Στη μουσική, όπως και σε κάθε άλλη δημιουργική έκφραση, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι δυστυχώς «αόρατοι» για το κοινό, ακόμα και το ολιγάριθμο απαιτητικό και επαρκώς ενημερωμένο τμήμα του.
Στην Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό είναι εντονότερο από τις περισσότερες άλλες χώρες και αιτία του είναι οι πολύ στενοί δεσμοί ενός υπερβολικά μεγάλου ποσοστού της μουσικής κοινότητας με το «σύστημα», όχι μόνο το πολιτικό, αλλά και ένα αρκούντως συντηρητικό αξιακό και μιας ανάλογης του τελευταίου συγκεκριμένης αισθητικής, η οποία κάθε άλλο παρά ευνοεί τις «ανησυχίες» και τον πειραματισμό. Αποτέλεσμα, ούτε καν τα ονόματα δημιουργών όπως η Γεωργία Σπυροπούλου να μην είναι γνωστά, ενώ πρόκειται για μια μουσικό με αξιοζήλευτες σπουδές (κλασικό πιάνο, jazz αυτοσχεδιασμός και θεωρητικά στην Αθήνα, σύνθεση και ηλεκτρακουστική μουσική στο Παρίσι, όπου επίσης έκανε ένα master στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών) και σπάνια πρακτική/ τεχνική κατάρτιση (εκτός από πιάνο παίζει επίσης ακουστική κιθάρα και κρουστά), η οποία επιπλέον έχει αναγνωριστεί και με το παραπάνω στη Γαλλία -τη χώρα όπου ζει μόνιμα και εργάζεται-, που την τίμησε με μια θέση ερευνήτριας και συνθέτιδας στο IRCAM και με ουκ ολίγες αναθέσεις έργων, μα και διακρίσεις.
Το Σάββατο 11 Μαΐου η Γεωργία Σπυροπούλου θα παρουσιάσει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών τέσσερα έργα της, από τα οποία σαφώς ξεχωρίζουν τα «Βάκχες» και «Bouches» (αφιερωμένο στον Demetrio Stratos). Με αφετηρία λοιπόν κυρίως τα δύο τελευταία, είχαμε μια μακρά και εφ' όλης της ύλης συζήτηση μαζί της για τον ρόλο της πρωτοπορίας στο μουσικό, αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι του σήμερα.
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Αισθάνεστε μέρος της ελληνικής μουσικής τού σήμερα -με την ευρύτατη έννοια του όρου- ή έστω βλέπετε κάποια, όσο λίγα και αν είναι, στοιχεία της στη δουλειά σας ή νιώθετε Ευρωπαία (ή και πολίτις του κόσμου) και πιστεύετε ότι δεν θα μπορούσατε ποτέ να κάνετε τη συγκεκριμένη μουσική αν είχατε μείνει στη χώρα όπου γεννηθήκατε;
Θα έλεγα ότι είμαι τμήμα αυτού που αποκαλούμε σύγχρονη κλασική μουσική. Το είδος αυτό εκκινεί μεν από τη δυτική μουσική παράδοση, αλλά έχει αναμιχθεί και με άλλες μουσικές και ιδίως σήμερα δεν έχει συγκεκριμένη κοιτίδα, υπάρχει και στην Ελλάδα και στη Γαλλία και στην Αμερική και στην Ιαπωνία. Η δουλειά μου φέρει στοιχεία από την ελληνική προφορική παράδοση, αλλά και από τις μουσικές του κόσμου. Νιώθω και Ελληνίδα και Ευρωπαία και πολίτις του κόσμου, όλα αυτά ταυτόχρονα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο. Οφείλω όμως να παραδεχθώ ότι αν είχα μείνει στην Ελλάδα, δεν θα έγραφα την μουσική που γράφω...
* Για να έρθουμε στα έργα που θα παρουσιάσετε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ότι εμπνευστήκατε από ένα τόσο παλαιό κείμενο, μια αρχαία τραγωδία όπως οι «Βάκχες». Τι ακριβώς όμως σας προσέλκυσε σε αυτό; Μήπως και το γεγονός ότι πίσω από το μυθολογικό περιστατικό το οποίο περιγράφει εύκολα μπορεί να δει κανείς και μια οργισμένη κραυγή διαμαρτυρίας και εξέγερσης εναντίον της καταπίεσης που ασκεί οποιαδήποτε εξουσία; Ή μήπως η διονυσιακή/«οργιαστική»/απελευθερωτική μέθεξη κάθε μορφής δημιουργικής έκφρασης και ιδίως της μουσικής στην οποία κατ' ευθείαν παραπέμπει;
Νομίζω πως το έναυσμα για να γράψω τις «Βάκχες» ήταν μια παλαιά τελετουργία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, τα Αναστενάρια. Αυτά μου έδωσαν το κλειδί, μου έδειξαν το πέρασμα προς το αρχικό στοιχείο των «Βακχών» και ακολούθησαν κάποια αναγνώσματα μου, τα βιβλία του Ε. R. Dodds, του J. Kott και του Jean Pierre Vernant. Ένα χρόνο σχεδόν πριν αρχίσω τη σύνθεση του έργου αυτού μελετούσα επισταμένα το θέμα του. Αυτό που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον -και φυσικά πολύ επίκαιρο- είναι ότι ο θεός που επιστρέφει στην πατρίδα του είναι ο «ξένος» ενώ η Θήβα είναι μια πόλη σε βαθιά κρίση, όπως και η Αθήνα του 400 π.Χ. Ο ξένος, ο «άλλος», έχει μέσα του το θεϊκό στοιχείο αλλά ταυτόχρονα ο ξένος βρίσκεται και εντός μας. Η διονυσιακή εμπειρία φέρνει τη συνάντηση με το θείο, αλλά στην περίπτωση των Θηβών φέρνει το χάος, οι ρόλοι δυναμιτίζονται, η βασίλισσα γίνεται Βάκχη, ξένη δηλαδή προς την πόλη, και ο Πενθέας ντύνεται γυναίκα για να παρακολουθήσει τα μυστήρια. Οι Βάκχες τιμωρούν έναν αποδυναμωμένο πλέον και βαθιά συντηρητικό βασιλιά, τυφλό στη «θεϊκή» διάσταση του ξένου, που δεν είναι άλλος από τον «θεό με τη μάσκα», το σύμβολο του ηθοποιού. Και η μάσκα είναι για τον Βερνάν όχι μιαν ανθρωπομορφική εικόνα αλλά αυτό που υπενθυμίζει την ετερότητα...Η μουσική του έργου έχει και το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο, αν και για τον ελληνικό πολυθεϊσμό αυτά τα δυο μάλλον δεν ήταν απόλυτα διαχωρισμένα. Όσο για την απελευθερωτική μέθεξη της μουσικής, ναι μεν υπάρχει, αλλά πάνω από όλα η διαδικασία της σύνθεσης απαιτεί μακρά και επίπονη εργασία.
* Τελικά η μουσική -και ειδικότερα φυσικά σαν αυτή που κάνετε εσείς- στην εποχή μας είναι πολιτική πράξη ή όχι;
Πιστεύω ότι πολιτική πράξη τελείται στον δρόμο, στην εργασία, αλλά ακόμα και στην καθημερινή ζωή. Η μουσική καθεαυτή, επειδή ακριβώς είναι αφαιρετική -είναι ήχος και όχι εικόνα ή λόγος- μπορεί να είναι πολιτική με έμμεσο τρόπο. Ίσως μόνον ο λόγος μπορεί να δώσει ξεκάθαρα πολιτική διάσταση στη μουσική... Η μουσική μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ακούμε, βλέπουμε και σκεφτόμαστε τα πράγματα, νομίζω όμως ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να αλλάξει το βλέμμα μας σε αυτόν. Γι' αυτό και πρέπει και αξίζει να υπάρχει... Οι ηχητικές μάζες και οι ορχηστρικές εκρήξεις του Ξενάκη φέρουν ηχητικά αποτυπώματα βίαιων γεγονότων της εποχής της αντίστασης, στην οποία και συμμετείχε. Είναι πολιτική πράξη; Ο ίδιος λυπόταν με το γεγονός ότι δεν μπορούσε να δράσει πολιτικά, γιατί ο προορισμός του ήταν να συνθέτει. Ο Luigi Nono, από την άλλη, έγραψε για το Άουσβιτς χρησιμοποιώντας γράμματα κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και έδινε συναυλίες σε εργοστάσια. Αυτές είναι οι καταπληκτικές ουτοπίες εκείνης της γενεάς, που δεν ξέρω αν άλλαξαν την κοινωνία, αλλά άλλαξαν σίγουρα τη μουσική, την τέχνη και γενικότερα τη σκέψη και σίγουρα πολλούς/ές από εμάς ως ανθρώπινα και πολιτικά όντα.
* Αισθάνεστε avant garde ή έστω απλώς μια πρωτοποριακή δημιουργός ή κατηγοριοποιήσεις και όροι όπως αυτοί δεν έχουν πλέον καμία σημασία, πιθανόν ούτε καν υπόσταση, στη μουσική, μα και σε οτιδήποτε άλλο στην post modern εποχή αλλά και αισθητική μας;
Δεν θα ήθελα να τοποθετήσω μια ταμπέλα στη δουλειά μου, προτιμώ να έχω την ελευθερία να αλλάζω. Στη μουσική μου επιζητώ να πηγαίνω κάθε φορά πιο μακριά, να παίρνω το ρίσκο του άγνωστου και προσπαθώ συνειδητά να μην επαναλαμβάνω τον εαυτό μου, όσον αυτό είναι εφικτό. Αναμφίβολα όμως προέρχομαι από την avant garde του εικοστού αιώνα, εξίσου όμως και από τον Haydn, τον Beethoven και τον Mahler, αλλά και από to rock, το punk, την jazz, μα την ελληνική προφορική παράδοση και τις «μουσικές του κόσμου».
Εκείνες δηλαδή που όλες μαζί συναποτελούν τη διεθνή, με άλλα λόγια τη μια και μοναδική μουσική; Η απάντηση που δίνουν δημιουργοί όπως η Γ. Σ. είναι ένα εμφατικότατο «ναι»...