Στο Θέατρο 2510 της οδού Θεμιστοκλέους 52 και στην ομώνυμη ομάδα του Ανδρέα Ζαφείρη, που είναι επικεντρωμένη στο πολιτικό θέατρο με την ουσιαστική έννοια του όρου, έχω αφιερώσει αρκετά κριτικά σημειώματα. Παρακολούθησα την πιο πρόσφατη δουλειά της ομάδας με τον τίτλο «Bitter watermellon», ένα πολιτικό θρίλερ αφιερωμένο στην Παλαιστίνη και στον πολύχρονο αγώνα των κατοίκων της για δικαιοσύνη, ελευθερία και αξιοπρέπεια.
Το έργο ξεκινάει σαν μια συνηθισμένη ερωτική ιστορία, που θα εξελιχθεί όμως με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Μια «τυχαία» γνωριμία σε ένα μπαρ του Λονδίνου, η αμοιβαία τους έλξη, ύστερα εκείνος και εκείνη μόνοι στο σπίτι της νεαρής κοπέλας. Αυτή, από επώνυμη εβραϊκή οικογένεια, εκείνος, άγνωστης ταυτότητας μέχρι στιγμής. Όλα μοιάζουν έτοιμα για μια ξεχωριστή ερωτική βραδιά, έτσι τουλάχιστον φαίνεται στην αρχή, αλλά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Αρχίζει ένα παιχνίδι ερωταποκρίσεων ανάμεσα στο ζευγάρι με σκοπό την αμοιβαία ανακάλυψη της κοινής «αλήθειας» τους. Και τότε η αλήθεια του πραγματικού κόσμου εισβάλλει βίαια στον δικό τους μικρόκοσμο, τσακίζοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Εκείνος είναι Παλαιστίνιος, υψηλόβαθμο μάλιστα στέλεχος μιας οργάνωσης που αγωνίζεται για την ανεξαρτησία της, και εκείνη κόρη ενός ανώτατου αξιωματούχου των Υπηρεσιών Ασφαλείας του Ισραήλ, διαποτισμένη μάλιστα με τις ακραίες σιωνιστικές απόψεις του πατέρα της για την «ανωτερότητα» της εβραϊκής φυλής και για το δικαίωμα του Ισραήλ στην «αυτοάμυνα» απέναντι στους «κατώτερους» Παλαιστίνιους. Τα επιχειρήματά της αντικρούουν μέχρι στιγμής τα αντίστοιχα του συνομιλητή της, αλλά η αλήθεια δεν έχει ακόμη βγει στο φως ολόκληρη. Η συνάντησή τους στο μπαρ δεν ήταν τυχαία, καθώς εκείνος ήρθε με σκοπό να της αποκαλύψει το μυστικό της καταγωγής της. Ότι είναι παιδί μιας Παλαιστίνιας αγωνίστριας που συνελήφθη, βασανίστηκε απάνθρωπα, βιάστηκε από τους Ισραηλινούς, έμεινε έγκυος και πέθανε λίγο αφού τη γέννησε στο κελί της φυλακής της. Και πως την υιοθέτησε και τη μεγάλωσε μαζί με την άτεκνη γυναίκα του ο επικεφαλής των βασανιστών-«ανακριτών» της, σήμερα επικεφαλής των Υπηρεσιών Ασφαλείας.
Να σημειώσω ότι αυτό είναι και ήταν μια πάγια τακτική όλων των αυταρχικών καθεστώτων. Θυμίζω τα «χαμένα παιδιά» της Αργεντινής και της Χιλής, αλλά και τα ανάλογα της δικής μας περιόδου του Εμφυλίου σε περιπτώσεις κυρίως εκτέλεσης και των δύο γονιών τους. Ο Νίκος Ζακόπουλος, αν θυμάμαι καλά, στο έργο του «Η επιστροφή» αναφερόταν σε τέτοιες αληθινές περιπτώσεις.
Ο μελαγχολικός πρωταγωνιστής του έργου του Ανδρέα Ζαφείρη, με το δυσμενές προνόμιο ενός «αγγέλου» του τέλους της αθωότητας και των δύο ηρώων, κατέχει όλα τα στοιχεία που είναι ικανά να πείσουν τη νεαρή κοπέλα για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αλλά εκείνη δεν θέλει να τη δεχθεί με τίποτε. Αντιδρά βίαια, βγάζοντας ένα κρυμμένο πιστόλι, σημαδεύοντας στην καρδιά τον ασάλευτο, σιωπηλό πια «εχθρό» της, που δεν επιχειρεί διόλου να αμυνθεί. Θα πατήσει εντέλει τη σκανδάλη; Ο συγγραφέας αυτό, σοφά, δεν μας το αποκαλύπτει, αφήνοντάς το στην ελεύθερη κρίση των θεατών.
Το έργο, εξαιρετικά γραμμένο και επεξεργασμένο, με δύο ισοδύναμους χαρακτήρες να ισορροπούν παλεύοντας επικίνδυνα σε τεντωμένο σχοινί, με τους κανόνες του πιθανού και του αναγκαίου κατατεθειμένους αναλογικά και με το κρίσιμο ζήτημα της ταυτότητας να αιωρείται ως «εκκρεμές του τρόμου» πάνω από τα σώματα, είναι μια μικρή, ιδιότυπη, σύγχρονη τραγωδία. Οι δύο ρόλοι έχουν σμιλευτεί κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού, η Ναταλία Πελέκα είναι έξοχη, πιάνει όλους τους παλμούς-δονήσεις της νεαρής κοπέλας, θύματος και θύτη μαζί ενός ανελέητου βρόμικου διαρκούς πολέμου. Ο Γιώργος Κουμούτσος ανταποκρίνεται τέλεια, χαμηλόφωνα, στις ψυχικές δονήσεις-εκρήξεις της παρτενέρ του, βρίσκοντας μέσα του τα κατάλληλα σύμβολα για να κοινωνήσει στους θεατές τους δικούς του σύντονους εσωτερικούς παλμούς-ρυθμούς.