Πώς νιώθει ένα παιδί που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα από γονείς Αλβανούς μετανάστες, που ζει, σπουδάζει, δημιουργεί σε μια χώρα που δεν είναι πατρίδα του, αλλά ούτε και ξένη; Τη δική τους απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δίνουν τέσσερα νέα παιδιά που πρωταγωνιστούν στην ταινία μικρού μήκους “Και ΕΛ και ΑΛ” του Ιλίρ Τσούκο, η οποία προβλήθηκε χθες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Το αμφιθέατρο στο Πάντειο κυρίως με νέους ανθρώπους. Που δεν έβγαλαν κιχ όσο προβαλλόταν και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα μόλις τέλειωσε. Μέσα σε τριάντα λεπτά ο Δημήτρης Καπουράνης, η Στέφι Κόστα, η Ντενίσα Μπαϊρακτάρι κι ο Ορέστης Σκιάου άνοιξαν την καρδιά τους και μίλησαν για τη σχέση τους με την Ελλάδα και την Αλβανία, για την “υβριδική” ταυτότητα που έχουν, θέλουν δε θέλουν. Και ελληνική και αλβανική.

Στη συζήτηση που ακολούθησε ήταν αποκαλυπτική για το πώς σκέφτεται αυτή η νέα γενιά, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ελλάδας. Σε αντίθεση με την πρώτη γενιά των Αλβανών μεταναστών, πολλοί από τους οποίους ήρθαν με τα πόδια από τα βουνά, δούλεψαν στα χωράφια και στην οικοδομή, καθάρισαν σπίτια, φρόντισαν γέρους και παιδιά και ξοδεύουν ακόμη, μετά από 30 χρόνια ατέλειωτες ώρες στις ουρές για να διατηρούν την άδεια παραμονής, η δεύτερη γενιά μπορεί να πάρει την ελληνική ιθαγένεια. Και να μην είναι, τουλάχιστον θεσμικά, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αυτά τα νέα παιδιά θέλουν να γίνουν τώρα και η φωνή των γονιών τους, όπως είπε με εξαιρετική σαφήνεια η Ντενίσα, να αγωνιστούν για να πάρουν και οι γονείς ιθαγένεια, να μη ζουν με “ένα ευτελές χαρτι”, όπως καίρια παρατήρησε ο Δημήτρης, να μη δίνουν μια περιουσία σε δικηγόρους για την άδεια παραμονής. Για τον εαυτό της η Ντενίσα διεκδικεί να έχει “τα ίδια δικαιώματα με το ρατσιστή γέρο που ζει στο κάτω διαμέρισμα”. Η δεύτερη γενιά δεν σκοντάφτει από εμπόδιο σε εμπόδιο, όπως η πρώτη, έχουν αλλάξει πολλά από το 1990, αλλά όχι αρκετά.
Ο Ορέστης, για παράδειγμα, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ελλάδα, περιμένει ακόμη στα 21 του να πάρει την ιθαγένεια- και πιστεύει ότι θα περιμένει πολύ. Ούτε επιτυχία, ούτε τραύμα “Κουράστηκα να με ρωτάνε τι είμαι, αν είμαι περισσότερο Ελληνίδα ή περισσότερο Αλβανίδα”, είπε η Στέφι, “απαντάω ανάλογα με το ποιος ρωτά και τη διάθεση της στιγμής”. Άλλωστε, “σημασια δεν έχει πώς νιώθουμε εμείς, αλλα πώς μας αντιμετωπίζει το κράτος”. Κι όπως παρατήρησε ο σκηνοθέτης της ταινίας, η ‘υβριδική” ταυτότητα, το “και ΕΛ και ΑΛ”, και Έλληνας και Αλβανός, δεν είναι ούτε επιτυχία ούτε τραύμα, είναι κάτι ανάμεσα. Σύμφωνα με τον Ιλίρ η ταινια του ειναι και μια απάντηση στο ρατσιστικό σύνθημα “Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ”. Η δεύτερη γενιά με την ύπαρξή της ακυρώνει το σύνθημα. Είναι και Έλληνες και Αλβανοί, θέλουν δε θέλουν. Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και θα κάνει την επίσημη πρεμιέρα της στη Στέγη το φθινόπωρο.
Είναι μια παραγωγή του Ιδρύματος Ωνάση, και την επιστημονική της επιμέλεια είχε ο καθηγητής στο Πάντειο Δημήτρης Χριστόπουλος. Να πάτε να τη δείτε. Είμαστε πολύ πίσω Πάντως, παρακολουθώντας την ταινία και τη συζήτηση στο Πάντειο διαπίστωσα για μια ακόμη φορά πόσο πίσω είναι η Ελλάδα, πόσο απουσιάζει κάθε σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής από μια χώρα που γερνάει και έχει ανάγκη από ξένους εργαζόμενους. Αυτή τη συζήτηση την παρακολουθούσα στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπου χιλιάδες παιδιά ένιωθαν και Έλληνες και Γερμανοί.
Έκτοτε όσοι Έλληνες -και όχι μόνο- μετανάστες ήθελαν έχουν πάρει την γερμανική ιθαγένεια, η οποία δεν είναι τόσο… δυσπρόσιτη όσο η ελληνική. Για την ακρίβεια σχεδόν καμία ιθαγένεια δεν είναι τόσο δύσκολη όσο η ελληνική, πρέπει να είσαι αθλητικό ταλέντο ή σταρ του Χόλιγουντ για να την πάρεις εύκολα. Και τα πράγματα δεν πρόκειται να βελτιωθούν, ειδικά τώρα που έγινε αρμόδιος για τα της μετανάστευσης ο Μάκης Βορίδης.
