Όπως κάθε πραγματικός καλλιτέχνης ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που πέθανε χθες στα 89 του, ήταν πολύ «μεγαλύτερος» από όσα έκανε στο - και για το - σινεμά. Ακόμη και παρά το ότι ασχολήθηκε ως ακούραστος εργάτης για όλη τη ζωή του σχεδόν με κάθε πτυχή αυτής της εξουθενωτικά απαιτητικής και ιδιαίτερα επιδραστικής τέχνης.
Πρωταγωνιστώντας χωρίς επιτήδευση στη μεγάλη οθόνη για πάνω από πέντε δεκαετίες και δίνοντας το παρών στον στίβο του πολιτικού και κοινωνικού ακτιβισμού, έγινε η στάμπα μιας ολόκληρης εποχής. Όταν οι μαζικοί αγώνες και οι διεκδικήσεις για κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη άνοιγαν ένα παράθυρο ελπίδας στον κόσμο. Αυτό που είναι κλειστό και σφραγισμένο σήμερα παρά το ότι η εποχή πνίγεται στις προκλήσεις, τις αδικίες, τις αντιφάσεις.
Ο Ρέντφορντ, και προσωπικότητες σαν κι αυτόν, είναι γέφυρες ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ανάμεσα στο κυρίαρχο και το υπόγειο, ανάμεσα στην καθιέρωση και την αναζήτηση. Ανάμεσα στην τέχνη-industry και τη τέχνη-statement. Μεταξύ του λαμπερού λάιφσταϊλ του σταρ που υπογράφει αυτόγραφα και τις ανησυχίες του διανοούμενου για τα δεινά του κόσμου, τις εξοργιστικές αδικίες, τον ηθικό εκτροχιασμό. Ο θάνατός του συμβολίζει τον θάνατο της παλαιότερης γενιάς. Συμπίπτει διαβολικά με μια ανάλογη συγκυρία που βιώνει σήμερα η Αμερική, το τοξικό κοκτέιλ πόλωσης και διχασμού που κινδυνεύει να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή…
Πέρα από τη φήμη
Πόσο αληθινά μεγαλειώδες για έναν ηθοποιό να αφήνει κληρονομιά πέρα από τη φήμη του; Δεν αφορά μόνο τον κινηματογράφο αυτό. Το Sundance, το κινηματογραφικό φεστιβάλ που ίδρυσε και διηύθυνε για πολλά χρόνια, αποτελεί ίσως την πιο διαχρονική παρακαταθήκη του. Πρόσφερε ένα «κανάλι» για να ακουστούν κινηματογραφικές φωνές που διαφορετικά δεν θα ακούγονταν ποτέ ενισχύοντας το προφίλ του ανεξάρτητου κινηματογράφου παγκοσμίως.
Σε αντίθεση μ’ αυτό που οι κριτικοί βλέπουν ίσως μόνο μέσα στο πλαίσιο της ενασχόλησής του με το σινεμά, στη ουσία αυτό το φεστιβάλ ήταν μια πολιτική πλατφόρμα. Ένα «κωδικοποιημένο» μήνυμα για την ανάγκη αλλά και τη δύναμη της εναλλακτικής οπτικής πάνω στον πολιτισμό, την πολιτική, την αισθητική, τη κοινωνία.
Τόσο παθιασμένος με τη τέχνη του και την ικανότητά της να ξεμπροστάζει τις «χθόνιες θεότητες» της αμερικανικής παντοκρατορίας που πριν ακόμη το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, το 1972, αποκαλυφθεί στις πραγματικές διαστάσεις του, πήγε και συνάντησε τον δημοσιογράφο της Ουάσιγκτον Ποστ, Μπομπ Γούντγουορντ ο οποίος μαζί με τον συνάδελφό του Καρλ Μπερνστάιν, ξεδίπλωναν την συγκλονιστική υπόθεση μέσα από τα ρεπορτάζ τους. Κατάφερε να εξασφαλίσει προκαταβολικά για 450.000 δολάρια, για λογαριασμό της Warner Bros, τα δικαιώματα του βιβλίου που ακόμη δεν είχαν γράψει οι δύο δημοσιογράφοι (!) και πάνω του βασίστηκε το σενάριο της ομώνυμης θρυλικής ταινίας «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου». Κέρδισε τέσσερα Όσκαρ το 1976. Υποδυόμενος μαζί με τον Ντάστιν Χόφμαν τους δύο ερευνητές δημοσιογράφους η ταινία έφερνε στο φως τις σκοτεινές διασυνδέσεις που οδηγούσαν στα άδυτα του Λευκού Οίκου και της προεδρίας του Ρίτσαρντ Νίξον χάρη στις πληροφορίες της μυστηριώδους πηγής που έμεινε στην ιστορία ως το «Βαθύ Λαρύγγι», κι όπως αποκαλύφθηκε 33 χρόνια αργότερα από τον ίδιο, το 2005, δεν ήταν άλλος από τον υποδιευθυντή του FBI Μαρκ Φελτ. Γεγονότα εν δυνάμει «μυθικά», πέρα από την αντίληψη του καθημερινού ανθρώπου, γι’ αυτό ίσως συναρπαστικά, όπως η ελληνική μυθολογία, που ο νεαρός Ρόμπερτ καταβρόχθιζε με τις ώρες όταν ο πατέρας του, Τσαρλς, πήγαινε τακτικά με την οικογένεια εκδρομές στη Σάντα Μόνικα και σε επισκέψεις στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της.
Αναστοχασμός
Το έργο του Ρέντφορντ, το αποτύπωμά του στο σινεμά, έχει σημασία όχι μόνο γι’ αυτούς που το θαυμάζουν. Η επανεκτίμησή του στο μέλλον σίγουρα θα προσφέρει έμπνευση. Αξίες όπως η τέχνη ως πρόθεση σκοπού, ακόμη και ως στρατευμένο μέσο, πιθανότατα θα λάβουν ανανεωμένη προσοχή υπό το φως των όσων συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα, την κουλτούρα της πόλωσης, του μίσους, των διαιρέσεων, των κάθε μορφής προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο δυτικός κόσμος, από την κρίση δημοκρατίας και ανισοτήτων ως την κλιματική κρίση. Μπορούν όμως αυτές οι εκ νέου επανεκτιμήσεις και επανεστιάσεις στο έργο ενός ηθοποιού να σηματοδοτήσουν συλλογικές συνειδητοποιήσεις και μαζικές αφυπνίσεις που θα δρομολογήσουν την ανατροπή και την αλλαγή; Ακούγεται πραγματικά δύσκολο…
Ο Ρέντφορντ, όπως πολλοί από τους συγχρόνους του ηθοποιούς, συγγραφείς, μουσικούς, ακτιβιστές ενηλικιώθηκε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 όταν ο μαζικός καταναλωτισμός και ο κοινωνικός κομφορμισμός αμφισβητούνταν έντονα.
Κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα, τον φεμινισμό, κατά του πολέμου, για τον περιβαλλοντισμό και τη σεξουαλική απελευθέρωση, εξέγειραν μαζικά τους νέους και συντάραζαν τις δυτικές κοινωνίες που ζούσαν ακόμη στο λήθαργο του μεταπολεμικού τραύματος. Το δόγμα ότι ο δυτικός καπιταλισμός και ο μιλιταρισμός του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο μόνος δρόμος για να πάει ο κόσμος μπροστά, ήταν κόκκινο πανί για το μεγάλο νεολαιίστικο κίνημα του ‘60. Ήταν μια εποχή που οι νέοι πίστευαν πραγματικά σε εναλλακτικά μέλλοντα, στη ριζοσπαστική δημοκρατία, τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, την οικολογική αρμονία, τη φυλετική και έμφυλη ισότητα, την αυθεντική πολιτιστική έκφραση πέρα από την εμπορευματοποίηση. Το ήθος εκείνης της εποχής, το να αμφισβητείται μαζικά η δεδομένη κατάσταση των πραγμάτων, σημάδεψε και καθόρισε τη γενιά του Ρέντφορντ.
Γενιά της αμφισβήτησης
Η δεκαετία του 1960, μια 20ετία μετά τον πόλεμο, άνοιξε το δρόμο της ελπίδας στο δυτικό κόσμο. Οι κοινωνικοί αγώνες στην Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, της υστερίας του, και των θερμών «αντανακλάσεων» του στην Ασία, το Βιετνάμ, το Λάος, τη Καμπότζη και των συγκαλυμμένων στη Λατινική Αμερική, είχαν ευρύτητα και ποικιλία. Το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και την πραγματική φυλετική ισότητα σάρωναν τις ΗΠΑ από ανατολική ως δυτική ακτή. Το αντιπολεμικό- αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, γιγαντώθηκε όπως και η αμφισβήτηση του μιλιταρισμού και της τακτικής των ξένων επεμβάσεων και της ανάμιξης. Η αντικουλτούρα και η εξέγερση των νέων κόντρα στις νόρμες του δυτικού υλισμού, η στροφή στην πνευματικότητα με οδηγό τις ανατολικές κουλτούρες, ο πειραματισμός με εναλλακτικούς τρόπους ζωής, έκανε την εποχή του Ρέντφορντ, τη δεκαετία του ‘60, ένα σημείο καμπής για δυτική κοσμοαντίληψη.
Για μια στιγμή, κυριάρχησε η αίσθηση ότι ο Δυτικός κόσμος θα μπορούσε να ξορκίσει την παρακμή που διαφαίνονταν στον ορίζοντα και να στραφεί προς κάτι πολύ πιο ισότιμο, βιώσιμο, ανθρώπινο…
Πολλοί υποστηρίζουν σήμερα πως η δεκαετία του 1960 ήταν πράγματι το αποκορύφωμα της δυνατότητας μετασχηματισμού του δυτικού κόσμου. Η συνέχεια του, πάντως, ήταν απογοητευτική:
Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, εδραίωσε την απορρύθμιση, την εισοδηματική καθήλωση, την κλιμάκωση των ανισοτήτων. Διευκόλυνε το outsourcing και τον οικονομικό μαρασμό των δυτικών οικονομιών. Η κυριαρχία του χρήματος και της χρηματοπιστωτισμού διάβρωσε τα θεμέλια των κοινωνιών. Σκότωσε το όραμα για μια διαφορετική κοινωνικο-οικονομική οργάνωση που θα μπορούσε να χτιστεί πάνω στις σοσιαλιστικές ιδέες. Η καταναλωτική κουλτούρα αποδείχθηκε αξιοσημείωτα ανθεκτική. Η εξέγερση εμπορευματοποιήθηκε. Πολλά κινήματα διασπάστηκαν ή ενσωματώθηκαν σε κυρίαρχους θεσμούς. Η πολιτική απογοήτευση, ειδικά στην Αμερική μετά από τις δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι το 1968, το Γουότεργκεϊτ και το τέλμα του πολέμου στο Βιετνάμ, ώθησε πολλούς στον κυνισμό και την ιδιώτευση.
Τελευταία ευκαιρία;
Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης πολλοί εκείνοι που υποστηρίζουν πως στην ιστορία δεν υπάρχει ποτέ «τελευταία ευκαιρία». Η δεκαετία του 1960 μπορεί να ήταν όντως η πιο δραματική ευκαιρία για ανατροπή και αλλαγή, ωστόσο νέες ρωγμές ανοίγονται συνεχώς στη ροή του χρόνου προσφέροντας κι αυτές ευκαιρίες. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν σίγουρα μια από τις σημαντικές μετά το ‘60, αν δεν σηματοδοτούσε βέβαια τον καταστροφικό μονοπολισμό και την κυριαρχία της αμερικανικής λογικής του παγκόσμιου χωροφύλακα. Πριν απ’ αυτήν, εξίσου σημαντική ευκαιρία θα μπορούσε να θεωρηθεί και η άνοδος των σοσιαλιστικών κομμάτων στη δυτική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 ήταν κι αυτό ένα σοβαρό νέο κύμα αμφισβήτησης. Η οικονομική κρίση του 2008 που απογύμνωσε το καπιταλιστικό σύστημα και τις εγγενείς «αστοχίες» του, ενέπνευσε και έφερε στο προσκήνιο κινήματα όπως το Occupy στις ΗΠΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Podemos στην Ευρώπη.
Οι ακτιβιστικές δράσεις για το κλίμα, τη φυλετική και έμφυλη δικαιοσύνη της δεκαετίας του 2020 απηχούν μηνύματα και αδικαίωτες διεκδικήσεις της δεκαετίας του 1960 στην σημερινή χαοτική ψηφιακή εποχή. Ίσως το τραγικό στοιχείο δεν είναι ότι η δεκαετία του 1960 ήταν η τελευταία ευκαιρία για τον δυτικό κόσμο αλλά ότι κάθε ευκαιρία που εμφανίστηκε μετά, φαίνεται πως σπαταλήθηκε με διαφορετικό τρόπο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η σημερινή γενιά αντιμέτωπη με τη κυριαρχία του χρήματος, τον υπερκαταναλωτισμό, τον κοινωνικό κατακερματισμό, την κλιματική κατάρρευση, την «ομίχλη» της Τεχνητής Νοημοσύνης, τη δημοκρατική διάβρωση και απαξίωση, μπορεί να σπάσει τον κύκλο των ημι-αφυπνίσεων που ακολούθησαν από το ‘60 κι έπειτα. Όπως χαρακτηριστικά λένε ορισμένοι, η δεκαετία του 1960 μπορεί να ήταν η τελευταία ευκαιρία να αλλάξουν τα πράγματα πριν από την κρίση, τώρα η αλλαγή θα έρθει μέσα από την κρίση...