Αυτή είναι όμως μία μόνο διάσταση του έργου μιας πρωτοποριακής, ιδιαίτερα σύνθετης και πολύ σημαντικής Ελληνίδας – αν και ζει και εργάζεται στην Γαλλία όπου είναι και πολύ περισσότερο αναγνωρισμένη από όσο στην ίδια την χώρα της – δημιουργού η οποία κινείται στην σχεδόν αχανή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αχαρτογράφητη ακόμα έκταση ανάμεσα στην «παραδοσιακή» μουσική σύνθεση και τις νέες και ολοένα εξελισσόμενες ηχητικές εκφραστικές οδούς που προσφέρει η ψηφιακή εποχή μας.
Η Γεωργία Σπυροπούλου θα παρουσιάσει το Σάββατο 11 Μαϊου στη Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών τέσσερα έργα της που μπορούν να λειτουργήσουν και ως μια πολύ καλή εισαγωγή στο σύνολο της δουλειάς της για τον αμύητο στην τελευταία αλλά και απαιτητικό μουσικόφιλο. Στη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε το μέρος της εκτενούς συζήτησης που είχαμε μαζί της με αφορμή αυτή την παράσταση και λόγοι χώρου και μόνον της έντυπης έκδοσης μας ανάγκασαν να μην συμπεριλάβουμε στην συνέντευξη της η οποία δημοσιεύθηκε στο πασχαλινό φύλλο της Αυγής (/article/260478/%C2%ABi-texni-den-mporei-na-allaxei-ton-kosmo-mporei-omos-na-allaxei-to-blemma-mas-se-auton-%C2%BB).
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Είναι μόνο δική μου εντύπωση ή πολύ περισσότερο από τις συνηθισμένες, τυπικές ή και κλασικές παραμέτρους ή και ιδιότητες της μουσικής σας ενδιαφέρουν άλλες όπως ο «καθαρός ήχος» ή ακόμα και ο θόρυβος;
Ο θόρυβος είναι μέρος του ήχου και όχι κάτι ξεχωριστό από αυτόν. Η αρχή μιας νότας, η «ατάκα» όπως λέμε, περιέχει ταυτόχρονα πάρα πολλές συχνότητες και είναι στην ουσία θόρυβος. Στη μουσική μου υπάρχουν και τα δύο αυτά στοιχεία καθώς και πολλές από τις μεταξύ τους διαβαθμίσεις.
Θα ήταν δυνατή η υλοποίηση του είδους της μουσικής που κάνετε δίχως την συνδρομή της τεχνολογίας και πόσο σημαντικός είναι τελικά ο ρόλος της στο έργο σας;
Εκτός από τα έργα στα οποία χρησιμοποιώ τις νέες τεχνολογίες γράφω και άλλα ποτ είναι καθαρά ακουστικά για σολίστ, οργανικά σύνολα και χορωδίες. Είμαι πολύ δεμένη με τον φυσικό ήχο των οργάνων και της φωνής και αυτό έχει επηρεάσει πολύ και την ηλεκτρονική γραφή μου. Αντίστοιχα ο ηλεκτρονικός ήχος έχει αλλάξει πολύ τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω/αντιλαμβάνομαι το ηχόχρωμα των μουσικών οργάνων. Γενικά ο ρόλος της τεχνολογίας είναι πολύ σημαντικός στη δουλειά μου καθώς δημιουργούνται συνεχώς νέα «εργαλεία» όχι μόνο για την επεξεργασία του ήχου άλλα και για την ίδια τη σύνθεση.
Στις παραστάσεις σας δίνετε πολύ μεγάλη έμφαση στους φωτισμούς. Ποια είναι λοιπόν η σχέση της μουσικής (σας) με το φως;
Το πρώτο έργο στο οποίο δούλεψα με έναν φωτιστή είναι στην ουσία οι «Βάκχες» για το οποίο του ζήτησα να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα χρώματα για κάθε χαρακτήρα. Αυτό που μου αρέσει γενικότερα στους φωτισμούς είναι ότι μπορεί κάνεις να δουλέψει με τρόπο αφαιρετικό όπως και στον ήχο ή να «επεξεργαστεί» τον χώρο σαν γλυπτό, ακόμα και σαν φωτεινή χρωματιστή ύλη όπως o James Turrell.
Είναι σαφές ότι η δουλειά σας έχει δεχθεί μεγάλη επιρροή από αυτή του Ιάνη Ξενάκη, δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι του αφιερώσατε και ένα έργο σας με την μορφή μάλιστα φόρου τιμής. Προσωπικά διέκρινα και κάποιες αναφορές στον Γιάννη Χρήστου...Ποιους άλλους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής αναγνωρίζετε ως προδρόμους ή και αισθητικά συγγενείς σας, παλαιότερους μα και νεότερους;
Ναι, οι «Βάκχες» είναι αφιερωμένες στον Ξενάκη γιατί βρίσκω μοναδικό τον τρόπο που γράφει για σόλο φωνή στα έργα του, όπως στο «Κασσάνδρα» ή το «Άις». Για να είμαι ειλικρινής θα έλεγα ότι περισσότερο από τον Ξενάκη που αγαπώ πολύ οι πρώτες επιρροές μου προέρχονταν από τον Ligeti, τον Nono, τον Scelsi και τον Stockhausen, φυσικά και τον Χρήστου αν και δεν θα έλεγα ότι κάνω συνειδητές αναφορές σε αυτόν. Από την Ελλάδα πήρα μαζί μου στο Παρίσι την προφορική παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια, τα τραγούδια της Σμύρνης και το ρεμπέτικο. Είχα δουλέψει για καιρό με αυτά τα είδη, είχα μάλιστα και την χαρά να συνεργαστώ με μιαν εξαιρετική ερμηνεύτρια, την Κατερίνα Ξηρού. Πήρα ακόμα μαζί μου το «Οι Μπαλάντες Της Οδού Αθηνάς» του Μ. Χατζιδάκι και φυσικά αυτά που έμαθα από τους δάσκαλους μου στο ωδείο, τον Αμάραντο Αμαραντίδη και τον Ευάγγελο Κόκκορη.
Είναι σίγουρα πολύ ενδιαφέρον επίσης ότι σε ένα άλλο έργο σας που θα παιχτεί στην Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών θυμάστε – και με αυτό τον τρόπο επαναφέρετε στο προσκήνιο της συλλογικής μνήμης μα και αισθητικής – την τόσο σπουδαία ερμηνευτική και γενικότερα μουσική φυσιογνωμία του Demetrio Stratos. Πόσο ενήμερη όμως είστε για το πολιτικό περιεχόμενο των τραγουδιών του και αυτή την διάσταση του συγκροτήματος του, των Area; Σας ενδιαφέρει η συγκεκριμένη πλευρά της δουλειάς του;
Περισσότερο από την εποχή του πειραματικού ροκ του Ευστράτιου Δημητρίου με τους Area με ενδιαφέρει η έρευνά του επάνω στη φωνή, τις τεχνικές και την ερμηνευτική της διάσταση. Σε αυτή την πλευρά της δουλειάς του που υπάρχει στους λίγους προσωπικούς του δίσκους προχώρησε πολύ μακριά, στα albums αυτά συναντούμε κομμάτια στα οποία χρησιμοποιεί μιμήσεις οργάνων με τη φωνή, διπλοφωνίες και τριπλοφωνίες, ακραία ρεζίστρα φωνής και τεχνικές yodelling, δηλαδή πρωτοποριακές φωνητικές τεχνικές που ωστόσο ενυπάρχουν στις προφορικές μουσικές παραδόσεις της Ασίας και της Ευρώπης τις οποίες ο Demetrio Stratos γνώριζε καλά.
Θεωρείτε τις παραστάσεις σας συναυλίες, έστω και με μια «διευρυμένη» έννοια ή κάτι ολότελα διαφορετικό στο οποίο η μουσική είναι απλά μια παράμετρος του όλου αποτελέσματος; Πιστεύετε αλήθεια ότι είναι δυνατόν κανείς να απολαύσει/βιώσει ή ακόμα και απλά να ακούσει την μουσική σας ηχογραφημένη ή στοιχεία και μόνον όπως η mask electronics την κάνουν αναγκαστικά κατάλληλη μόνο για να παρουσιάζεται ζωντανά;
Φυσικά πρόκειται για συναυλίες με την κλασική έννοια του όρου, πραγματοποιούνται επειδή έχω γράψει κάποια μουσική και υπάρχουν εκτελεστές που ερμηνεύουν τα έργα. Η περίπτωση των «Βακχών» είναι ομολογουμένως κάπως διαφορετική καθώς εισάγω στοιχεία κίνησης και φωτισμών, δηλαδή θεατρικά αλλά και αυτοσχεδιαστικά τα οποία δούλεψα με τον ερμηνευτή, τον κατεύθυνα στις πρόβες. Προφανώς και η μουσική μου μπορεί να ακουστεί ηχογραφημένη, όπως άλλωστε και κάθε άλλη. Όμως η μουσική πάντα ήταν δεμένη με την έννοια της performance, με ανθρώπους που εκτελούν και ερμηνεύουν στη σκηνή, κινούνται, τα πρόσωπα τους έχουν εκφράσεις και μιλούν για κάτι αλλά απλά το κάνουν διαμέσου του ήχου. Mask electronics είναι μια προέκταση του όρου «φωνητική μάσκα» τον οποίο χρησιμοποιώ για να δηλώσω τις ερμηνευτικές τεχνικές που σχηματίζουν ένα «φωνητικό πορτρέτο». Στις «Βάκχες» κάθε χαρακτήρας έχει την δική του ξεχωριστή φωνητική ταυτότητα.
Οπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και με την όλως προσωπική μουσική ταυτότητα του έργου της Γεωργίας Σπυροπούλου...