Η «Εκάβη» του Ευριπίδη χαρακτηρίζεται, ήδη από την αρχαιότητα, ως μια «επεισοδιώδης» τραγωδία. Ένα δράμα όπου τα διαδοχικά παθήματα της ηρωίδας δεν προκύπτουν το ένα μέσα από το άλλο, ούτε διαθέτουν μεταξύ τους αιτιώδη συνάφεια. Η Εκάβη υφίσταται τα διαδοχικά πλήγματα μιας τυφλής μοίρας, χωρίς να γεννιούνται από την ίδια Ανάγκη ή να πηγάζουν από την ίδια Πρώτη Αιτία.
Η τραγωδία χωρίζεται σε δύο μέρη που θα μπορούσαν, ίσως, να δώσουν την ύλη δύο διαφορετικών δραμάτων. Στο πρώτο μέρος η Εκάβη έχει ήδη χάσει την πατρίδα της, την ελευθερία της, τον άντρα της, τον θρόνο και όλα σχεδόν τα παιδιά της. Είναι σαν να μην υπάρχει γι’ αυτήν περιθώριο ακόμη μεγαλύτερης δυστυχίας. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί μια σειρά νέων οδυνηρών απωλειών. Της ανακοινώνουν ότι η αγαπημένη της κόρη, η Πολυξένη, πρόκειται να θυσιαστεί στον τάφο του Αχιλλέα, κατ’ απαίτηση του νεκρικού ειδώλου του. Ακολουθεί το επεισόδιο της θυσίας της Πολυξένης, που είναι ένας ύμνος στη γυναικεία καρτερικότητα και αξιοπρέπεια και ένας κόλαφος για την αλαζονεία και ύβρι των ανδρών πολεμιστών. Αλλά οι συμφορές της Εκάβης δεν τελειώνουν εδώ. Αμέσως μετά θα της ανακοινώσουν ότι στην ακτή ξεβράστηκε το νεκρό σώμα του μικρότερου γιου της, Πολύδωρου, τον όποιο είχε στείλει για να τον σώσει από τον πόλεμο, μαζί με τους θησαυρούς της Τροίας, στον φίλο και σύμμαχο των Τρώων, τον βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα. Ο τελευταίος, μαθαίνοντας την πτώση της Τροίας, έσπευσε να σφάξει το παιδί που του εμπιστεύτηκε η Εκάβη, για να υπεξαιρέσει τους θησαυρούς του.
Το τελευταίο δεινό κάνει την οργή της Εκάβης να ξεχειλίσει σαν ορμητικό ποτάμι. Σχεδιάζει μια φρικτή εκδίκηση εναντίον του Πολυμήστορα και την πραγματοποιεί, με σύμπραξη του Αγαμέμνονα, που με αυτόν τον τρόπο πιστεύει ότι εξαγοράζει τη σιωπή της για την Κασσάνδρα. Η Εκάβη και οι άλλες γυναίκες παρασύρουν τον Πολυμήστορα σε μια σκηνή, τον ακινητοποιούν, του βγάζουν τα μάτια και σφάζουν τα παιδιά του. Πρόκειται για μια προφανώς «ασύμμετρη» εκδίκηση και ο μαινόμενος, σαν άλλος Πολύφημος, Πολυμήστορας αναγγέλλει στην Εκάβη προφητικά το μέλλον της: Θα μεταμορφωθεί σε μια λυσσασμένη σκύλα του πολέμου με κατακόκκινα μάτια, κίνδυνο-θάνατο για τους ναυτικούς, που θα αλυχτά οργισμένη αιώνια.
Ο ποιητής δεν της χαρίζει στο τέλος της τραγωδίας ούτε τον έλεο, ούτε την ανάπαυση. Μόνο τον φόβο. Και αυτό δεν είναι τυχαίο· πρόκειται για πολιτικό σχολιασμό. Η Εκάβη είναι Θράκα. Οι Θράκες μισθοφόροι των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο, σε όσες επιχειρήσεις έλαβαν μέρος, έκαναν φοβερές ακρότητες εναντίον των αμάχων. Ο Θουκυδίδης χαρακτηριστικά αναφέρει ότι, όταν μπήκαν στη Βοιωτική πόλη της Μυκαλησσού, κατέλαβαν το σχολείο την ώρα του μαθήματος και έσφαξαν όλα τα παιδιά. Τους χαρακτηρίζει επιγραμματικά με μια μόνο φράση: «Γένος ό αν θαρσήσει, χαλεπώτατον εστί». («Φυλή που έτσι και πάρει λίγο θάρρος, γίνεται φοβερή και τρομερή»).

Το έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Tiago Rodriguez με τον θίασο της Comédie-Française, είναι μια «υπέρθεση» ή «επαλληλία», ένα είδος που νομιμοποιεί το χτίσιμο μιας ιστορίας επάνω σε μια άλλη ή μιας αφήγησης που λέει την ίδια ιστορία κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η χαροκαμένη βασίλισσα της Τροίας συναντά στη σκηνή μια σύγχρονη γυναίκα, μια ηθοποιό που παίζει τον ρόλο της Εκάβης σε μια παράσταση που βρίσκεται στις πρόβες και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα: ο μικρός γιος της που πάσχει από αυτισμό, έχει κακοποιηθεί στο Δημόσιο Ίδρυμα όπου τον έστειλε. Προσφεύγει στη Δικαιοσύνη και παλεύει για να δικαιωθεί.

Τα πιο πάνω, ίσως να αποτελούν μια καλή ιδέα. Η παράσταση, όμως, «περιτρέχει» απλώς το κείμενο του Ευριπίδη σποράδην και, φοβάμαι, μόνο σε μήκος-πλάτος. Λείπουν το ύψος και το βάθος, η καταβύθιση στα έγκατα και η εκτίναξη στον ουρανό. Η σκηνοθετική «αποτύπωση» δεν έλαβε διόλου υπ’ όψη της την κολοσσιαία υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο συγγραφέων και έδωσε λάθος εδαφικές συντεταγμένες. Ανάμεσα στην Εκάβη και στην ηρωίδα του Tiago Rodrigues, υπάρχει αγεφύρωτη συναισθηματική άβυσσος.
Τουλάχιστον, οι εξαιρετικοί, εκπαιδευμένοι ηθοποιοί της Comédie-Française μάς αποζημίωσαν βρίσκοντας το δικό τους στίγμα σαν αληθινοί «Δήλιοι κολυμβητές», με τις αιφνίδιες κάθετες καταδύσεις και τις κατακόρυφες αναδύσεις τους μέσα στο «άπορον», αιωνίως τρικυμισμένο, ευριπιδικό πέλαγος: Eric Génovèse, Denis Podalydès, Elsa Lepoivre (Εκάβη), Loïc Corbery, Gaël Kamilindi, Elissa Alloula, Séphora Pondi.