κοβέτσι.
Πάει πολύ λοιπόν να δίνουν μαθήματα πατριδοφιλίας αυτοί που καταπάτησαν κάθε ιερό και όσιο, αυτοί που παραμένουν αμετακίνητοι στον ιστορικό αναθεωρητισμό εξελίσσοντας προσοδοφόρα τον εγκληματικό αναθεωρητισμό των εννοιών. Τον ακραία επικίνδυνο ανασκολοπισμό τους. Όσο κι αν ακούγονται αθώα τα ασπόνδυλα γενικόλογα του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κηδεία, δεν παύουν να αντηχούν ηθικά, λογικά και αισθητικά τις φρικώδεις γενικότητες ενός άλλου Κυριάκου Μητσοτάκη, του παππού, που ειπώθηκαν με την ιδιότητα του εκπροσώπου κάποιας «λαϊκής επιτροπής» στις 6/5/1944 στα Χανιά, σε συγκέντρωση των ναζιστικών Αρχών κατοχής, μετά τη γνωστή απαγωγή του στρατηγού Κράιπε, όπου πρώτος είχε μιλήσει ο δωσίλογος υπουργός γενικός διοικητής Κρήτης Ιωάννης Πασσαδάκης, που αργότερα ακολούθησε τους ναζί στην αποχώρησή τους. Είπε λοιπόν τότε -μεταξύ άλλων…- εκείνος ο Κυριάκος: «Οφείλεται απόλυτος νομιμοφροσύνη προς τας γερμανικάς Αρχάς κατοχής. Τους δε δράστας τοιούτων ενεργειών θεωρούμε ενόχους ενώπιον της Ιστορίας και της συνειδήσεως του κρητικού λαού».
Τότε και τώρα, «αι γενεαί πάσαι». Ή, αλλιώς, «σόι πάει το βασίλειο» της εγκληματικής αγυρτείας. Που ακόμα κοστίζει νεκρούς. Μερικά ονόματα είναι γραμμένα με κόκκινα δάκρυα στην πλατεία Συντάγματος.