Συνεχίζω σήμερα το αφιέρωμα στο Διεθνές Φεστιβάλ «Αναλόγιο». Στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» είδαμε το έργο του Γιώργου Μανιώτη «Ο ενοικιαστής και ο ιδιοκτήτης», όπου παρακολουθούμε τη «μονομαχία» ενός ενοικιαστή και ενός ιδιοκτήτη για το ύψος του μισθώματος, τον χρόνο καταβολής του κ.ά. Πίσω από την παραπλανητική επιφάνεια μιας συνηθισμένης καθημερινής ιστορίας, ο Γιώργος Μανιώτης κρύβει, όπως το συνηθίζει, άλλα, βαθύτερα πράγματα. Πρόκειται στην ουσία για μια αντιδικία υπαρξιακή. Ο «ενοικιαστής» και ο «ιδιοκτήτης» αντιπροσωπεύουν τους δύο πόλους μιας αρχετυπικής σύγκρουσης για την ανάδειξη του ισχυρότερου. Αλλά η «μονομαχία» τους δεν θα τελειώσει, επειδή οι δύο αντίπαλοι στέκουν πάνω σε έναν αενάως περιστρεφόμενο δίσκο που τους καταδικάζει σε αιώνια ακινησία. Σαν κάποια παλιά κουρδιστά ωρολογιακά παιχνίδια, όπου οι δύο μορφές, του θηρευτή και του θηράματος, προβάλλουν εναλλάξ από τα ανοίγματα του μηχανισμού αλλά ποτέ δεν φτάνει ο ένας τον άλλον, επειδή οι ατομικοί τους χρόνοι ετεροκαθορίζονται από τον μεγάλο χρόνο που τους «τρέχει» ασταμάτητα στο εσωτερικό ενός συμπαντικού «πηγαδιού» ή μιας «μαύρης τρύπας». Αν σταματήσει για μια στιγμή η περιστροφή, τότε η αδράνεια θα τους εκσφενδονίσει στο χάος της ανυπαρξίας. Κάτι σαν το ατέρμον συσσίφειο παιχνίδι της θνητής ματαιότητας.
Το έργο αυτό του Γιώργου Μανιώτη δεν είναι αστικό δράμα αλλά μια καλυμμένη αλληγορία περί της ουσίας και περί του όντος. Για να αναδειχθούν οι κρυφοί μηχανισμοί της, απαιτούνται διαφορετικές συνθήκες χώρου-χρόνου. Κατά προτίμηση μια ευρύχωρη κυκλική σκηνή, όχι τετραγωνισμένη. Η ευλύγιστη, ευρηματική σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Κυριακού, που έπαιξε με το φως και το σκοτάδι, και οι δύο χαρισματικοί ηθοποιοί Γεράσιμος Γεννατάς και Νίκος Χατζηπαπάς κατόρθωσαν, με λόγο αφαιρετικό και κίνηση εσωτερική, να δώσουν ζωή και υπόσταση στους «ίσκιους» που συγκατοικούν στο έργο: στον «ενοικιαστή» μιας ξένης περι-ουσίας και στον «ιδιοκτήτη» μιας ξένης ζωής. Οι οποίοι ζητούν απεγνωσμένα, με κάθε τρόπο, εναλλάξ επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι, την απαλλαγή τους από το ξένο, αλλότριο προσωπείο.
Η απολογία του Σαλβαδόρ Νταλί
Στο Θέατρο Νους είδαμε σε «Αναλόγιο» το ενδιαφέρον και πρωτότυπο μονόπρακτο έργο της Έλενας Πέγκα «Don Surrealismus», σε σκηνοθεσία της ίδιας, με τους καλούς Άγγελο Παπαδημητρίου, Δημήτρη Καραβιώτη, Παναγιώτη Γαβρέλα, Νίκο Βατικιώτη και Αποστόλη Καμιτσάκη.
Παρακολουθούμε τη «Δίκη του Σαλβαδόρ Νταλί» (ένα πραγματικό γεγονός) από το «δικαστήριο» το οποίο αποτελούν οι ηγέτες του υπερρεαλιστικού κινήματος Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ και Πολ Ελιάρ. Ο Νταλί κατηγορείται για έμπρακτη εξύμνηση, με έργα του, του ναζισμού και του ίδιου του Χίτλερ με ποινή την αποβολή του από το κίνημα. Μια ιδέα ερεθιστική, ένα έργο εν εξελίξει που πιστεύω ότι θα δουλευτεί ακόμη περισσότερο αγκαλιάζοντας όλη την ταραγμένη εποχή του. Παράλληλα, το έργο εξετάζει τη στενή φιλία του Νταλί με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που οι φασίστες εκτέλεσαν στη Γρανάδα. Ο Νταλί επιχειρεί να αποκρούσει το κατηγορητήριο ισχυριζόμενος ότι η τέχνη και η πολιτική πρέπει να είναι πάντα διαχωρισμένες και ότι ο ναζισμός και ο ίδιος ο Χίτλερ… τον ενέπνευσαν ως φαινόμενα σουρεαλιστικά. Ο Λόρκα, αθέατος, παρακολουθεί τη δίκη, που καταλήγει στην αποβολή του Νταλί από το κίνημα.
Το ενδιαφέρον του έργου συνίσταται κυρίως στην επισήμανση και στην προβολή των επιχειρημάτων του Νταλί, που και αυτά είναι σουρεαλιστικά: «Θεωρώ τον Χίτλερ έναν μαζοχιστή που έχει κυριευτεί από την ιδέα να προκαλέσει έναν πόλεμο για να τον χάσει ηρωικά. Προετοιμάζει μια αδικαιολόγητη πράξη που μόνο ως σουρεαλιστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ολόκληρη η προσωπικότητά του είναι ένα σουρεαλιστικό φαινόμενο». Το έργο τελειώνει με μια φανταστική, αποθεωτική συνάντηση του Νταλί και του Λόρκα πέραν του υλικού μας κόσμου.
Σημειώνω ότι ο Λόρκα έχει γράψει για τον Νταλί ένα ποίημα διθυραμβικό και ο Νταλί σε πάμπολλα κείμενά του εκφράζεται αντίστοιχα για τον Λόρκα (βλ. τη συνέντευξή του στο δικό μας περιοδικό «Θέατρο» του αείμνηστου Κώστα Νίτσου, αφιέρωμα στον Λόρκα, τ. 29-30, 1967).