Με εξωτικό ιντερλούδιο την κατά Σακελλαρίδη «Χαλιμά», επανερχόμαστε στην απρόσμενη ζεύξη που επιχειρήσαμε ανάμεσα στον εμβληματικό «Ριγκολέτο» του μεσήλικα Βέρντι και τον κύκνειο «Parsifal» του Richard Wagner (1813 - 1883). Γνωστός από το «διαζύγιο» που προκάλεσε μεταξύ του Γερμανού μουσουργού και του συμπατριώτη του φιλοσόφου Friedrich Nietzsche (1844 - 1900), ο «Πάρσιφαλ» (1881) αντιμετωπίσθηκε εξ αρχής ως κάτι το μοναδικό στην παραγωγή του Βάγκνερ, κυρίως μέσα από την αποκλειστική και λατρευτικά φορτισμένη διαχείριση του «σκηνικού τελετουργικού δράματος» (Bühnenweihfestspiel) από την Κόζιμα Βάγκνερ. Ήταν εκείνη που διεκδίκησε αποτελεσματικά για δεκαετίες την αποκλειστική παρουσίαση του έργου στο Φεστιβάλ Μπάυρώιτ, δημιουργώντας έναν ακόμη, αυτοτελή, λόγο ευλαβικής μετάβασης των «πιστών» στον Πράσινο Λόφο. Μόλις πέρυσι τολμήθηκε από τη νέα διεύθυνση του Φεστιβάλ η υπέρβαση ενός ακόμη αδύτου, όταν, στο πλαίσιο της έκθεσης «Φιμωμένες φωνές», επιτράπηκε, στον ιερό χώρο (!), η επικέντρωση στις ρατσιστικά φορτισμένες τοποθετήσεις των Βάγκνερ εις βάρος Εβραίων καλλιτεχνών, όπως ο αρχιμουσικός Χέρμαν Λέβι, που παρεμπιπτόντως επιστρατεύθηκε για τον «Πάρσιφαλ» με τη σιωπηρή επιμονή του Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας, που είχε παραχωρήσει στο Φεστιβάλ την ορχήστρα της Αυλής του Μονάχου μαζί με τον άξιο αρχιμουσικό της.
Σε κάθε περίπτωση, ο «Πάρσιφαλ» αποτελεί πραγματικό λουτρό μαλακτικής μουσικής πλημμυρισμένης από τη συμπόνια που ευαγγελίζεται το κείμενο. Όπως τα «Πάθη κατά Ματθαίον» του Μπαχ, το έργο ωφελείται από την ευχαριστιακή ενσυναίσθηση του μαέστρου του, όπως ιδιοφυώς αποδεικνύεται στην περίπτωση του Χανς Κνάππερτσμπους, που μονοπώλησε τις παραστάσεις στο μεταπολεμικό «Neu-Bayreuth» από την έναρξή του, στα 1951, ώς το 1964, ενώ η διατριβή του ιδίου πάνω στον χαρακτήρα της Κούντρυ (Über das Wesen der Kundry in Wagners Parsifal) του 1913, ως άλλο ιερό δισκοπότηρο, συνεχίζει να αναζητείται, αφού ουδέποτε του χάρισε τη διδακτορία ή δημοσιεύθηκε.
Με δεδομένο το εικονοκλαστικό κλίμα που βασιλεύει πλέον στη Μέκκα της βαγκνερικής λατρείας, το ανέβασμα του «Πάρσιφαλ» από την Μετροπόλιταν Όπερα, που παρακολουθήσαμε από αναμετάδοση (αίθουσα Αλ. Τριάντη Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 2/3/2013), σηματοδότησε ό,τι εκλεκτότερο σε σύγχρονους καιρούς. Βασικό στοιχείο της επιτυχίας του εγχειρήματος υπήρξε η γεμάτη πνευματικότητα παραγωγή του Francois Girard, που στηρίχτηκε στην τελετουργική κίνηση των ερμηνευτών (χορογραφία Carolyn Choa), σε ένα λιτό και συμβολικό σκηνικό (Michael Levine), που συχνά γινόταν μαγικό χάρη στους φωτισμούς και τα οπτικά effets του David Finn, μια παραγωγή εν ολίγοις στην καλύτερη παράδοση του ξεχασμένου στην πατρίδα του Βήλαντ Βάγκνερ. Δεν επρόκειτο για κινησιολογικό στυλιζάρισμα, σαν αυτό που μετέρχεται ο Ρόμπερτ Γουίλσον: ο Ζιράρ διαχειρίζεται μυστικιστικά και με αφετηρία την ίδια τη μουσική την κίνηση και αντικείμενα επί σκηνής, αφ' ενός προκειμένου να υπαινιχθεί καθαρτήριες διαδικασίες αφ' ετέρου ώστε να συγκροτήσει υποσύνολα χώρου, που διευκολύνουν εστιάσεις και σκηνικές μεταβάσεις.
Ύστερα οι ερμηνευτές: βαλσαμικός βαθύφωνος με πραγματικό καντάμπιλε ο επιβλητικός Γκούρνεμαντς του ώριμου René Pape, δαιμονικός ο εκπεσών ιππότης Κλίνγκσορ του «σημαδεμένου» ως ρατσιστή Ρώσου βαρυτόνου Evgeni Nikitin, πληθωρικός στην απελπισία της ανεπούλωτης πληγής του ο αγέρωχος Αμφόρτας του Σουηδού -επίσης βαρυτόνου- Peter Mattei, υποκριτικά εκφραστική και με άνεση στο πλήρες ανάπτυγμα της τεσιτούρας του ρόλου της η Κούντρυ της συμπατριώτισσάς του Katarina Dalayman. Εν παντί εντυπωσιακός, τέλος, ο Jonas Kaufmann, ο ωραίος Γερμανός αστέρας που σκιαγράφησε έναν Πάρσιφαλ βαθιά βιωμένο, με αξιοθαύμαστη διαύγεια εκφοράς και άρθρωσης του κειμένου, βελούδινο, σαρκώδη και καλοστηριγμένο ήχο, ανεξάντλητη αναπνοή και μυώδη mezza voce, ακόμη και για την ύστατη φράση του ρόλου του. Αρετές που υπηρέτησε, παρά τις μακρηγορίες της, η όχι πάντοτε συνεκτική διεύθυνση του Daniele Gatti, που έχει διευθύνει το έργο στο Μπάυρώιτ. Είχε στη διάθεσή του, εξάλλου, την εξαιρετικά προετοιμασμένη χορωδία (υπερκόσμιες οι καταληκτικές σκηνές α' και γ' πράξης) και την έξοχη ορχήστρα της Μετ, σταθερές αξίες του μεγάλου αυτού θεάτρου. .